Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

Το "κατά νουν" αμάρτημα που δεν συνειδητοποιούμε - π. Τιμόθεος Παπασταύρου



ΚΥΡΙΑΚΗ  ΕΚΤΗ  ΜΑΤΘΑΙΟΥ  (8  ΙΟΥΛΙΟΥ  2018)

ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν” (Ματθ. Θ΄ 4).

Ἡ ἀπαραβίαστη σκέψη.

Ὅταν ὁ Πανάγιος Θεός, ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, τοῦ ἔδωσε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο τὸν διαφοροποιοῦσε ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ἔμβια κτίσματα. Τοῦ ἔδωσε τὸν λόγον, δηλαδὴ τὴν λογικήν, μὲ τὴν ὁποίαν τὸν καλοῦσε νὰ κυριεύσῃ ὅλης τῆς κτίσεως καὶ νὰ δραστηριοποιεῖται καὶ νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ Θεῖον ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν συνάνθρωπόν του. Τοῦ ἔδωσε τὴν λογικὴν γιὰ νὰ μπορῇ νὰ σκέπτεται καὶ νὰ διανοῇται, νὰ διαλογίζεται καὶ νὰ προμελετᾷ τὶς πράξεις του, νὰ κρίνῃ καὶ νὰ διακρίνῃ τὸ καλὸν καὶ τὸ κακὸν καὶ ἐν τέλει διὰ νὰ ἀποφασίζῃ τὸ πρέπον. Μὲ τὴ λογική, ὁ Θεὸς δίδει εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν ἐλευθερία, νὰ ἀποφασίζῃ καὶ νὰ πράττῃ ὅ, τι θέλει καὶ νὰ κινῇται ἀκόμη καὶ ἐχθρικὰ ἀπέναντι στὸν Θεόν.
Μαζί, ὅμως, μὲ ὅλα αὐτά, ἔδωσε ὁ Κύριος εἰς τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ ἀπόρρητον καὶ ἀπαραβίαστον εἰς τοὺς λογισμούς του. Τοῦ ἔδωσε, δηλαδή, τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτεται καὶ νὰ μὴν γνωρίζῃ κάποιος δίπλα του, τί ἀκριβῶς σκέπτεται. Οὔτε κἂν καὶ αὐτὸς ὁ Διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίζῃ τὴν σκέψη τοῦ ἀνθρώπου. Νὰ δημιουργῇ λογισμοὺς καὶ ἔννοιες ... μπορεῖ˙ νὰ γνωρίζῃ ὅμως τὴν σκέψιν ... δὲν μπορεῖ. Μόνος ὁ Θεός, ὁ “ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς” (Ψαλμ. Ζ΄ 10), εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ γνωρίζῃ μὲ ἀπόλυτον ἀκρίβειαν τοὺς λογισμοὺς τῶν ἀνθρώπων. Μόνον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ κρυβῇ, ἀλλὰ θὰ πρέπῃ νὰ γνωρίζῃ ὅτι, “οὐκ ἔστι κτίσις ἀφανὴς ἐνώπιον αὐτοῦ, πάντα δὲ γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ” (Ἐβρ. Δ΄ 13).

Τό, “κατὰ νοῦν”, ἁμάρτημα.

Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἁμάρτησε μέσα εἰς τὸν Παράδεισον, ἔχασε ὅλη ἐκείνη τὴν Οὐράνια δόξα ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ὁ Κύριος ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς δημιουργίας του. Δὲν ἦταν αὐτὸς ποὺ βλέπουμε σήμερα. Σήμερα ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ “πεπτωκώς”, ὁ φιλαμαρτήμων, ὁ κλίνων πρὸς τὸ κακὸ καὶ τὴν ἁμαρτία, εἶναι, ὁ μονίμως “ρερυπωμένος” ποὺ ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐκ Θεοῦ καθάρσεως. Τότε, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὁ ἀναμάρτητος καὶ τέλειος καὶ εἶχε μόνο τὴν δυνατότητα νὰ ἁμαρτήσῃ, δυνάμει τῆς ἐλευθερίας του. Συνεπῶς ἡ ἁμαρτία, πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως, μολύνει τὸν ἄνθρωπο καὶ οὐδεμίαν στιγμὴν δύναται οὗτος νὰ αἰσθανθῇ ἀπολύτως καθαρὸς ἀπέναντι τοῦ Κυρίου. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Θεῖος Λόγος μᾶς βεβαιώνει, τίς καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν τὴν καρδίαν; ἢ τίς παρρησιάσεται καθαρὸς εἶναι ἀπὸ ἁμαρτιῶν;” (Παροιμ. Κ΄ 9).
Περισσότερον, ὅμως καὶ βαρύτερον, ἁμαρτάνει οὗτος διὰ τῆς σκέψεως καὶ τῶν λογισμῶν. Ἁμαρτάνει διὰ τῶν μελῶν τοῦ σώματος, ἀλλ’ αὗται αἱ ἁμαρτίαι περιστέλλονται κάπως ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ... φαίνονται καὶ γίνονται ἀντιληπταὶ καὶ ἀπὸ τοὺς γύρω μας. Ὅταν ὅμως ἡ ἁμαρτία συντελεῖται εἰς τὸν νοῦν του καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ περὶ ταύτης, ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται μίαν ἀσφάλειαν ἀλλὰ καὶ μίαν ἄνεσιν καὶ νομίζει κάποιες φορές, ὅτι οὔτε κἂν ... ἁμάρτησε! Αἰσθάνεται ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἐπιπλήξῃ, οὔτε κἂν καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία ἡ σύζυγός του, ἀφοῦ δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίζῃ τὸ περιεχόμενο τῆς ἁμαρτωλῆς φαντασίας του. Νομίζει ὅτι, - “ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς” - μπορεῖ νὰ ποδοπατεῖ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα, ἐμφανῶς καὶ ἐκφώνως, ἴσως ὑπερασπίζεται καὶ μάχεται ὑπὲρ αὐτῶν! Ὅμως ἡ εὐθεῖα παρέμβασις τοῦ Κυρίου εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς λογισμοὺς τῶν γραμματέων ποὺ παρακολουθοῦν τὸ θαῦμα, μᾶς δίδει νὰ καταλάβωμεν, ὅτι ὑπάρχει ὁ Παντογνώστης Θεός, ποὺ ὅπως προείπωμεν γνωρίζει ἀκόμη καὶ τὴν παραμικροτέραν λεπτομέρειαν τῶν λογισμῶν καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν μας.
“Καὶ ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;” (Ματθ. Θ΄ 4). Ἁμαρτάνομεν, συνεπῶς καὶ διὰ τῆς σκέψεως! Καὶ ὄχι ἁπλῶς ἁμαρτάνωμεν, ἀλλά, κατὰ τὸν Θεῖον Λόγον, ἁμαρτάνομεν, ἰσαξίως καὶ ἰσοβαρῶς μὲ τὴν πραγματουμένην ἁμαρτίαν. Δὲν ἁμαρτάνει μόνον ὁ κλέπτης ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἐπιθυμεῖ τὴν κλοπὴ καὶ ἁπλᾶ δὲν δύναται νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ. Δὲν παραβαίνει τὸν Θεῖον Νόμον, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος βλασφημεῖ καὶ αἰσχρολογεῖ, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει εἰς τὸν νοῦν καὶ τὴν σκέψιν του, νὰ δέχωνται βλασφήμους λογισμοὺς καὶ πρόστυχες ἐκφράσεις. “Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ.” (Ματθ. Ε΄ 28).

Ἡ διόρθωσις τοῦ ἁμαρτήματος.

Εἰς τὰς πτώσεις του καὶ τὰς ἁμαρτίας του, ὁ ἄνθρωπος, καὶ πέραν τῶν τόσων “ἀρνητικῶν” ποὺ δημιουργεῖ ἡ παράβασις τοῦ Θείου Νόμου εἰς τὸ ἐσωτερικόν του ἀλλὰ καὶ ἐν γένει εἰς τὴν ζωή του, ἔχει καὶ ἕνα πολὺ ἰσχυρὸ πλεονέκτημα. Ὁ Κύριος, τοῦ ἔχει δώσει τὴν δυνατότητα, νὰ δύναται νὰ διορθώνῃ τὰς ἁμαρτίας του καὶ διὰ τῆς χάριτος τοῦ μυστηρίου τῆς Μετανοίας καὶ Ἐξομολογήσεως, νὰ ἐπανέρχεται εἰς τὴν τέλειαν ἀναμαρτησίαν, ἐκείνην ποὺ τοῦ ἐδόθη κατὰ τὴν ὥραν τῆς Βαπτίσεώς του. Διὰ τῆς συγχωρήσεως ποὺ δίδεται ἐκ τοῦ Κυρίου καὶ μέσῳ τοῦ πνευματικοῦ Πατρός, ὁ ἁμαρτωλὸς ἀναγεννᾶται καὶ καθαρίζεται ἐκ τοῦ ρύπου τῆς ἁμαρτίας. Τοῦτό δε,  δὲν γίνεται μόνον μίαν φορὰν ἢ δύο, ἀλλὰ ὅσες φορὲς θέλει ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος. “Ὁσάκις ἂν πέσῃς, ἔγειραι καὶ σωθήσει”, λέγει διά τινος εὐχῆς τοῦ Μυστηρίου τοῦ Εὐχελαίου, ἡ Ἐκκλησία μας εἰς τὸν ἑκάστοτε ἁμαρτάνοντα. Ἡ ὅποιαδήποτε ἁμαρτία, δὲν ἔχει πλέον κυριαρχικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν ἄνθρωπον – ὅπως συνέβαινεν τοῦτο εἰς τὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχήν, - ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος κυριαρχεῖ ἐπὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ δύναται, διὰ τῆς μετανοίας, νὰ τὴν σβύνῃ καὶ τὴν ὑπερνικᾷ.
Τοῦτο, συνεπῶς, ἂς εἶναι τὸ διαρκὲς βίωμά μας, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τήν κατὰ τὸ δυνατόν, ἐν παρρησίᾳ ἀπολογίαν μας “ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ”!
                                                                                              
Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
                                                                                          
Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Δεν υπάρχουν σχόλια: