Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιοι και Αγίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιοι και Αγίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Άγιος Ιωάννης ο Ρώσσος: Ο θαυματουργός πολύπαθος άνθρωπος του Θεού


Άγιος Ιωάννης ο Ρώσσος: Ο θαυματουργός πολύπαθος άνθρωπος του Θεού


ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

      Η εμφάνιση αγίων στην Εκκλησία μας σε κάθε εποχή είναι το μόνιμο θαύμα. Ουδέποτε υπήρξε εποχή στη δισχιλιόχρονη πορεία της Εκκλησίας μας που να μην έχει εμφανιστεί άγιος. Όπως σε κάθε εποχή, έτσι και στους νεώτερους και σύγχρονους καιρούς αναδεικνύει ο Θεός αγίους για τη δόξα τη δική Του και τον αγιασμό και την αρωγή των πιστών. Ένας από τους νέους λαοφιλείς αγίους της Εκκλησίας μας είναι και ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσσος.

    Ήταν Ρώσσος στην καταγωγή και είχε γεννηθεί στη Ν. Ρωσία, τη σημερινή Ουκρανία, στα 1690 από ευσεβή οικογένεια. Κατατάχτηκε στον ρωσικό στρατό να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, όταν η πατρίδα του βρισκόταν σε πόλεμο με την Τουρκία (1711-1718). Ο νεαρός Ιωάννης πολεμούσε με ηρωισμό στον αυτοκρατορικό στρατό, ο οποίος είχε υποστεί ταπεινωτικές ήττες από τα ακατάβλητα τουρκικά στρατεύματα. Στη μάχη ανακατάληψης του Αζώφ πιάστηκε αιχμάλωτος, μαζί με χιλιάδες άλλους συμμαχητές του και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, εν μέσω εξευτελισμών. Από εκεί προωθήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, στο χωριό Προκόπιο, όπου δόθηκε στην κατοχή ενός  Αγά, ο οποίος ηγείτο στρατοπέδου Γενιτσάρων. Εν μέσω πρωτοφανών εξευτελισμών και σκληρών βασανιστηρίων του ανατέθηκε να περιποιείται τα ζώα και να μένει μαζί τους στους βρώμικους από τις κοπριές στάβλους.

       Ο ίδιος, έχοντας ακράδαντη πίστη στο Χριστό, θεωρούσε την παραμονή του στο στάβλο ως ευλογία, θυμίζοντάς του ότι και ο Λυτρωτής μας γεννήθηκε σε στάβλο. Επίσης δεχόταν με πλήρη ανεξικακία τις ταπεινώσεις και τα βασανιστήρια των βαρβάρων αλλοθρήσκων. Πρότυπό του ο Χριστός, ο οποίος συγχώρησε τους σταυρωτές Του! Όταν τον ξυλοκοπούσαν, τον άφηναν νηστικό για μέρες και τον ταπείνωναν, ψιθύριζε τον λόγο του αποστόλου Παύλου: «ποιος μπορεί να με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού μου; Θλίψις ή στενο­χώρια ή διωγμός ή γυμνότης ή αιχμαλωσία;» (Ρωμ.8,35). Εκτελούσε με πρωτοφανή προθυμία τις αγγαρείες που τον υπέβαλλαν οι απάνθρωποι άνθρωποι του Αγά. Απορούσαν με την υπομονή, την καλοσύνη και την ανεξικακία του και γι’ αυτό άρχισαν να μαλακώνουν την θηριωδία τους, να του δείχνουν μια κάποια συμπάθεια και να τον αποκαλούν «βελή», δηλαδή άγιο! Μάλιστα επέτρεψε ο Θεός να δείξει την εύνοιά Του προς τον ευσεβή Ιωάννη με ένα ασυνήθιστο θαύμα. Κάποτε ο Αγάς αφέντης του είχε ταξιδέψει στην Μέκκα της Αραβίας για προσκύνημα. Εκεί έλαβε ανεξήγητα ένα πιάτο ζεστό φαγητό σε πιάτο που έφερε το οικόσημό του. Όταν επέστρεψε στο Προκόπιο εξέτασε την υπόθεση και αποκαλύφτηκε ότι του το έστειλε θαυματουργικά ο Ιωάννης!

        Από τότε σταμάτησαν τα βασανιστήρια. Του προτάθηκε να φύγει από το στάβλο, αλλά εκείνος αρνήθηκε και παρέμεινε εκεί προσευχόμενος μέρα και νύχτα. Ζητούσε κρυφά και κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Στις 27 Μαΐου του 1730 έστειλε μήνυμα στον ιερέα του χωριού να τον κοινωνήσει. Ο ιερέας του έστειλε τη Θεία Κοινωνία κρυμμένη σε ένα μήλο, που είχε κουφώσει, φοβούμενος τους Τούρκους. Κοινώνησε και παρέδωσε ήρεμα το πνεύμα του στο Χριστό, που τόσο είχε αγαπήσει και μιμηθεί στη σύντομη ζωή του.

       Οι Χριστιανοί του Προκοπίου ζήτησαν το σώμα του αγίου και το έθαψαν με μεγάλες τιμές. Στην κηδεία του έλαβαν μέρος και πολλοί Αρμένιοι και Τούρκοι, οι οποίοι είχαν μάθει για την αγία ζωή του.

       Το 1733 ο ευλαβής ιερέας που κοινωνούσε τον άγιο Ιωάννη και ήξερε για τα μαρτύριά του, τον είδε στον ύπνο του, ο οποίος του αποκάλυψε πως το σώμα του δεν υπέστη φθορά και του ζήτησε να κάνουν εκταφή και να το έχουν μαζί τους στους

αιώνες για ευλογία και προστασία. Ο ιερέας δίστασε και τότε ένα ουράνιο φως είχε καλύψει τον τάφο και μια πύρινη στήλη ανέβαινε στον ουρανό. Οι πιστοί άνοιξαν τον τάφο και βρήκαν όντως απόλυτα άφθορο το σώμα του Ιωάννη, αν και είχαν περάσει τριάμισι χρόνια από την ταφή του, να ευωδιάζει! Το μετέφεραν με ευλάβεια και τιμές στο ναό τους χωριού, όπου άρχισαν νε επιτελούνται θαύματα σε Χριστιανούς και αλλοθρήσκους.

      Λίγο αργότερα σε σύρραξη του σουλτάνου με τον πασά της Αιγύπτου Ιμπραήμ, ο απεσταλμένος του σουλτάνου πασάς Οσμάν έδωσε διαταγή να καεί το ιερό λείψανο. Οι πιστοί με δάκρυα στα μάτια έβλεπαν να κατατρώνε οι φλόγες το θεοφόρο σώμα. Αλλά την άλλη μέρα, και ενώ είχε «χωνέψει» η φωτιά, βρήκαν το τίμιο λείψανο και πάλι άφθορο, απλά μαυρισμένο! Οι φλόγες το σεβάστηκαν! Το τοποθέτησαν σε αργυρή λάρνακα και εκείνο άρχισε και πάλι να κάνει θαύματα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους!

      Κατά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 οι ευσεβείς κάτοικοι του Προκοπίου πήραν μαζί τους το ιερό λείψανο και το μετέφεραν με μύριους κινδύνους και περιπέτειες στην Ελλάδα. Από το λιμάνι της Μερσίνας μεταφέρθηκε στη Χαλκίδα, με έξοδα της ευσεβούς οικογένειας Παπαδόπουλου. Έμεινε εκεί ως το 1925, οπότε μεταφέρθηκε οριστικά στο Νέο Προκόπιο της Εύβοιας. Το 1930 θεμελιώθηκε περικαλλής ναός προς τιμή του. Εκεί παραμένει το τίμιο σκήνωμά του μέχρι σήμερα, σε βαρύτιμη λάρνακα και μαρμάρινη περίτεχνη θολωτή βάση.

        Το Νέο Προκόπιο Ευβοίας είναι ένα από τους πλέον δημοφιλείς προορισμούς χιλιάδων πιστών από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό, κι αυτό διότι μαρτυρούνται άπειρα θαύματα από τον άγιο Ιωάννη. Καραβάνια προσκυνητών καταφθάνουν καθημερινά, να περάσουν μπροστά από τη λάρνακα του αγίου. Να τον προσκυνήσουν. Να τον παρακαλέσουν για τα προβλήματά τους ή να τον ευχαριστήσουν για τα επιτελούμενα θαύματά του! 

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Μάρτυς Αγία Θεοδοσία (29 Μαΐου)



῾Η ῾Αγία Θεοδοσία

῾Η ̒Αγία Θεοδοσία καταγόταν ἀπό τήν Τύρο τῆς Φοινίκης ἡ ὁποία δέν εἶχε μόνον παρθενικό σῶμα, ἀλλά καί παρθενική ψυχή.  ̉Από τήν ἡλι­κία τῶν 18 χρονῶν εἶχε ζῆλο καί θερμή πίστη, ἀνάμεσα στίς νεαρές εἰδωλολάτρισσες γυναῖκες. Αὐτό καταγγέλθηκε στόν ἄρχοντα Οὐρβανό, πού μέ κάθε δελεαστικό τρόπο προσπάθησε νά τήν πείσει νά ἀρνηθεῖ τό Χριστό. ῞Ομως ἡ Θεοδο­σία ἔμεινε ἀμετακίνητη στήν πίστι της. ῾Ο Οὐρ­βανός, βλέποντας τήν ἐπιμονή της, ἐξοργίστηκε καί μέ θηριώδη τρόπο ἔσπασε τά κόκκαλά της καί πριόνισε τίς σάρκες της. ῎Επειτα, τήν πλη­σίασε καί τῆς πρότεινε νά ἀλλαξοπιστήσει, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή, κι αὐτός θά θεράπευε ἀμέσως τίς πληγές της. ῾Η Θεοδοσία μισοπεθα­μένη ἀπάντησε: «Εἶμαι χριστιανή». Τότε ὁ τύ­ραννος διέταξε καί τήν ἔριξαν στή θάλασσα, ὅ­που καί παρέδωσε τό πνεῦμα της.


   ῾Η ̉Εκκλησία ἐορτάζει τήν μνήμη της στίς 29 Μαΐου.

Παρακλητικὸς Κανὼν εἰς τὴν Μάρτυρα ῾Αγίαν Θεοδοσίαν

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου


Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως ἀναγιγνώσκεται ὁ Ψαλ­μὸς ρμβ´ (142ος) εὐθὺς ὁ χορὸς σὲ  Ἦχον δ´ λέγει τὸ Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν,… (τετράκις) καὶ εἴτα τὰ παρόντα Τροπάρια.


Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῶ.

Τὴν Θεοδόξαστον ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν  ̉Ορ­θο­δόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατά­νύξει βοῶ­ντες ἐκ μέσης ψυχῆς·* ῥῦσαι τοὺς προστρέχο­ντας,* Θεοδοσία μάρτυς,* πάσης περιστάσεως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χρι­στὸν λιταῖς σου, θαυμα­στή,* σὲ γὰρ προστάτιν* ἀκοίμητον ἔχομεν.


Δόξα Πατρὶ… Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

῾Ως δόσιν θεόσδοτον, τὴν παρθενίαν τὴν σήν,* ἀγῶσιν ἀθλήσεως, Θεοδοσία σεμνή,* τῷ Λό­γῳ προσήγαγες˙* ὅθεν πρὸς ἀθανάτους, μετα­στᾶσα νυμφῶνας,* πρέσβευε  ̉Αθληφόρε,* τῷ Δε­σπότῃ τῶν ὅλων,* ῥυσθῆναι ἐκ πολυτρόπων, ἡ­μᾶς συμπτώσεων.


Καὶ νῦν  … Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ ἀναξιοι˙* εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στασο πρε­σβεύουσα,* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ το­σούτων κινδύ­νων;* Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέ­ρους;* Οὐκ ἀ­ποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σού˙* σοὺς γὰρ δούλους σώ­ζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δει­νῶν.


Εἶτα τὸν Νʹ (50ος) Ψαλμόν (χύμα) καὶ ἀκολουθοῦν αἱ

ᾨδαὶ τοῦ Κανόνος.[1]

ᾨδὴ αʹ. Ἦχος πλ. δʹ. Ὑγρὰν διοδεύσας…

Πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς* πρὸς σὲ κα­ταφεύγω* σὴν βοήθειαν ἐκζητῶν˙* ἣν σὺ πα­ράσχου, Θεοδοσία,* καὶ ἐκ χειρῶν ἀρχεκάκου διάσωσον. 


Κρίνω, κατακρίνω, κακολογῶ* καὶ τὴν γλώσ­σαν μου, Μάρτυς, δαμάσαι ἀδυνατῶ˙* διὸ σοι προσφεύγων ἐξαιτοῦμαι* λιταῖς σου, Θεοδοσία πανύμνητε.


̉Εχθροῖς καὶ προστάταις σῶν ἱκετῶν* παρά­σχου ὑ­γείαν καὶ μετάνοιαν ἀληθήν.* Θεοδο­σία, πιστῶν τὸ κλέος* καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις σκέ­πη, πανένδοξε.


Θεοτοκίον.

Πανάσπηλε Κόρη τῆς Ναζαρέτ,* πρὸς σε κατά­φεύγω ὁ ἀχρεῖος γονυκλινῶς* καὶ τὴν σὴν βοήθειαν αἰτοῦμαι,* ὅπως ῥυσθῶ τοῦ πυρὀς τῆς κολάσεως. 


ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος…

̉Ορφανῶν ἀνεδείχθης* καταφυγή, ἔνδοξε,* καὶ τῆς νεολαίας προστάτης  ἀκαταμάχητος,*  διὸ  σοι προ­σέρχονται* τῶν  ̉Ορθοδόξων χορείαι*  καὶ  αἰ­τοῦσιν ἅπαντες* τὴν προστασίαν σου. 


Παραδείσου πολίτης,* Παμμάκαρ, σὺ γέγονας* καὶ τῶν οὐρανίων ταγμάτων* σὺ εἶ συνόμι­λος,* διὸ σέ, θαυ­μαστή,* καθικετεύομεν πάντες* ἡ­μᾶς τοὺς προσπί­πτοντας* ῥῦσαι ἐκ θλίψεων. 


Λυτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων* καὶ Πλαστουργὸν ἅπαντες* σὲ καθικετεύομεν πίστει* καὶ σοῦ δεόμεθα,* Τοῦτον εὐμένησόν συ,* Θεοδοσία τρι­σμάκαρ,* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύ­γιον.  


Θεοτοκίον.

̉Εν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου* εἰμὶ κατακείμενος* καὶ πα­ρηγορίαν οὐκ ἔχω* ὁ τάλας, ῎Αχραντε,* διὸ πρὸς Σε ταπεινῶς* καὶ μετὰ δέους προσπίπτω* καὶ αἰτῶ βοή­θειαν,* Νύμφη ἀνύμφευτε.


Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, Θεοδοσία, σοῦ ἱκέ­τας* ὅ­τι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύ­γο­μεν* τὸν μέ­γαν τῶν  ̉Ορθοδόξων προστάτην.


̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,* καὶ ἴα­σαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.


Δέησις καὶ τὸ Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία…

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος τὸ ἀπόρθητον,* ἐλέ­ους πηγὴ* καὶ πιστῶν καταφύγιον,* ἐκτε­νῶς βοῶ­μεν σοι,* Θεοδοσία μάρτυς Χριστοῦ, πρόφθα­σον* καὶ παράσχου ἀκλινὴν* ὑγείαν τοῖς σοι πί­στει προ­σφέγουσι.


ᾨδὴ δ´. Εἰσακήκοα Κύριε...

Τῶν παθῶν μου τὸν τάραχον,* Θεοδοσία μάρ­τυς, σὺ τάχος κατάπαυσον* καὶ τὸν κλύδω­να κατεύνασον* τῶν ἐμῶν πταισμάτων, Θεοδόξα­στε.


Τοὺς πολέμους κατάπαυσον,* λιταῖς σου, Θεοδοσί­α πανύμνητε,* καὶ εἰρήνην ταῖς ἱκέταις σου*  παράσχου, μάρτυς πανευωδέστατε.


̉Ε κ τροχαίου διάσωσον* τοὺς πιστῶς ὑμνοῦντας σε, Καλλιπάρθενε,* καὶ τὸν κλύδωνα κατεύ­να­σον* τῶν παθῶν μου, κόρη Θεοδόξαστε.


Θεοτοκίον.

Παναγία πανάχραντε,* τὴν ῾Ελλάδαν σπεῦσον καὶ διαφύλαξον* ἐξ ἐχθρῶν ποικίλων, ἔνθεε,* οἱ πι­στοὶ ἀπαύστως* σοῦ δεόμεθα.


ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς…

Δίδου τοῖς πιστοῖς* ὑγιείαν, Θεοδόξαστε,* καὶ τοῖς νοσοῦσι γίνου θεραπευτής,* μαρτύρων κλέος* καὶ τῶν πιστῶν καταφύγιον. 


Κύριον θερμῶς* Θεοδοσία ἱκέτευε,* ὅπως παρά­σχῃ ἡμῖν ὑπομονήν,* ὡς καὶ εἰρήνην τοῖς οἴ­κοις ἡμῶν, ἀήττητε. 


῞Υπνον ἐλαφρὸν* καὶ ἀνάπαυσιν τοῦ σώματος* παράσχου πάντες δεόμεθα θερμῶς* καὶ ταῖς λιταῖς Σου* τῆς ψυχῆς τὰ πάθη κοίμησον.  


Θεοτοκίον.

Δέσποινα θερμῶς* ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος* ὁμόνοι­αν, εἰρήνην καὶ χαράν,* τοῖς οἴκοις πάντων ἡ­μῶν* παράσχου, ̉Αμόλυντε.


ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Τὰ τέκνα τῶν ̉ Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τοῦ λοι­μοῦ τῆς ἁμαρτίας, Θεόφρον,* καὶ ταῖς λιταῖς σου, πιστῶν σὺ τὸ κλέος,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυ­ρίου ὁδήγη­σον* δεόμεθά σου ταπεινῶς,* Θεοδο­σία, πιστῶν κατα­φύγιον.


̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,* Θεοδοσί­α, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων πα­γίδων ἀ­παύστως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσω­σον* δεόμε­θα γονυκλινῶς,* Φωτοφόρε, ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι.


῾Ως τεῖχος, καταφυγῆς καλοῦμέν σε,*  ̉Ορθοδό­ξων οἱ χοροί, θεοφόρε, καὶ ἰατρὸν ἐν τοῖς νό­σοις παμμάκαρ,* σὲ ὀνομάζομεν, μάρτυς πανύ­μνητε, δεόμεθά σου ἀγαθή, ἐκ τῶν παθῶν ἱκέ­τας διάσωσον.


Θεοτοκίον.

Πανάχραντε,  ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διά­σωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον. 


Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, Θεοδοσία, σοῦ ἱκέ­τας* ὅ­τι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύ­γο­μεν* τὸν μέ­γαν τῶν  ̉Ορθοδόξων προστάτην.

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμη­νεύ­τως*  ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώπησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.


Δέησις καὶ τὸ Κοντάκιον.  Ἦχος βʹ. Προστασία...

Σὺ προστάτις τῶν  ̉Ορθοδόξων ἀκαταίσχυ­ντος* καὶ μεσίτις πρὸς τὸν Πλαστουργὸν ἀ­μετάθε­τος,* μὴ παρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς˙* ἀλ­λὰ πρό­φθασον, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοή­θειαν ἡ­μῶν* τῶν πιστῶς δεομένων σοι˙* δέχου τὰς παρακλήσεις*  καὶ  σπεῦσον εἰς ἱκεσί­αν,* σὺ εἶ ἀκοίμητος φρουρός,* Θεοδοσία μάρτυς, τῶν τιμῶντών σε.


Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δʹ.

῾Υπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοί. (δίς)

Στίχος:  Καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατεύθυνε τὰ διαβήματά μου.

῾Υπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοί.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Εκ τοῦ κατὰ Μᾶρκον (Κεφ. εʹ. 24-34)… 

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Τῷ καιρῶ ἐκείνω, ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πο­λὺς καὶ συνέθλιβον αὐτόν. Καὶ γυνὴ τὶς οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος, ἔτη δώδεκα, καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑ­πὸ πολ­λῶν ἰατρῶν, καὶ δαπανήσασα τὰ παρ̉ ἑαυτῆς πά­ντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλω ὄπισθεν, ἤψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ. Ἔλεγε γὰρ ἐν ἐαυτή, ὅτι καν τῶν ἱματίων αὐτοῦ ἄψωμαι, σω­θήσομαι. Καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵμα­τος αὐ­τῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι, ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μά­στι­γος. Καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἐαυτῶ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστρα­φεῖς ἐν τῷ ὄ­χλω, ἔλεγε: Τὶς μου ἤψατο τῶν ἱμα­τίων; Καὶ ἔλεγον αὐτῶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. Βλέ­πεις τὸν ὄχλον συνθλί­βοντά σε καὶ λέγεις, τὶς μου ἤψατο; Καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. Ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμου­σα, εἰδυία ὁ γέγο­νεν ἐπ̉ αὐτή, ἦλθε καὶ προσέ­πεσεν αὐτῶ καὶ εἶ­πεν αὐτῶ πάσαν τὴν ἀλήθειαν. ῾Ο δὲ εἶ­πεν αὐ­τή: Θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε, ὕ­πα­γε εἰς εἰρήνην καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μά­στιγός σου.


῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ....

Ταῖς τῆς Θεοδοσίας πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν…

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.


Προσόμοιον. Ἦχος πλ. βʹ. ῞Ολην ἀποθέμενοι...

Μὴ ἐγκαταλείπεις με τῶν ̉Ορθοδόξων προστά­τα* τὸν θερμῶς προστρέχοντα* καὶ γονυκλι­νῶς αἰ­τοῦντα βοήθειαν˙* νόσοι κατέβαλον ὅλον μου τὸ σῶ­μα* καὶ τὴν ψυχὴν μου κατεράκωσαν πάθη δυ­σίατα* ὡς καὶ πειρασμοὶ ἀκατάβλητοι,* πάντοθεν πε­ρικέ­κλεισμαι καὶ παρηγορίαν οὐκ ἔ­χω πλὴν σου,* Θεοδοσία μάρτυς,* προπύργιον ἁ­πάντων τῶν πιστῶν* καὶ καταφύγιον, ἔνδοξε,* ἡμῶν τῶν ὑμνοῦντων σε.


῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαὸν σου …

῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉ Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

῾Ο Χορός:  ̉Αμήν.

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς  ᾨδὰς τοῦ Κανό­νος.


ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

̉ Ιησοῦν τὸν Σωτήρα* ὃν ἠγάπησας, μάρτυς, τα­χὺ δυσώπησον* ῥυσθῆναι τῶν πτασμάτων* ψυχῆς τε μολυσμάτων* τοὺς ἐν πίστει κραυγά­ζοντας˙* χαῖρε, πιστῶν ὁ φρουρὸς* καὶ πάντων ὁ προστάτης.


̉ Ορθοδόξων κατέστης* ἰατρὸς ὁ ἀλάνθαστος καὶ ἀ­νάργυρος,* Θεοδοσία μάκαρ* καὶ πάντων ὁ­δοδείκτης* ἀκλινὴς καὶ ἀλάνθαστος* τῶν δὲ πι­στῶν σὺ φρουρὸς* ἀκοίμητος καὶ ῥύστης. 


Νικητὰς ἁμαρτίας* τοὺς πιστοὺς σὺ ἀνάδειξον, Θεοδόξαστε,* λιταῖς σου πρὸς τὸν Κτίστην* δεόμεθα ἁπαύστως* διὸ σοι καταφεύγομεν,* Θε­οδοσία σεμνή,* πιστῶν ἡ βακτηρία. 


Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχομαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μου σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χει­ρῶν πει­ραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.


ᾨδὴ ηʹ. Τὸν Βασιλέα.

Τὸν Βασιλέα καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καθι­κέτευε, Μάρτυς, βοῶμεν,* ἵνα ἀπαλλάξῃ* πι­στοὺς ἐκ τοῦ καρκίνου.


̉Αδυναμίας* τῶν μαθητῶν ταῖς λιταῖς σου* θε­ρα­πεύει ὁ Κτίστης ταχέως* καὶ εἰς τοὺς γονέ­ας* χα­ρὰν παρέχει, μάρτυς.


Τὴν ἀνεργίαν,* Θεοδοσία, λιταῖς σου* ὁ Δεσπό­της τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς παρέ­χει* τα­χέως ἐργασίαν. 


Θεοτοκίον.

Τὴν μαρτυρίαν* τοῦ Σοῦ Υἱοῦ τοῖς ἀνθρώποις* βοήθει, Θεοτόκε, διδῶμεν,* ἵνα λυτρωθῶμεν* πυρὸς τοῦ αἰωνίου.  


ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον...

Σεμνὴ Θεοδοσία,* σοι πόθω προσφεύγω* καὶ ἐκ­ζητῶ σὴν βοήθειαν, πάντιμε* ἣν σοι παρά­σχου ταχέως* ἐμοὶ τῷ τάλανι.


Εἰρήνην καὶ ἀγάπην,* πίστιν καὶ ἐλπίδα* ὑπο­μονὴν καὶ πραότητα, ἔνθεε,* παράσχου τάχος ἱκέταις,* μάρτυς πανένδοξε.


Μετάνοιαν οὐκ ἔχω* διὸ καὶ πτοοῦμαι* καὶ σοι προσπίπτω δεόμενος, εὔσημε,* ἣν σοι  παρά­σχου ταχέως* ἐμοὶ τῷ τάλανι. 


Θεοτοκίον.

῾Ημᾶς τοὺς ̉Ορθοδόξους* στήριξον τῇ πίστει* καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου τὴν δόξαν ἀξίωσον* ἰδεῖν Θεοτόκε, οἱ ἀχρείοι,* πιστῶν τὸ καύχημα.


Καὶ εὐθὺς τὰ Μεγαλυνάρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώ­μητον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμι­ωτέραν τῶν Χε­ρουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυ­γκρίτως τῶν Σερα­φείμ,*  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν   Λόγον τεκοῦσαν,* τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγα­λύνομεν.


Χαίροις, τῶν μαρτύρων ἡ καλλονή,* τῶν δὲ  ̉Ορ­θοδόξων, Θεοδοσία, καταφυγὴ* καὶ τῶν ἐν ἀνά­γκαις ἀκοίμητος προστάτις* καὶ πάντων τῶν ἐν θλί­ψει* τὸ καταφύγιον.


Πάντας τοὺς προστρέχοντας ἐπὶ σε* μὴ ἐγκα­τα­λείπεις,* ἀλλὰ δίδου ὑπομονήν,* πίστιν καὶ ἀ­γά­πην,* ὑγείαν, σωφροσύνην* καὶ τοῦ Θεοῦ τὴν δό­ξαν* ἰδεῖν ἀξίωσον.


Τὴν Θεοδοσίαν πανευλαβῶς* ὑμνήσωμεν πόθῳ  ̉Ορθοδόξων τε οἱ χοροὶ* καὶ πρὸ τῆς εἰκόνος* αὐ­τῆς ἀκαταπαύστως* προσπέσωμεν  αἰτοῦ­ντες,* Χρι­στοῦ, τὸ ἔλεος. 


Χαίροις, τῶν μαρτύρων ἡ καλλονή,* Θεοδοσία μάκαρ,  ̉Ορθοδόξων καταφυγὴ* καὶ τῶν ἐν ἀ­νά­γκαις ἀκοίμητος προστάτις* καὶ πάντων τῶν ἐν θλί­ψει* τὸ καταφύγιον.


Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρί­ου*  ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι πά­­ντες,* με­τὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβεί­αν,* εἰς τὸ σω­θῆναι ἡμᾶς.


῾Ο Χορός: Τὸ Τρισάγιον, τὸ Πάτερ ἡμῶν… ὁ ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστὶν… καὶ τὸ


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

῾Ως δόσιν θεόσδοτον, τὴν παρθενίαν τὴν σήν,* ἀγῶσιν ἀθλήσεως, Θεοδοσία σεμνή,* τῷ Λό­γῳ προσήγαγες˙* ὅθεν πρὸς ἀθανάτους,* μετα­στᾶσα νυμφῶνας,* πρέσβευε Ἀθληφόρε,* τῷ Δε­σπότῃ τῶν ὅλων,* ῥυσθῆναι ἐκ πολυτρόπων, ἡ­μᾶς συμπτώσεων.


῾Ο ῾Ιερεύς ποιεῖ Δέησιν, καὶ ποιεῖ μικρὰν ἀπόλυσιν. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλο­μεν:

῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου... ῏Ηχος βʹ.

Πάντας τούς προστρέχοντας πιστῶς* πρὸ τῆς ἱε­ρᾶς σου εἰκόνος,* Θεοδοσία, πιστῶν χαρμο­νή,* δίδου σὺ με­τάνοιαν,* ὑπομονὴν καὶ χαράν,* φωτισμὸν καὶ τα­πείνωσιν,* εἰρήνην καὶ πίστιν,* ἄγγελον ἀ­κοίμη­τον καὶ ὁδηγὸν ἀσφαλῆ.* Κόρη,  ̉Εκκλησίας τὸ κλέ­ος* ἀ­σθενῶν ἐδείχθης θερά­πων* καὶ τῶν ̉Ορ­θοδόξων κα­τάφύγιον.


῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης  καὶ θλίψεως.


῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς: Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉Αμήν.

Νεομάρτυς ῞Αγιος Εὐγένιος ῾Ροντιόνωφ ὁ ῾Ρῶσος



Νεομάρτυς Άγιος Ευγένιος Ροντιόνωφ ο Ρώσος (23 Μαΐου)


   ῾O Νεομάρτυς Εὐγένιος Ροντιόνωφ ἦ­ταν στρατιώτης στὸν πρῶτο πόλεμο τῆς Τσετσε­νίας. Συνελήφθη ἀπὸ τσετσένους ἀντάρτες, βασανίστηκε καὶ σφάχτηκε σὰν ἀρνί ὅταν ἀρ­νήθηκε νὰ γίνει μουσουλμάνος καὶ νὰ πολε­μήσει ἐναντίον τῆς Ρωσίας Μαρτύρησε τὸ 1996 τὴ μέρα ποὺ γι­νόταν 19 ἐτῶν.


Παρόλο ὅτι δὲν μεγάλωσε σὲ εὐσεβὲς περιβάλ­λον δὲν ἀποχωριζόταν ποτὲ τὸν μικρὸ Σταυρὸ ποὺ τοῦ χάρισε ἡ γιαγιά του. ̉Απὸ αὐτὸ τὸν σταυρὸ ἀναγνώρισε ἡ μητέρα του τὸ σῶμα του ποὺ κειτόταν σὲ ἕναν ὁμαδικὸ τάφο μαζί μὲ ἄλλους συστρατιῶτες του.


῾Η κομμένη κεφαλὴ του εἶχε ταφεῖ ἀπὸ τοὺς ἰσλαμιστὲς  ἀλλοῦ. ῾Η μητέρα του ἄρχισε νὰ ψάχνει γιὰ νὰ βρεῖ τὸ γιὸ της μόλις ἔμαθε ὅτι ἦταν αἰχμάλωτος στὰ μέσα Φεβρουα­ρίου τοῦ 1996 καὶ ἐπὶ 9 συνεχεῖς μῆνες. ῞Οτι ἦταν νεκρὸς τὸ ἔμα­θε τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1996. Τότε ἔβαλε ὑποθήκη τὸ σπίτι της  στὴ Μόσχα γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει χρήματα, ἀπαραίτητα γιὰ τὶς συναλλαγὲς μὲ τοὺς ἀντάρτες καὶ ἄρχισε νὰ ψάχνει τὸν τόπο ποὺ ἐτάφη ὁ γιὸς της.


  ̉Απὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀναζήτησης της ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἰσλαμιστές, ταλαιπωρήθηκε πολὺ καὶ ἀπειλή­θηκε ἡ ζωὴ της ἀλλὰ τελικὰ κατάφερε νὰ μιλήσει μὲ τὸν ἴδιο τὸν φονιὰ  τοῦ γιοῦ της. Αὐτὸς τῆς εἶπε ὅτι ὁ Εὐγένιος εἶχε τὴ δυνα­τότητα νὰ σώσει τὴ ζωὴ του ἀλλὰ ἀρνήθηκε νὰ βγάλει τὸν Σταυρὸ του καὶ νὰ γίνει μουσουλμάνος κι ὅτι  προσπάθησε νὰ δραπετεύσει. ῾Η μητέρα ἀρνεῖτο νὰ πιστέψει ὅτι ὁ γιὸς της δὲν ζεῖ, ἀκόμα κι ὅταν ἀναγνώρισε τὶς μπότες του κατὰ τὴν ἐκταφή. ῞Οταν εἶδε ὅμως τὸν Σταυρὸ του στὸ ἀκέφαλο σῶμα του δὲν ἄ­ντεξε καὶ λιποθύμησε.


 Τέλος κατάφερε καταβάλλοντας «λύ­τρα» νὰ  τῆς ἐπιτρέψουν νὰ  πάρει τὰ σώματα τοῦ Εὐγένιου καὶ τῶν συντρόφων του καὶ νὰ τὰ μεταφέρει στὴ Μόσχα ὅπου ἔγινε ἡ κηδεία τους.


Παρακλητικὸς Κανὼν εἰς τὸν Νεομάρτυρα Εὐγένιον ῾Ροντιόνωφ τὸν ῾Ρῶσον


Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου 

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής: 


῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ… Ἦχος δ´.

Τὸν στρατιώτην τοῦ Χριστοῦ δεῦτε πάντες* τῶν  ̉Ορ­θοδόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατα­νύξει κράζοντες ἐκ μέσης ψυχῆς* ῥῦσαι, ὦ Εὐγένιε,* τῆς  ̉Εκκλησίας τὸ εὖχος,* ἡμᾶς τοὺς σοὶ προστρέχο­ντας ἐκ ποικίλων κινδύνων* ταῖς πρὸς Χριστὸν λιταῖς σου, θαυμαστέ,* σὺ τῆς ῾Ρωσίας ἀνθὸς ὁ μυρίπνοος. 


Δόξα Πατρὶ…

 ̉ Απολυτίκιον. Ἦχος γʹ. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον* ̉Ορθοδόξων τὸ καύχη­μα,* τῶν Νεομαρτύρων τὸ κλέος* καὶ πιστῶν τὸ ἀγλά­ϊσμα,* Εὐγένιον, ὑμνήσωμεν πιστοί,* τὸν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητήν,*  τὸν παρέχοντα ἰάσεις παντοδα­πᾶς* τοὺς πίστει ἀνακράζοντας˙* δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ,* δόξα τῷ σὲ ἀναδείξαντι* πά­ντων τῶν νό­σων ἰατρὸν* ἀνάργυρον, πανεύφημε  


Καὶ νῦν…  Θεοτόκιον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτὲ Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρε­σβεύουσα* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσού­των κινδύ­νων;* Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέ­ρους;* Οὐκ  ἀποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ˙* σοὺς  γὰρ  δούλους  σώζεις ἀεὶ* ἐκ παντοίων δεινῶν.


῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμός καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.[1]

ᾨδὴ α´. Ὺγράν διοδεύσας…

Προσπίπτω ὁ τάλας δεητικῶς* πρὸς σὲ Νεομάρ­τυς* καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,* ἣν τάχος παρά­σχου σῷ ἱκέτῃ* καὶ ἐκ παγίδων τοῦ ὄφεως ῥῦσαι με.


Τὰς χείρας μου αἴρω ἱκετικῶς* πρὸς σὲ ὁ ἀχρεῖος καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,*  ἣν τάχος, Εὐγένιε, παράσχου,* ἵνα ῥυσθῶ τοῦ πυρὸς τῆς κολάσεως. 


Φιλάνθρωπον Κύριον καὶ Θεὸν* ἡμῶν τῶν ἀνθρώ­πων* καθικέτευε ἐκτενῶς* δεόμεθα, Εὐγένιε, πάντες,* ὅπως ῥυσθῶμεν ἐκ νόσων καὶ θλί­ψεων.


Θεοτόκιον.

Χαῖρε, Πανάχραντε Μαριάμ,*  ̉Αγγέλων ἡ δόξα* καὶ ἀνθρώπων ἡ χαρμονή,* δεόμεθά σου ἀπαύ­στως  οἱ ἀχρείοι,* ὑπὲρ ἡμῶν τὸν Υἱὸν Σου, ἱκέτευε.


ᾨδὴ γ´. Οὐρανίας ἁψῖδος ...

Τοῦ πυρὸς τὴν μανίαν* λιταῖς σου κατάσβεσον,* ἀ­γρούς, Εὐγένιε, καὶ οἰκίας* σὺ διαφύλα­ξον,* ἵ­να ὑμνοῦμεν σὲ* τὸν τοῦ Χριστοῦ στρατιώ­την* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύγιον. 


̉Ορθοδόξων τὰ τέκνα* καλῶς διαφύλαττε* καὶ ἐν τῇ ὀρθῇ ἡμῶν πίστει* ταῦτα σὺ τήρησον,* ἵνα πορεύ­ονται* ἐν τῇ ὁδῷ   τοῦ Κυρίου* καὶ  Αὐτὸν  δοξά­ζουσι* διὰ τοῦ βίου των.  


̉Εκκλησίας ποιμένας* ταῖς σαῖς λιταῖς φύλαττε* ἐκ τῶν τοῦ ἐχθροῦ τὰς παγίδας* καὶ τὰ προσκόμμα­τα·* τὰς ἐπιθέσεις δὲ* τῶν κακοτρόπων ἀνθρώπων* διάλυσον ἅπαντες* σὲ ἱκετεύομεν. 


Θεοτοκίον.

̉Εκ τροχαίου, Παρθένε,* σὺ διαφύλαττε* πάντας τοὺς προστρέχοντας πόθῳ* τῇ προστασίᾳ Σου* καὶ ἐξαιτοῦντας, ῾Αγνή,* τὴν σὴν βοήθειαν πίστει* καὶ Χριστὸν δοξάζοντας,* Θεομακάριστε.  


Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, Εὐγένιε, σοῦ ἱκέτας* ὅ­τι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύγο­μεν* τὸν μέ­γαν τῶν ̉Ορθοδόξων προστάτην.


̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,* καὶ ἴα­σαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.


Δέησις καὶ τὸ Κάθισμα. Ἦχος β´. Πρεσβεία θερμή...

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος τὸ ἀπόρθητον,* ἐλέ­ους πηγὴ* καὶ πιστῶν καταφύγιον,* ἐκτε­νῶς βοῶ­μεν σοι,* Νεομάρτυς Χριστοῦ Εὐγένιε, πρόφθα­σον*  καὶ παράσχου ὑγείαν ἀκλινὴν* τοῖς σοι πί­στει προ­σφέγουσι.


ᾨδὴ δ´. Εἰσακήκοα Κύριε...

̉Ορθοδόξους προστάτευσον,* Νεομάρτυς Εὐγέ­νιε Θεοδόξαστε,* καὶ δεόμεθά σου φύλαττε* ἐκ τῆς ἀνεργίας τοὺς ἱκέτας σου.


Τὴν νεότητα φύλαττε* θερμῶς ἱκετεύομεν οἱ ἀνάξι­οι* ἐκ παγίδων τοῦ ἀλάστορος,* Νεομάρ­τυς ἔνδοξε Εὐγένιε.


̉Εκ τῶν ὄγκων θεράπευσον* ἡμᾶς τοὺς σοι προσπί­πτο­ντας, Εύγένιε,* καὶ εἰρήνης καταξίω­σον*  ̉Ορ­θοδόξους χώρας,* χριστοφώτιστε.


Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Πανάχραντε,* τὸν Υἱὸν Σου πάντες σε ἱκε­τεύομεν* ἐξευμένησον καὶ πράϋνον* καὶ ἡ­μᾶς σω­θῆναι καταξίωσον.


ᾨδὴ ε´. Φώτισον ἡμᾶς...

Στήριξον ἡμᾶς* ἐν τῇ πίστει, ἱερώτατε,* καὶ τεθλιμέ­νους παραμύθησον* τοὺς πρός σε πόθῳ καταφεύ­γοντας.


῎Ελεος αἰτῶ* καὶ εἰρήνην, ἀξιάγαστε,* καὶ σὲ προ­βάλλω πρέσβυν πρὸς Θεόν,* ὃν ἐξευμένι­σον, Νέομάρτυς Εὐγένιε.


῎Αναρχον Θεὸν* ἐξευμένησον, Εὐγένιε,* καὶ τὴν καρδίαν μου πλήρωσον χαρᾶς,* ἵνα δο­ξάζω σε, Μαρτύρων ἀκροθίνιον.


Θεοτοκίον.

Χαῖρε, Μαριάμ,* Θεοτόκε  ̉Αειπάρθενε,* ὃν ἐγέννη­σας  Χριστὸν  διὰ  παντὸς* μὴ  ἐλλείπῃς, ἐκμειλίτ­τουσα ἱκέτας Σου.


ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε* τὸν ἱκέτην σου, Εὐγένιε μάρτυς,* καὶ ἐκ ποικίλων παγίδων ἀπαύ­στως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσωσον* σοῦ δέ­ομαι γονυκλινῶς* ὁ ἀχρεῖος καὶ δόλιος, πάντιμε.


Στειρώσεις τῶν γυναικῶν, Εὐγένιε,* θεραπεύει λι­ταῖς σου ὁ Κτίστης* καὶ ταῖς ἀτέκναις παρέ­χει τα­χέως* τέκνα, χαράν, ὑγιείαν καὶ δύναμιν˙* διὸ σὺν σοι, μάρτυς, πιστοὶ* ἀνυμνοῦσι, Χριστὸν τὸν Δομήτο­ρα. 


Διστάζω τούς οὐρανούς, Εὐγένιε,* ἀτενίσαι ὁ ἀ­χρεῖος καὶ τάλας,* ὅτι ἐποίησα πάντα προθύ­μως* ἃ ὁ σατὰν μὲ ὑπέδειξε, ἅγιε,* διὸ σοι προσπί­πτω θερ­μῶς* καὶ αἰτῶ σαῖς πρεσβείαις, ὁ ἄθλιος.


Θεοτοκίον.

̉Απαύστως σὲ ἱκετεύω ὁ τάλας* μὴ παρίδης σὸν ἱκέ­την, Παρθένε,* ἀλλὰ παράσχου ἐμοὶ τῷ ἀθλί­ῳ* ὑ­πομονὴν καὶ ταπείνωσιν δέομαι* καὶ δίδου μοι εὐθυ­πορεῖν* πρὸς ὁδοὺς τοῦ Υἱοῦ Σου, Θεό­νυμφε.


Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, Εὐγένιε, σοῦ ἱκέτας* ὅ­τι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύγο­μεν* τὸν μέ­γαν τῶν  ̉Ορθοδόξων προστάτην.

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως*  ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώπησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.


 Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως, ῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον. (δωδεκάκις). ῾Ο ῾Ιερεύς: ῞Οτι ἐλεήμων… καὶ τὸ


Κοντάκιον.  Ἦχος βʹ. Προστασία...

Σὺ προστάτης τῶν ̉Ορθοδόξων ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Πλαστουργὸν ἀμετάθε­τος,* μὴ παρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς˙* ἀλ­λὰ πρό­φθασον, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡ­μῶν* τῶν πιστῶς δεομένων σοι˙* δέχου τὰς παρακλήσεις*  καὶ  σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν,* σὺ εἶ προστάτης θερμός,* Εὐγένιε, τῶν τιμῶντών σε.


Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δʹ.


Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται.  (δίς)


Στίχος: Πεφυτευμένος ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου.

Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται.


῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Εκ τοῦ κατὰ ̉Ιωάννην.(Κεφ. ιεʹ 17-27, ιςʹ 1-2)

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς˙ ταῦτα ἐντέλ­λομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Εἰ ὁ κό­σμος ὑ­μᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίση­κεν. Εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδι­ον ἐφίλει˙ ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελε­ξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑ­μᾶς ὁ κό­σμος. Μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶ­πον ὑμῖν˙ οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Εἰ ἐμὲ ἐ­δίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν˙ εἰ τὸν λόγον μου ἐτή­ρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσου­σιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴ­δασι τὸν πέμψα­ντά με. Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλά­λησα αὐ­τοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον˙ νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁ­μαρ­τίας αὐτῶν. ῾Ο ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέ­ρα μου μι­σεῖ. Εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πε­ποίη­κεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἶ­χον˙ νῦν δὲ καὶ ἑω­ράκασι καὶ με­μισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου.  ̉Αλλ' ἵνα πλη­ρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νό­μῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν. ῞Οταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλη­τος, ὃν ἐγὼ πέμ­ψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀ­ληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύε­ται, ἐκεῖ­νος μαρτυρή­σει περὶ ἐμοῦ˙ καὶ ὑμεῖς δὲ μαρ­τυρεῖτε, ὅτι ἀπ' ἀρ­χῆς μετ̉ ἐμοῦ ἐστε. Ταῦτα λελάλη­κα ὑμῖν, ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε. ̉Αποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑ­μᾶς˙ ἀλλ̉  ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λα­τρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ.


Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…

Ταῖς τοῦ Εὐγενίου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων. 

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ…

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.


Προσόμοιον. Ἦχος πλ. βʹ. ῞Ολην ἀποθέμενοι...

Μὴ ἐγκαταλείπεις με τῶν ̉Ορθοδόξων προστάτα* τὸν θερμῶς προστρέχοντα* καὶ γονυκλι­νῶς αἰ­τοῦντα βοήθειαν˙* νόσοι κατέβαλον ὅλον μου τὸ σῶ­μα* καὶ τὴν ψυχὴν μου κατεράκωσαν πάθη δυ­σίατα* ὡς καὶ πειρασμοὶ ἀκατάβλητοι,* πάντοθεν περικέκλεισμαι καὶ παρηγορίαν οὐκ ἔχω πλήν σου,* Εὐγένιε μάρτυς,* προπύργιον ἁπάντων τῶν πιστῶν* καὶ τῆς νεό­τητος, ἔνδοξε,* φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.


῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαὸν σου...

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς...

῾Ο Χορός: ̉Αμήν. 


ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

Τὸν Χριστὸν ἀπὸ βρέφος* σὺ ἠγάπησας, ἀθλοφόρε Εὐγένιε,* διὸ καὶ τὸν Σταυρὸν Του* στὸν τράχη­λόν σου ἔσχες* καὶ αὐτὸν καθομολόγησας* εἰς τοὺς ἀπί­­στους στεῤῥῶς* καὶ μάρτυς ἀνεδείχθης.


Γυναικῶν ἀτεκνίαν* θεραπεύεις ταχέως,* πανευω­δέστατε,* διὸ καὶ αἱ ποθοῦσαι* υἱοὺς καὶ θυγατέ­ρας* πρὸς σὲ σπεύδουσι ᾄδουσαι˙* Χαῖρε, πι­στῶν ἡ χαρὰ* καὶ τῆς ῾Ρωσίας δόξα.


̉Εργατῶν τοῦ Κυρίου* ἀνεδείχθης προστάτης,* Εὐ­γένιε ἔνδοξε,* καὶ τούτοις σὺ παρέχεις* ὑγεί­αν καὶ σοφίαν,* ἵνα πᾶσι κηρύττουσι* τὰ μεγαλεῖα Χρι­στοῦ* πρὸς δόξαν τοῦ Δεσπότου.


Θεοτοκίον.

Μητροπάρθενε Κόρη,* σὸν Υἱὸν καθικέτευε σοῦ δε­όμεθα* ὑπὲρ τῶν σὲ ὑμνοῦντων* καὶ σὲ δοξολο­γοῦντων* καὶ ἁπαύστως βοῶντων σοι˙* Χαῖ­ρε, λι­μὴν ἀσφαλὴς* ἡμῶν τῶν ̉Ορθοδόξων.


ᾨδὴ ηʹ. Τὸν Βασιλέα…

Τὸν Βασιλέα καὶ Ποιητὴν ἐκδυσώπει* τοῦ δοθεῖ­ναι ἱκέταις  εἰρήνην,* ἵνα  σὺν ̉Αγγέλοις*  δοξάζω­μεν Τριάδαν.


̒Ελλήνων χώρα* ἐκ τῶν κυκλοῦντων ἐχθρῶν της* σὺ προστάτευσον, μάρτυς, λιταῖς σου* καὶ πᾶσι παράσχου* εἰρήνην καὶ γαλήνην. 


̉Αδυναμίας* τῶν μαθητῶν ταῖς λιταῖς σου* θερα­πεύει ὁ Κτίστης ταχέως* καὶ εἰς τοὺς γονέας* χα­ρὰν παρέχει, μάρτυς. 


Θεοτοκίον.

Τὴν Θεοτόκον* τῶν ̉Ορθοδόξων τὰ πλήθη* ἀνυ­μνοῦσι ἁπαύστως βοῶντες˙* Χαῖρε, Θεομῆτωρ,* πι­στῶν χαρὰ καὶ κλέος.


ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον...

Θεράπευσον τὰ πάθη,* τὰς ἀδυναμίας* καὶ τῆς ψυ­χῆς μου τὰ ἔλκη, σεμνέ˙* ἵνα ἁπαύστως δοξαζω* σέ, μάρτυς Εὐγένιε.


Μετάνοιαν οὐκ ἔχω* διὸ καὶ πτοοῦμαι* καὶ κατά­φεύγω τῇ σκέπῃ σου, ἔνδοξε,* ἣν σὺ ταῖς λι­ταῖς σου  παράσχου,* μάρτυς Εὐγένιε.


Παράσχου σῷ ἱκέτῃ* πίστιν καὶ ἀγάπην* ὡς καὶ ἐλ­πίδαν, Εὐγένιε πάντιμε,* καὶ τοῖς νοσοῦσι σὺ δί­δου* ὑγείαν, ἔνδοξε. 


Θεοτοκίον.

̒Ημᾶς τοὺς ̉Ορθοδόξους* στήριξον τῇ πίστει* καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου τὴν δόξαν ἀξίωσον* ἰδεῖν οἱ ἀχρείοι,* Θεομακάριστε.


Καὶ εὐθὺς τὰ Μεγαλυνάρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χε­ρουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σερα­φείμ,*  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν   Λόγον   τεκοῦσαν,* τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.


Χαίροις Νεομάρτυς, τοῦ ̉Ιησοῦ˙* ῾Ρωσίας κλέος* καὶ ῾Ελλήνων καταφυγή.* Χαίροις τῶν νοσού­ντων* ἀ­νάργυρος θεράπων,* Εὐγένιε τρισμάκαρ,* πι­στῶν τὸ στήριγμα.


Διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ ̉Ιησοῦ* διωγμοὺς ὑπέστης* καὶ μαρτύρια πολλαπλά˙* σὺ καὶ τὴν ζωὴν σου* προ­σέφερες τῷ Κτίστῃ* διὸ σὺν τοῖς ̉Αγγέλοις* νῦν κατευφρένεσαι. 


Πάντες οἱ  ̉Ορθόδοξοι, θαυμαστέ,* Εὐγένιε μάρ­τυς* σου δεόμεθα ταπεινῶς˙* καὶ πόθῳ αἰτοῦ­μεν* χα­ρὰν τε καὶ εἰρήνην* ἃ διὰ σοῦ, ὁ Κτίστης,* πα­ρέχει, ἔν­δοξε.


Δύναμιν ἀντλοῦσι Χριστιανοὶ* προσπίπτοντες πό­θῳ* πρὸ εἰκόνος σου τῆς σεπτῆς,* Εὐγένιε μά­καρ,* τῶν ὀρφανῶν προστάτα* καὶ πάντων τῶν ἐν θλίψει* τὸ παραμύθιον.


Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρί­ου* ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι πά­ντες,* με­τὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν,* εἰς τὸ σω­θῆναι ἡμᾶς.


῾Ο Χορός: ῞Αγιος ὁ Θεός, ... (τρίς). Δόξα Πατρὶ... Παναγία Τριάς,...,  Κύριε, ἐλέησον (τρίς). Δόξα Πατρὶ... Πάτερ ἡμῶν,... ὁ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν... Ὁ Χορός:  ̉Α­μήν.  


Καὶ τὸ  ̉Απολυτίκιον. Ἦχος γʹ. Τῆς ἐρήμου πολίτης.


Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον* ̉Ορθοδόξων τὸ καύχη­μα,* τῶν Νεομαρτύρων τὸ κλέος καὶ πιστῶν τὸ ἀγλάϊ­σμα,* Εὐγένιον, ὑμνήσωμεν πιστοί,* τὸν νέον τοῦ Σω­τῆρος ἀθλητήν,*  τὸν παρέχοντα ἰάσεις παντοδαπᾶς* τοὺς πίστει ἀνακράζοντας·* δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ,* δόξα τῷ σὲ ἀναδείξαντι* πά­ντων τῶν νόσων ἰατρὸν* ἀνάργυρον, πανεύφημε  


Δέησις ὑπό τοῦ ῾Ιερέως καί ἐν συνεχείᾳ μικρὰ ἀπόλυσις. Τῶν  πιστῶν  ἀσπαζομένων  τὰς ἱερὰς εἰκόνας  ψάλ­λομεν:


῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου... ῏Ηχος βʹ.

Δέχου παρακλήσεις ἱκετῶν,* δέχου ̉Ορθοδόξων δε­ήσεις* ὦ, Νεομάρτυς Χριστοῦ,* ἄλλον γὰρ οὐκ ἔ­χομεν* πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβευτήν,* οἱ παθῶν ἐμπι­μπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικαλούμεθα καὶ ἱκετεύομεν˙* ῞Αγιε Εὐγένιε, σπεῦσον* ῥῦσαι τοὺς ἱκέτας σου τάχος* ἐκ πάσης περιστάσεως καὶ θλίψε­ως.  


῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου*  καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης  καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς.

Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉ Αμήν

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

'Αγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ο Καραμάνος εκ Σμύρνης



    ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – καθηγητού

     Η Μ. Ασία υπήρξε το λίκνο Αγίων της αρχαίας Εκκλησίας, αλλά και κοιτίδα Νεομαρτύρων στα νεώτερα χρόνια. Μια πλειάδα ηρώων ανδρών και γυναικών αντάλλαξαν τη ζωή τους με το μαρτύριο και το θάνατο για την αγάπη του Χριστού. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ο Καραμάνος από τη Σμύρνη.

   Γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μ. Ασίας περί το 1623 από ευσεβείς Χριστιανούς γονείς. Ζούσε ήσυχη ζωή με την οικογένειά του και δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα να τον κακολογήσει κανένας. Φαίνεται ότι τον διέκρινε βαθειά πίστη στο Θεό και ήταν ευλαβής και πιστός Χριστιανός. Όμως κάποια μέρα συνέβη έναν πολύ ατυχές συμβάν. Για κάποια αιτία θύμωσε πολύ και πάνω στην οργή του ξεστόμισε τη φράση: «θα γίνω τούρκος», εννοώντας ότι θα γίνει έξαλλος, εκτός εαυτού από το ινάτι του.

       Τον απερίσκεπτο  λόγο του άκουσαν και κάποιοι παριστάμενοι τούρκοι, οι οποίοι εξέλαβαν τα λόγια του ως ομολογία πίστης στο Ισλάμ, ως διαβεβαίωση ότι θα γινόταν τούρκος. Τον άρπαξαν και τον οδήγησαν βιαίως στον τούρκο δικαστή, τον κατή, στον οποίο κατάγγειλαν το περιστατικό, ότι μεταστράφηκε στον μουσουλμανισμό και δέχτηκε να γίνει τούρκος υπήκοος. Ζητούσαν από τον κατή να επισημοποιήσει την υποτιθέμενη επιθυμία του, ως μόνος αρμόδιος, σύμφωνα με την οθωμανική δικαιοσύνη.

   Εδώ πρέπει να επισημάνουμε πως ήταν τακτική των τούρκων να κατασκευάζουν ψεύτικες κατηγορίες στους υπόδουλους Χριστιανούς, από ασήμαντες αφορμές, με σκοπό, αφ’ ενός μεν την τρομοκρατία τους, για να μην σηκώνουν κεφάλι και αφ’ ετέρου, με τον τρόπο αυτόν υποχρέωνα τους δειλούς σε εξισλαμισμό, για να αποφύγουν τα μαρτύρια και το θάνατο.

   Ο δικαστής τον ρώτησε αν είναι αληθινή η μαρτυρία των τούρκων μαρτύρων και ο Νικόλαος απάντησε με θάρρος και παρρησία: «Μη γένοιτο, να αρνηθώ ποτέ τον ποιητή και σωτήρα μου, τον Κύριό μου Ιησού Χριστό, τον αληθινό Θεό, που πρόκειται να κρίνει ζώντας και νεκρούς και να αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του»! Αρνήθηκε με βδελυγμία την συκοφαντία, την οποία απέδωσε σε σκευωρία εναντίον του. Τότε ο κατής θύμωσε και έδωσε διαταγή να τον δείρουν αλύπητα. Τον παρέλαβαν κάποιοι αγροίκοι στρατιώτες οι οποίοι τον μαστίγωσαν ανηλεώς για πολλή ώρα. Ο Νικόλαος υπόμεινε με γενναιότητα τους φοβερούς πόνους του μαστιγώματος, χωρίς να βγάλει την παραμικρή κραυγή. Τα μόνα του λόγια ήταν προσευχές και επικλήσεις στο Χριστό να τον ενδυναμώσει στη δοκιμασία του.  

      Βλέποντας ο δικαστής ότι ο Νικόλαος παρέμεινε σταθερός στην πίστη του, έδωσε διαταγή να τον κλείσουν στη φυλακή, χωρίς φαγητό και νερό και να τον ξυλοκοπούν δύο φορές την ημέρα. Έφεραν στη φυλακή την μητέρα του και τη σύζυγό του, οι οποίες προσπάθησαν να τον πείσουν να πει το ναι προσωρινά, να γλυτώσει τα μαρτύρια και το θάνατο και ύστερα βλέπουμε. Αλλά ο Μάρτυς δεν ήθελε να ακούσει τέτοια πρόταση, διότι την θεωρούσε ως προδοσία, έστω και αν ήταν ψεύτικη. Ούτε τα βασανιστήρια, η πείνα και η αφόρητη δίψα τον κατέβαλαν να ενδώσει στους αλλοθρήσκους τυράννους.

     Ύστερα από μερικές ημέρες πίστεψε ο δικαστής ότι θα είχε «σωφρονιστεί». Το ισχυρό καθημερινό μαστίγωμα, η δίψα και η πείνα θα είχαν κάμψει κάθε αντίστασή του. Έτσι έδωσε διαταγή να βγάλουν από τη φυλακή και να τον οδηγήσουν στο δικαστήριο, όπου, όπως πίστευε, θα ομολογούσε την πίστη του στο Ισλάμ και θα δεχόταν να γίνει τούρκος πολίτης. Ο δικαστής τον ρώτησε ξανά αν αποφάσισε να ασπασθεί το Ισλάμ. Μάλιστα άρχισε τα ταξίματα. Του υποσχέθηκε πως αν έλεγε το ναι θα του δινόταν πλούτη και τιμές. Και τον απείλησε ότι αν δεν δεχόταν τον περίμεναν μαρτύρια και ο βέβαιος θάνατος.

      Εκείνος, στάθηκε αγέρωχος, με υψηλό ηρωικό φρόνημα και έδωσε την απάντηση: «Είτε στη θάλασσα με ρίξετε, είτε στη φωτιά με κάψετε, είτε λεπτά κομμάτια με κόψετε, εγώ τον γλυκύτατό μου Ιησού Χριστό δεν αρνούμαι»! Και άρχισε να το επαναλαμβάνει συνεχώς και φωναχτά να το ακούν όλοι. Αυτό εξόργισε τον δικαστή και τους παραβρισκόμενους τούρκους. Ο δικαστής προσπάθησε για ύστατη φορά να τον πείσει, με νέες κολακείες και απειλές. Αλλά βλέποντας ότι αυτός ήταν αμετάπειστος τον παρέδωσε στους στρατιώτες να του κάμουν με το ζόρι περιτομή. Τον έδεσαν χειροπόδαρα σε μια κολώνα και του έκαμαν την περιτομή. Ο Μάρτυρας φώναζε με όση δύναμη είχε: «Τι και να με κόβετε; Τον Χριστό μου δεν Τον αρνούμαι. Αυτόν πιστεύω ως αληθινό Θεό. Τούρκος δεν πρόκειται να γίνω»!

     Μετά από αυτό και βλέποντας ο δικαστής ότι η περιτομή δεν έφερε αποτέλεσμα, διέταξε να τον οδηγήσουν στη φυλακή και να τον υποβάλλουν σε σκληρότερα βασανιστήρια, τα οποία συγκλόνισαν ακόμα και τους ξένους, οι οποίοι βρισκόταν στη Σμύρνη. Τα βασανίστρια διήρκησαν περισσότερο από ένα μήνα και ο Μάρτυρας τα υπέμεινε με ηρωισμό και καρτερία. Το πρόσωπό του έλαμπε από χαρά και αγαλλίαση και δόξαζε συνεχώς το Θεό για την μεγάλη τιμή που του δόθηκε να υποφέρει για το όνομά Του και την αγάπη Του.

       Βλέποντας ο δικαστής ότι κάθε περαιτέρω προσπάθεια να μεταπειστεί ήταν ανώφελη έβγαλε τη διαταγή: θάνατος διά απαγχονισμού. Τον κρέμασαν το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης 19 Μαρτίου του έτους 1657, σε ηλικία 34 ετών. Το ιερό του λείψανο έμεινε κρεμασμένο, όπως προέβλεπαν οι τουρκικοί νόμοι, τρεις ημέρες κρεμασμένο για παραδειγματισμό. Κατόπιν το ξεκρέμασαν και αγγάρεψαν κάποιους Χριστιανούς να το σύρουν και να το πετάξουν στη θάλασσα. Όμως κάποιοι Φράγκοι ναυτικοί, πλήρωσαν τους τούρκους, το έβαλαν σε δίχτυ και το πήγαν στη χώρα τους όπου το έθαψαν με τιμές Μάρτυρα.

    Η μνήμη του τιμάται στις 6 Δεκεμβρίου.


Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2024

Άγιος Σοφιανός ο θαυματουργός

 

Χαιρετισμός ἐπί τῷ ἐπετειακῷ ἔτει ἀπό τῆς πρό 313 ἐτῶν ὁμολογιακῆς κοιμήσεως τοῦ σημειοφόρου ἱεράρχου τῆς Δρυινουπόλεως Σοφιανοῦ τοῦ θαυματουργού, καί  εὐχαί πρός τόν π. Νεκτάριον Πέτταν, δρ. φιλοσοφίας, βιογράφον καί τοῦ εἰρημένου ὁσίου, καθώς καί πρός τά μέλη τῆς ἐν Χριστῷ ἀδελφότητος τῶν ἀπανταχοῦ «Ἁγιοσοφιανιτῶν» πιστῶν, ὑπό τοῦ ἐπισκόπου Φιλομηλίου κ. Θεοφάνους ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπετείου αὐτῆς.

    Ἀγαπητέ μου π. Νεκτάριε καί λίαν προσφιλεῖς μοι χριστιανοί τῆς ὀρθοδόξου ἀδελφότητος Πολυτσανιτῶν,  τῶν ἀποκαλουμένων «Ἁγιοσοφιανιτῶν»!

   Κατά τήν πολυσήμαντον αὐτήν ἑορτήν τῆς 26ης Νοεμβρίου μνημονεύομεν εἰς τήν ἀναίμακτον λατρείαν τόν τρισμάκαρα ἐμπνευσμένον ἐπίσκοπον Δρυινουπόλεως Σοφιανόν (26/11/1711) καί ἐν πνεύματι συνερχόμεθα, διά νά ἑορτάσωμεν ἀπό κοινοῦ τόν ἠγαπημένον ἱεράρχην, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε τό φῶς  τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῆς γῆς τοῦ Πύρρου καί τόν ὁποῖον σέβονται ἀκόμη καί οἱ μή χριστιανοί. Ἐκεῖνος κατά τήν διάρκειαν τῆς διακονίας του ἐνέπνευσεν πίστιν εἰς τούς κατοίκους τῆς λαχούσης εἰς αὐτόν παροικίας, ἀλλά καί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς.

    Ὅθεν συγχαίρομεν ὑμᾶς μετά τῆς ἀρχιερατικῆς ἡμῶν εὐλογίας διά τήν ἀκλόνητον πίστιν πρός τόν ἅγιον Σοφιανόν, τήν ἱεράν μορφήν, ἡ ὁποία καί σήμερον σκέπει καί προστατεύει τούς ἁπανταχοῦ ἀλβανοφώνους, τούς ἱεροπρεπῶς σεβομένους τήν ἁγίαν μνήμην του. Προσευχόμεθα ὅπως ἡ ἄνωθεν ἀρωγή τοῦ ὁσίου Σοφιανοῦ ὑπάρχῃ ἀδιάλειπτος εἰς τήν προσωπικήν ζωήν καί εἰς τήν ζωήν τῶν οἰκείων ὑμῶν, οὗτος δέ ὁ ὅσιος καταστῇ ἔνθερμος μεσίτης πρός τόν Κύριον καί Σωτῆρα Ἰησοῦν Χριστόν καί πρός τήν φιλεύσπαγχνον Μητέρα του καί Μητέρα ἡμῶν, τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.

Μετά πατρικῶν καί διαπύρων εὐχῶν καί ἀγάπης ἐν Χριστῷ

ὁ Φιλομηλίου

+ Θεοφάνης

(Ἀρχιερεύς τῶν ἀλβανοφώνων Κοινοτήτων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν ΗΠΑ καί Καναδᾷ)

     

                                                                                             

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

Αγιοκατάταξη του Γέροντος Χριστοφόρου (Παπουλάκου)

 


Η Ι.Μ. Καλαβρύτων για την αγιοκατάταξη του Γέροντος Χριστοφόρου (Παπουλάκου)

Μετ' ιδιαιτέρας χαράς και ικανοποιήσεως αναγγέλλουμε στον Ιερό Κλήρο, τις Μοναστικές Αδελφότητες και το Χριστεπώνυμο Πλήρωμα της Ιεράς Μητροπόλεώς μας το χαρμόσυνο γεγονός της Αγιοκατατάξεως του Οσίου Πατρός ημών Χριστοφόρου (Παναγιωτοπούλου) του επονομαζόμενου «Παπουλάκου».


Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Σεπτού Θρόνου του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, υπό την Προεδρία της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, κατά τη Συνεδρία της 29ης Αυγούστου 2024 αποφάσισε να κατατάξει στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας τον Όσιο Χριστοφόρο (Παναγιωτόπουλο) τον «Παπουλάκο», κήρυκα του Θείου Λόγου και ιδρυτή της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου πλησίον του Άρμπουνα Καλαβρύτων, απ' όπου έλκει την καταγωγή του.


Η μνήμη του θα τιμάται στις 18 Ιανουαρίου, ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.


Την Αγιοκατάταξή του εισηγήθηκε αρχικώς, με την υπ' αριθμ. πρωτ. 688/2.9.2022 επιστολή του προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Σεπτός Ποιμενάρχης μας, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Ιερώνυμος, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «ὁ Παπουλάκος ὑπῆρξεν φωτεινόν μετέωρον τῆς Ὀρθοδοξίας, τό ὁποῖον μέ τήν ἁγνήν, ἁπλῆν καί πεφωτισμένην διδασκαλίαν του θά φωτίζῃ πάντοτε τάς μελλούσας καί ἐπερχομένας γενεάς εἰς τόν δρόμον τοῦ χριστιανικοῦ καθήκοντος.


Ὑπῆρξεν αὐτόκλητος ἱεραπόστολος, ὁ ὁποῖος μέ τό ἔργον του ἀπετέλεσεν φωτεινόν παράδειγμα χριστιανικοῦ ἤθους καί παρέδωσε σπουδαίαν πνευματικήν κληρονομίαν εἰς τήν Ὀρθόδοξον κοινωνίαν. Ὑπῆρξεν εἰς τό ἔπακρον ἀνιδιοτελής, οὐδέποτε ἐφρόντισεν διά τόν ἑαυτόν του καί εἶχεν μόνην περιουσίαν του τό πτωχικόν καί τετριμμένον ράσον του, τό καλογερικόν σκουφάκι του, τό ταγαράκι του, ἵνα φέρῃ μαζί του τά διάφορα ἐκκλησιαστικά βιβλία του... Διά τοῦ ἁπλοῦ μέν, ἀλλά θεοπνεύστου καί μεστοῦ εἰς περιεχόμενον κηρύγματός του, ἐστήριξεν τήν πίστιν τῶν Χριστιανῶν, ἰδίως εἰς τήν Πελοπόννησον, ὅπου κυρίως ἔδρασεν, καί ὅπου ἀλλοῦ μετέβη. Διά τόν λόγον αὐτόν τήν μνήμην του εἰς τά μέρη αὐτά δέν τήν ἐκάλυψεν ἡ λήθη, πολλοί δέ ὀμνύουν εἰς τό ὄνομά του καί σήμερον, διότι τόν θεωροῦν Ἅγιον. Τό ὅλον ἔργον του θά παραμείνῃ ἀνεξίτηλον εἰς τήν Ἑλληνοχριστιανικήν Ἱστορίαν».


Η Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, μετά την υπ' αριθμ. πρωτ. 429/15.2.2023 θετική εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Άρτης κ. Καλλινίκου, γνωμοδότησε θετικά με την υπ' αριθ. πρωτ. Ν.Κ. 533/4.5.2023 Εισήγησή της προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος για την ικανοποίηση του αιτήματος του Σεπτού Ποιμενάρχου μας «διά τήν ἀναγραφήν εἰς τάς Ἁγιολογικάς Δέλτους τῆς Ἐκκλησίας τοῦ μοναχοῦ Χριστοφόρου Παπουλάκου».


Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά τη Συνεδρία της 11ης Μαΐου 2023, υπό την προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, «ἀπεφάσισεν ὅπως διενεργηθῶσι τά δέοντα κατά τήν ἐκκλησιαστικήν τάξιν διά τήν ἀναγραφήν ἐν ταῖς Ἁγιολογικαῖς Δέλτοις τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Μοναχού Χριστοφόρου (Παναγιωτοπούλου), τοῦ ἐπικαλουμένου «Παπουλάκου», ἅτε πανθομολογουμένης τῆς ἁγιότητος καί τοῦ ὀρθοδόξου βίου αὐτοῦ ὑπό τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας». Εν συνεχεία, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απέστειλε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο τον σχετικό φάκελο, συνοδευόμενο με την υπ' αριθ. πρωτ. 4121/12.5.2023 σχετική επιστολή του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου.


Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο το θέμα διερευνήθη διεξοδικώς από τα Μέλη της αρμόδιας Κανονικής Επιτροπής, υπό την Προεδρία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φιλαδελφείας κ. Μελίτωνος. Η θετική Εισήγηση της Επιτροπής προς την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου είχε ως αποτέλεσμα την Αγιοκατάταξη του «Παπουλάκου».


Ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας κ. Ιερώνυμος εξ ονόματος του Ιερού Κλήρου και του Ευσεβούς μας Λαού εκφράζει τις εγκάρδιες ευχαριστίες του προς όλους όσοι συνήργησαν και συνέβαλαν ποικιλοτρόπως, ώστε ο «Παπουλάκος» να αναγραφεί στις Δέλτους των Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ειδικότερα, εκφράζει ολόθυμες ευχαριστίες προς τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και τα περί Αυτόν Μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, τον Πρόεδρο της Συνοδικής Επιτροπής Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνό, και τα Μέλη αυτής, ήτοι τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγο, Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο και Κηφισίας, Αμαρουσίου, Ωρωπού και Μαραθώνος κ. Κύριλλο και τους Ελλογιμωτάτους Καθηγητές κ. Βλάσιο Φειδά και κ. Γεώργιο Ανδρουτσόπουλο, τον Γραμματέα της Επιτροπής Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Φιλόθεο Κολλιόπουλο και τον Εισηγητή Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Άρτης κ. Καλλίνικο. Ευγνώμονες ευχαριστίες εκφράζει, επίσης, προς τον Πρόεδρο της Κανονικής Επιτροπής του Οικουμενικού Πατριαρχείου Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Φιλαδελφείας κ. Μελίτωνα και τα Μέλη αυτής, ήτοι τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ. Στέφανο, Σμύρνης κ. Βαρθολομαίο, Αυστραλίας κ. Μακάριο, τον Μέγα Πρωτοσύγκελλο του Οικουμενικού Θρόνου Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη κ. Γρηγόριο Φραγκάκη και τον Μέγα Εκκλησιάρχη Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη κ. Αέτιο.


Ιδιαιτέρως δε, οφειλετικώς και χρεωστικώς ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Ιερώνυμος ευχαριστεί ολοθύμως την Αυτού Θειοτάτη Παναγιότητα τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης και Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο και τα Σεπτά Μέλη της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου.


Σύντομο Βιογραφικό του Οσίου Χριστοφόρου Παναγιωτοπούλου του «Παπουλάκου»


Ο Όσιος Χριστοφόρος Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε το 1770 στο χωριό Άρμπουνας της Επαρχίας Καλαβρύτων του Νομού Αχαΐας και αρχικά εργαζόταν ως κρεοπώλης. Όταν πήρε την απόφαση να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο, αρχικά μόνασε στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, ενώ αργότερα ασκήτεψε σε καλύβι κοντά στο χωριό του.


Έμεινε στην απομόνωση για περίπου 20 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων έμαθε γραφή και ανάγνωση. Σε ηλικία 80 ετών πήρε την απόφαση να κηρύξει.


Η φήμη του διαδόθηκε γρήγορα, αφού είχε τον δικό του μοναδικό τρόπο να συνεπαίρνει το κοινό. Κυρίως κήρυττε εναντίον της μοιχείας και της κλοπής και υπέρ της προσευχής.


Μέσα από τα κηρύγματά του καυτηρίαζε την πολιτική της Βαυαρικής διακυβέρνησης στη χώρα και τη συγκατάβαση σε αυτήν της Συνόδου της Εκκλησίας. Παραπέμφθηκε ενώπιον του Επισκόπου Καλαβρύτων, ο οποίος τον επέπληξε και του ζήτησε να περιορίσει τα κηρύγματά του.


Έξι μήνες αργότερα ο «Παπουλάκος» ξεκίνησε περιοδεία στη νότια Πελοπόννησο, συγκεντρώνοντας χιλιάδες κόσμο στο πέρασμά του. Ύστερα από πιέσεις, ο Βασιλιάς Όθων υπέγραψε διάταγμα για τον περιορισμό του «Παπουλάκου» σε μοναστήρι. Ο «Παπουλάκος» κατέφυγε στη Μάνη για να σωθεί.


Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν να στείλει άμεσα τον Στρατηγό Γενναίο Κολοκοτρώνη με επιτελείο αξιωματικών για να οργανώσει τη σύλληψή του.


Ο στρατός έφτασε τη νύχτα, αλλά το πρωί βρέθηκε περικυκλωμένος από 2.000 Μανιάτες. Ακολούθησε εξέγερση των Μανιατών, ενώ σε πολλές περιπτώσεις ο στρατός έδινε μάχη σώμα με σώμα με τους υποστηρικτές του «Παπουλάκου».


Τελικά στις 21 Ιουνίου 1852 συνελήφθη από τον στρατό, ύστερα από προδοσία, και μεταφέρθηκε στις φυλακές του Ρίου, όπου έμεινε δύο χρόνια στην απομόνωση.


Επρόκειτο να δικαστεί από το κακουργιοδικείο Αθηνών ως στασιαστής, αλλά τα γεγονότα του Κριμαϊκού πολέμου υποχρέωσαν τον Όθωνα να του δώσει αμνηστία.


Το 1854 εξορίστηκε στη Μονή Παναχράντου της Άνδρου, όπου κατά τη διάρκεια της παραμονής του, δεχόταν πλήθος επισκεπτών.


Ο «Παπουλάκος» Χριστοφόρος Παναγιωτόπουλος εκοιμήθη εν Κυρίω στις 18 Ιανουαρίου 1861, σε ηλικία 91 ετών και ετάφη στην Ιερά Μονή Παναχράντου Άνδρου.

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2023

Αφωνότερος του ιχθύος...

 

Ου  το  τεκνοποιείν  ποιεί  τον  γονέα, αλλά  το  τεκνοτροφείν.


(Άγιος  Ιωάννης  ο  Χρυσόστομος).

 

Υπήρξεν  αφωνότερος  ιχθύος  και  απραγέστερος  βατράχου.


(Ιωάνννης  ο  Χρυσόστομος  για  ένα  από  τους  συγχρόνους  του  επισκόπους).

 

Και  κάτι  τελευταίο: Στην  Καινή  Διαθήκη  δεν  γίνεται  πουθενά  λόγος  για  τις  προσταγές  των  Αποστόλων, αλλά  μονάχα  για  τις  "Πράξεις  των  Αποστόλων".

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2023

Άγιος Γερβάσιος... ένας χαρισματικός εκκλησιαστικός ρήτωρ - Αλέξιος Παναγόπουλος

Άρθρο υπό του Καθηγ. Δρ. Αλέξιου Παναγόπουλου – Ακαδημαϊκού

Ο  ΡΗΤΩΡ  ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ  ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ (+1964)

(ένας χαρισματικός εκκλησιαστικός ρήτωρ - προσωπική προσέγγιση)


Ο όσιος ρήτωρ αρχιμανδρίτης Γερβάσιος Παρασκευόπουλος έδρασε ως εκκλησιαστικός ρήτωρ, ιεροκήρυξ, πνευματικός πατέρας, κατηχητής και αναμορφωτής στη πόλη των Πατρέων. Είδε το αισθητό φώς του ηλίου το έτος 1877 και βαπτίσθηκε Γεώργιος στην ορεινή Αρκαδία, στο ωραίο χωριό Γρανίτσα, το οποίο σήμερα Νυμφασία ονομάζουν. Το επίθετο Παρασκευόπουλος μαρτυρεί ότι η οικογένειά του είχε ευλάβεια στην αγία Παρασκευή. Μάλιστα το αρχαίο όνομα Γρανίτσα είναι σλαβικό και σημαίνει το όριο, το σύνορο, το μεταίχμιο.


Είναι γνωστό απ’ την ιστορία ότι τον 8ο αιώνα οι σλάβοι κυρίευσαν τη Πάτρα και για πολλά χρόνια κρατούσαν τη διοίκηση του τόπου, όμως ο βυζαντινός αυτοκράτορας μη θέλοντας να χάσει το πουγκί της αυτοκρατορίας του, τη Πελοπόννησο, έστειλε βυζαντινό στρατό και ήρθε σε σύγκρουση με τους σλάβους κατακτητές, που τελικά δέχθηκαν να μετακινηθούν προς την ορεινή Πελοπόννησο, όπου έδωσαν σλαβικά τοπωνύμια και που μέχρι σήμερα υπάρχουν. Το σλαβικό στοιχείο αναμίχθηκε ειρηνικά με το ντόπιο ελληνικό μέσω μεικτών γάμων και μέσω της Ορθοδοξίας αφομοιώθηκε. Αργότερα τον 18ο αιώνα ο επτανήσιος λόγιος Σπυρίδων Ζαμπέλιος θα γράψει ότι αυτή η μίξη του ελληνικού με του σλαβικού και του ορθόδοξου στοιχείου έδωσε μια νέα ξεχωριστή δύναμη έτσι ώστε να ξεκινήσει απ’ τη Πελοπόννησο το εγερτήριο μήνυμα: Ελευθερία ή Θάνατος. Δεν είναι υποτιμητικό να θυμόμαστε τα ορθόδοξα ευεργετικά στοιχεία και πρόσωπα που ο Μωριάς έδωσε κι έπαιξε σημαντικό ρόλο για τη νεοσύσταση του νεοελληνικού κράτους.


Ο μικρός Γεώργιος απ’ τη Γρανίτσα, έζησε την ορφάνια απ’ τη μητέρα του και εν μέρει κάποια καταφρόνια απ’ τους ανθρώπους ως ορφανό παιδί. Πνευματική του παρηγοριά έγινε η μητέρα όλου του κόσμου η Παναγιά μας, μάλιστα κατέφευγε παρηγορητικά στο μοναστήρι της Κερνίτσας, κοντά στο χωριό του. Ως παιδί, κάποτε αναφώνησε μέσα του βλέποντας τους Οσίους, Μάρτυρες και Αγίους στις τοιχογραφίες της Μονής: «Θεέ μου κάνε να κολλήσω κι εγώ στο τοίχο». Κι ενώ τα χρόνια πέρασαν, φαίνεται πως η ιερή επιθυμία του μικρού Γεώργιου σαν να εισακούστηκε στα ώτα Κυρίου Σαβαώθ. Ο μικρός μας Γεώργιος Παρασκευόπουλος λόγω και της ορφάνιας του θέλησε να φύγει απ’ το χωρίο του, κι έφτασε τελικά μετά από πολλές περιπέτειες, κακουχίες, δάκρυα και κόπους στη πόλη των Πατρέων.


Είχε ακούσει για το μακαριστό μητροπολίτη Πατρών Ιερόθεο Μητρόπουλο τον Αρκά, στον οποίο κατέφυγε και ο οποίος τον παρέλαβε πατρικά και έγινε πλέον ο προστάτης του. Στην εξόδιο ακολουθία του Ιεροθέου, στην οποία συμμετείχε στη Πάτρα κι ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, βρίσκει την ευκαιρία ο Γεώργιος και γνωρίζεται με τον Άγιο Νεκτάριο το Θαυματουργό, τελικά, σπουδάζει ως ιεροδιάκονος στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή Αθηνών, ως προστατευόμενος υπό του Αγίου Νεκταρίου. Κατόπιν, τελειώνει και τη Θεολογική Σχολή Αθηνών και αναδεικνύεται σοφός, συνετός, εκκλησιαστικός ρήτωρ και ιεροφάντωρ Ιερομόναχος, ο οποίος διέλαμψε, κι ως ιερεύς του Ελληνικού Στρατού στους ιστορικούς Βαλκανικούς πολέμους, επίσης κι ως εκκλησιαστικός ρήτωρ ιεροκήρυξ των Πατρών, κι ως συνετός Πρωτοσύγκελλος Αθηνών του αοιδίμου Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου. Πάραυτα κάποιοι άνθρωποι τον πίκραναν και αποφασίζει να υποχωρήσει στη Πάτρα.


Έγινε ο γνήσιος προστάτης των ορφανών και των χηρών, μεριμνούσε για τους πτωχούς, έγινε ο πατέρας και η μητέρα τους, ο παράκλητος των κατατρεγμένων Ελλήνων προσφύγων που έφθαναν απ’ τα διάφορα μέρη των αλησμόνητων πατρίδων μας της Μ. Ασίας, ως ταλαιπωρημένοι και εξαθλιωμένοι. Έγινε ιδρυτής των Κατηχητικών Σχολείων, έγραψε σπουδαία μαθήματα κατηχητικής και οργάνωσε τις Χριστιανικές Κατασκηνώσεις. Μάλιστα εμπνεύστηκε τις Σχολές της δημιουργικής απασχόλησης για νέες και νέους, έγινε ο άγρυπνος διδάσκαλος των νέων, ο ακούραστος πνευματικός και ο σημειοφόρος τους μέχρι τα τελευταία της επίγειας ζωής του εκεί στη Κατασκήνωση της περιοχής των Συχαινών.


Ο γράφων αυτά φοίτησε απ’ το 1981-1985 στη κατηχητική σχολή του επί της οδού Παπαφλέσσα Πατρών, διδασκόμενος απ’ τα σπουδαία εγχειρίδια του πατρός Γερβασίου και τις Κυριακές μετά το μάθημα θα συνόδευε τον κατηχητή μας τον αείμνηστο κο-Γιώργη Οικονόμου πάντα πεζοπορώντας έως την οδό Ιωνίας, όπου θα γινόταν από τους ομιλητές η βραδυνή κυριακάτικη ομιλία. Για ένα διάστημα ο γράφων δίδαξε σε κατηχητικά σχολεία της μητροπόλεως με την ευλογία του μακαριστού μητροπολίτου Νικοδήμου Βαλληνδρά, καθώς και ως λαϊκός ιεροκήρυξ. Κάποιοι συμμαθητές του γράφοντος στην οδό παπαφλέσσα υπήρξαν, όπως ο π. Αγάθων Διονυσιάτης (Γεώργιος), ο π. Ανδρέας Ντότσικας (Αίγινα), ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος (Πάτρα), ο Ηλίας Γκοτσόπουλος (διδάσκαλος), ο Κωνσταντίνος Παλουμπής (αστυνομικός), ο Πολύκαρπος (εργαζόμενος στα Κτέλ Πατρών), κι άλλοι νεώτεροι. Πνευματικό τέκνο του πατρός Γερβασίου υπήρξε και ο μακαριστός π. Γερβάσιος Διονυσιάτης και αργότερα Βατοπαιδινός, και ο μακαριστός μακρυνός μου συγγενής π. Γερβάσιος Κουτλουμουσιανός, που συμπαραστήθηκε έμπρακτα εις εμέ τον γράφοντα όταν υπηρέτησα ως διευθυντής της Αθωνιάδας Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αγίου Όρους, μαζί με τον μακαριστό π. Γεώργιο Καψάνη της Γρηγορίου. Που στις συνομιλίες μας πάντα σχεδόν θα μνημονεύαμε τον άγιο Γερβάσιο των Πατρών. Χαρακτηριστικά στη Πάτρα τρείς αρχιμανδρίτες φέρουν το όνομα του π. Γερβασίου ως πνευματικά του τέκνα, ο ένας μακαριστός. Ο π. Αντώνιος Ρουμελιώτης (Διψώ) και ο π. Τιμόθεος Παπασταύρου και πλήθος άλλων κληρικών φοίτησαν σε αυτή τη κατηχητική σχολή που δυστυχώς έκλεισε.


Ο εκκλησιαστικός ρήτωρ π. Γερβάσιος εκοιμήθη ανήμερα των Αγίων Αποστόλων το ιστορικό έτος 1964. Διέπρεψε στον Άμβωνα των Πατρέων, από κάποιους εθαυμάστηκε που ευεργετήθηκαν κι από άλλους φθονήθηκε, όμως υπέμεινε κι αυτή τη δοκιμασία γενναία. Αναπαύθηκε με την επιθυμία του στον ησυχαστικό τόπο και αγαπημένο του χώρο, στην Αγία Παρασκευή εκεί στις Κατασκηνώσεις των Συχαινών, που ο ίδιος είχε ιδρύσει. Εκεί τον επισκεπτόταν για εξομολόγηση και ο μακαριστός γέροντας της Ναυπάκτου π. Αρσένιος (+2008), πάλαι πότε τέκνο π. Φιλοθέου Ζερβάκου. Ο Πατραϊκός λαός ένιωσε απορφανισμένος, έκλαυσε, θρήνησε και δόξασε το Παντοδύναμο Θεό μας, αφού τον προέπεμψε στην αιωνιότητα, αναφωνώντας το «Άγιος» για τον πατέρα Γερβάσιο.


Πέρασαν τα χρόνια και το έτος 2014, ο μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος με τη συμπλήρωση των 50 ετών απ’ την οσία κοίμησή του έκανε ανακομιδή των Τιμίων Λειψάνων του, κατόπιν προέβη σε δέουσες ενέργειες για αγιοκατάταξή του, μετά απ’ τη γνωμοδότηση της αρμοδίας επί των Δογματικών και Νομοκανονικών ζητημάτων Συνοδικής Επιτροπής και με ομόφωνη απόφαση Ι. Συνόδου Εκκλησίας Ελλάδος, ο φάκελος εστάλη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, σύμφωνα με τη νομοκανονική τάξη.


Τελικά, αξιωθήκαμε να φθάσουμε στις 16.11.2023 την ημέρα που ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, εισηγήθηκε, εις την Ι. Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αποφασίσθηκε η επίσημη αγιοποίηση και αγιο-κατάταξη του Αγίου Γερβασίου των Πατρών, μακαρίζοντας και ψάλλοντας: «Χαίροις Αρκαδίας θείος βλαστός και της Εκκλησίας ιερώτατος θησαυρός, χαίροις των Πατρέων διδάσκαλος ο θείος, Γερβάσιε θεόφρον, σκέπε τα τέκνα σου».


Με χείρας ικέτιδας υπέρ όλου του Γένους δεόμενοι, οι καρδίες εσκίρτησαν, τα μάτια δάκρυσαν, οι κώδωνες χαρμοσύνως ήχησαν, δοξολογίες ανεπέμφθησαν, άνθρωποι μετά αγγέλων πνευματικώς πανηγυρίζουν και οι της γενετείρας του Γερβασίου, Αρκαδίας παίδες, ως έλαφοι, εν χαρά, σκιρτώσι, μετά των ευσεβών εκ της των Πατρέων πόλεως Αποστόλου Ανδρέου γηθοσύνως αγγαλόμενοι.


(Αφιερώνεται στον Άγιο Νεκτάριο προστάτη του ρήτορος αγίου Γερβασίου Παρασκευόπουλου, υπό του Ακαδημαϊκού & Καθηγ. Δρ. Αλέξιου Παναγόπουλου, (Phd Νομικών & Πολιτικών Επιστημών, Phd Βιοηθικής, Phd Θεολογίας, PDoc Δικαίου, Habil.,-Διπλωματούχου Υφηγητή, Καθηγητή Νομικής Δ.Δικαίου Fpsp, & Ακαδημαϊκού MCA).

Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2023

Άγιος Γερβάσιος Παρασκευόπουλος... υπήρξε ένας νέος Μέγας Βασίλειος για την Πάτρα

 

Πρός

τό Χριστεπώνυμον Πλήρωμα 

τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν


Παιδιά μου εὐλογημένα,

Σήμερον ἡμέρα ἑόρτιος καί εὐφροσύνης ἀνάπλεως διά τήν πόλιν τῶν Πατρῶν.

Ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, κατόπιν σεπτῆς εἰσηγήσεως τοῦ Παναγιωτάτου καί Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, κατέταξεν εἰς τάς δέλτους τῶν Ἁγίων, τῆς Ὁρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, τόν ἡγιασμένον πνευματικόν πατέρα καί Ἱεροκήρυκα τῶν Πατρῶν, τόν θερμουγόν διδάσκαλον τῶν θείων τῆς Ἐκκλησίας Δογμάτων, τόν φιλόθεον, φιλάγιον καί φιλάνθρωπον, τόν Ἱερέα τῶν πτωχῶν καί τῶν προσφύγων, τόν τροφέα τῶν χηρῶν καί ὀρφανῶν, τόν ἱδρυτήν  τοῦ πρώτου ἐν Ἑλλάδι τῶν Κατηχητικοῦ Σχολείου, τόν μαθητήν τοῦ 

Ἁγίου Νεκταρίου, τόν παππούλη τῶν Πατρινῶν, τόν Ὃσιον Γερβάσιον τόν Παρασκευόπουλον, τόν κλεινόν καί σημειοφόρον Ἱερωμένον, τόν ἠγαπημένον τοῦ Λαοῦ, τόν ζηλωτήν καί πυρίπνουν ἐργάτην τοῦ Ἀμπελῶνος τοῦ Κυρίου.

Δοξάζομεν καί  ὑμνολογοῦμεν, τό πανάγιον Ὂνομα τοῦ ἐν Τριάδι προσκυνουμένου Θεοῦ ἡμῶν, τόν τοιαύτην δωρεάν καί χάριν ἐπιδαψιλεύσαντα εἰς τόν Λαόν αὐτοῦ, εἰς τούς ἐκγόνους τοῦ Πρωταποστόλου, τοῦ ἁλιέως τῶν ψυχῶν, Ἀνδρέου τοῦ ἐν Σταυρῷ, ὣσπερ ὁ Κύριος, τανυθέντος.

Σήμερον, ὁ οὐρανός ἂνωθεν τάς πνευματικάς ἀστράπτει αὐγάς. Σήμερον ἡ γλυκυτάτη Μήτηρ τοῦ Κυρίου μας, ἡ Θεοτόκος, ἡ μήτηρ καί παρηγορία τοῦ ὀρφανοῦ μικροῦ Γεωργίου καί ὓστερον π. Γερβασίου, σύν τοῖς ἀγγέλοις εὐφραίνεται.

Σήμερον ὁ τῆς πενταπόλεως Ἱεράρχης, ὁ Ἃγιος Νεκτάριος ὁ θαυματοβρύτης, ἐν οὐρανοῖς ἀγάλλεται, διά τόν ἃγιον Μαθητήν του.

Σήμερον ὁ κλεινός καί μέγας τῶν Πατρῶν Ἱεράρχης Ἱερόθεος ὁ Μητρόπουλος, ὁ προστάτης τοῦ Ὁσίου Γερβασίου, τά πνευματικά κλέα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, ἐν οὐρανοῖς ἀπολαμβάνει.

Σήμερον, ὁ τῆς Ὓδρας μακαριστός καί ἀοίδιμος Ἱεράρχης, ὁ Ἱερόθεος, ὁ ἂριστος μαθητής καί ἀφοσιωμένον πνευματικόν τέκνον τοῦ π. Γερβασίου, ἡδυμόλπως καί σεμνοπρεπῶς, τόν Κύριον δοξολογεῖ ἐν εὐφροσύνῃ καί πνευματικῶς ἀνακράζει: «Τίς Θεός μέγας ὡς ὁ Θεός ἡμῶν, σύ εἶ ὁ Θεός, ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος».

Σήμερον τῶν εὐλαβῶν Ἱερέων, τῆς τῶν Πατρέων συνεκλεκτῆς, ὁ σύλλογος, χεῖρας καί καρδίας πρός οὐρανόν ὑψώνει καί ἂσμασι καί ὓμνοις καί ὠδαῖς πνευματικαῖς τόν μακάριον καί ἀκάματον Ἱερέα μακαρίζει.

Σήμερον, ἡ γεννήσασα αὐτόν κώμη, ἡ Γρανίτσα, ἡ Νυμφασία τῆς Γορτυνίας καί πᾶσα ἡ ἁγιοτόκος Ἀρκαδία πνευματικῶς, διά τόν ἃγιον υἱόν αὐτῆς, πανηγυρίζει.

Σήμερον καί ὁ ἀοίδιμος Γέροντάς μου, ὁ γλυκύς Ἀρχιερεύς, ὁ ἂνθρωπος τῆς ἀγάπης, ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας κυρός Θεόκλητος, μετά τῆς έν οὐρανοῖς Ἐκκλησίας, τόν Γερβάσιον ἂσμασιν καταστέφει, τόν Γερβάσιον ὁ ὁποῖος τοῦ ἒδωσε συμμαρτυρίαν διά νά εἰσέλθῃ εἰς τάς τάξεις τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου.

Σήμερον ὁ τῶν Πατρῶν, ἐλέῳ Θεοῦ, Ἀρχιερεύς, ἡ ἐμή δηλαδή, έλαχιστότης, ὃση δύναμις ἐν τῇ καρδίᾳ μου, δοξολογικῶς πρός τόν Θεόν ἀνακράζει: «Μέγας εἶ Κύριε καί θαυμαστά τά ἒργα σου καί οὐδείς λόγος ἐξαρκέσει πρός ὓμνον τῶν θαυμασίων σου» καί γονυκλινῶς ἀπό τά βάθη τά τῆς ψυχῆς, πανευλαβῶς καί ἐν δάκρυσι ἀνακράζει: «Κύριε ταῖς τοῦ Ὁσίου Γερβασίου πρεσβεῖαις, ἐλέησον τήν πόλιν τῶν Πατρῶν καί τόν περιούσιον αὐτῆς Λαόν.

Κύριε, ταῖς τοῦ Ὁσίου Γερβασίου πρεσβείαις, εἰρήνευσον τόν σπαραττόμενον ὑπό τοῦ πολέμου κόσμον σου.

Κύριε, ταῖς τοῦ Ὁσίου Γερβασίου πρεσβείαις, κράτυνον τόν Παναγιώτατον καί Οἰκουμενικόν ἡμῶν Πατριάρχην καί χάρισαι αὐτῷ ἒτη πλεῖστα ὃσα, τετιμημένα, ἒμπλεα οὐρανίων χαρίτων, πρός δόξαν τοῦ Παναγίου Ὀνόματός Σου καί εὒκλειαν τῆς Ἁγίας σου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἠγαπημένα, σήμερον κατά τήν εὒσημον ταύτην ἡμέραν, θά σπεύσωμεν ἃπαντες Κλῆρος καί Λαός, εἰς τόν τόπον τόν Ἃγιον, ὃπου ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου Γερβασίου, ὃπου ὁ Ναός τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, εἰς Συχαινά, ἐντός τοῦ ὁποίου φυλάσσονται τά ἱερά  τοῦ Ὁσίου Γερβασίου καί μυρίπνοα Λείψανα.

Σήμερον καί ὣραν 5ην ἀπογευματινήν, ὁ Πατραϊκός Λαός, πανευλαβῶς τόν Ἃγιον του θά προσκυνήσῃ καί Τόν δοξάσαντα αὐτόν Κύριον θά μεγαλύνῃ.

Ἃπαντες ἂς σπεύσωμεν ἐκεῖ, ὃπου ὁ Ἃγιος, ὃπου τά Λείψανά του, εὐχαριστοῦντες Θεῷ, τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον μακαρίζοντες καί τόν ὃσιον Γερβάσιον πανευλαβῶς προσκυνοῦντες.

Ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ.

Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἒνεκεν.

Μετά πατρικῶν εὐχῶν καί τῆς ἐν Κυρίῳ ἀγάπης

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ


 

 Ο ΠΑΤΡΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ