Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Ο καλόγερος «σύντροφος»


    Ήταν  παλιός  μαρξιστής  και   σκληρός   ιδεολόγος. Τα    χρήματά  του  τα   είχε   δώσει   στο κόμμα   και   ζούσε  μεταφράζοντας   ξένα   κυρίως  πολιτικά    βιβλία. Βλέποντας  ότι   στο  κόμμα   δεν  υπήρχε   η   αγνότητα  που    επιζητούσε   έφυγε  και  μερικά   χρόνια   αργότερα   έγινε  μοναχός   στο  Άγιο  όρος.      Ζούσε   σε  ένα  μικρό  κελί   στις   Καριές, πάντα  όμως    ζητούσε  μα μάθει  νέα   από   τον  έξω  κόσμο για   την   υγεία  την  παιδεία  ρωτώντας  με   αληθινό    ενδιαφέρον  τους  επισκέπτες   του.
     Τα   χειρότερα    αφεντικά, έλεγε,  είναι  οι    χριστιανοί και  οι  κομμουνιστές. Οι  πρώτοι   την  Κυριακή  πηγαίνουν   στην  εκκλησία, την  Δευτέρα  όμως  κλέβουν   τον   εργάτη  και   τον νοικάρη   τους. Οι   δεύτεροι   δίνουν   το  παρόν  σε    διαδηλώσεις    ενάντια    στην   ιδιωτικοποίηση, την άλλη  μέρα  όμως  πρωί -πρωί    στο  κέρδος   στα  ιδιωτικά   σχολεία   κ.α.

     Πέρασαν  τα   χρόνια  και  το  μοναστήρι  τον πήρε   στο  γηροκομείο της  μονής,   όπου   περιποιόταν  τα   γεροντάκια,  μέχρι  που  έγινε  και  αυτός  ανήμπορος. Η  καρδιά  του  όμως    φλεγόταν  για  τους   Ανθρώπους  έξω   στον  κόσμο  και έτσι  βλέποντας   από   το  παραθυράκι  του  κελιού   τα   φώτα    των   αεροπλάνων  προσευχόταν  για   τους   ταξιδιώτες  αν πάνε  καλά  στα  σπίτια   τους  κάνοντας  και  μετάνοιες. Με   τον  καιρό  τα  πόδια   του   έγιναν   σαν   της  γκαμήλας, στη   δε  ακολουθία  κοιμόταν  πράγμα  που  σκανδάλιζε   τους άλλους   μοναχούς  που   τον  ξυπνούσαν    ενοχλημένοι. 
     Μέχρι  που  έμαθε  ο   ηγούμενος  το  τι  έκανε   τις  νύχτες. Μάζεψε  την   αδελφότητα  και   τους  είπε  να  μην   τον   ενοχλούν   γιατί   αγάπησε  πολύ.


(π. Χαραλάμπος  Παπαδόπουλος: «ο  Κινέζος  ο  Θεός  και  η  μοναξιά» σ.109-113)