Σάββατο 25 Αυγούστου 2018

Η αδυναμία και η απιστία των μαθητών... Η ανοχή του Θεού - Αρχιμ. Τιμόθεος Παπασταύρου



ΚΥΡΙΑΚΗ  ΔΕΚΑΤΗ  ΜΑΤΘΑΙΟΥ  (5  ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ  2018)

"ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;" (Ματθ. ΙΖ΄ 17)

 Ἡ ἀδυναμία τῶν μαθητῶν.

Ὁ Κύριος εὑρίσκεται εἰς τὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ μεταμορφοῦται ἔμπροσθεν τῶν τριῶν μαθητῶν του καὶ κάτω εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ βουνοῦ, εὑρίσκονται οἱ ὑπόλοιποι ἑννέα μαθηταί. Ἐκεῖ ἔρχεται ἕνας ταλαίπωρος πατέρας, σύρων τὸν δαιμονιζόμενον υἱόν του καὶ ἀναζητῶν τὸν Κύριον διὰ νὰ τὸν θεραπεύσῃ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Κύριος εὑρίσκεται εἰς τὸ ὄρος, θεωρεῖ αὐτονόητον, νὰ καλέσῃ τοὺς ἑννέα μαθητάς, νὰ θεραπεύσουν ἐκεῖνοι τὸν δαιμονιζόμενον νέον. Οἱ μαθηταί, θεώρησαν "ἁπλῆν διαδικασίαν" τὸ νὰ ἐπιτιμήσουν τὸν ἀπεχθῆ διάβολον, ἐπειδὴ τόσον εὔκολα θεράπευε ὁ Κύριος τέτοιους δαιμονιζομένους. Διεψεύσθησαν ὅμως! Προσπάθησαν κατ' ἐπανάληψιν νὰ διώξουν τὸν δαίμονα, ἀλλ' εἰς μάτην.
Οἱ μαθηταὶ ἀντιλαμβάνονται, ἀφ' ἑνὸς μέν, ὅτι ἔχουν νὰ κάνουν μὲ ἕνα πανίσχυρον πρόσωπον ποὺ δὲν εἶναι διατεθειμένον νὰ ὑπακούσῃ στὶς ἀδύναμες ἐπιτημήσεις τους καὶ ἀφ' ἑτέρου, ὅτι δὲν διαθέτουν τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Διδασκάλου των. Νιώθουν πολὺ μικροί, μπροστὰ σὲ ἕνα γίγαντα. Ἀναγκάζονται νὰ περιμένουν καὶ αὐτοί, νὰ κατέβη ὁ Κύριος˙ καὶ ὅταν ἦλθε καὶ ἔσπευσε ὁ πατέρας τοῦ παιδίου νὰ τὸν παρακαλέσῃ καὶ νὰ τὸν πληροφορήσῃ διὰ τὰ ὅσα προηγήθησαν, "Ἀποκριθεὶς ... ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;" (Ματθ. ΙΖ΄ 17).  Στὴ συνέχεια, βέβαια, "ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης" (Ματθ. ΙΖ΄ 18). Ἔτσι, μὲ τὴν ἴδια εὐκολία ποὺ πάντα ἐνεργοῦσε τὰ ποικίλα θαύματά Του.
Πλησιάζουν, ὅμως, κάποια στιγμὴ καὶ ἐρωτοῦν τὸν Χριστόν: "διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό;" (Ματθ. ΙΖ΄ 19) καὶ ὁ Κύριος τοὺς ἀπαντᾶ: "διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν" (Ματθ. ΙΖ΄ 20).

Ἡ ἀπιστία.

Εἶναι ἆραγε οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ, ἄπιστοι; Μήπως, αὐτὸ ποὺ τοὺς εἶπε ὁ Χριστός, ἦταν μία λεκτικὴ ὑπερβολή; Πρέπει νὰ γνωρίζῳμε ὅτι ὁ Κύριος, ὡς ὁ μόνος τέλειος καὶ ἀναμάρτητος, δὲν εἶπε ποτέ, εἴτε λάθος, εἴτε ψέμμα, εἴτε ὑπερβολή! Πάντοτε εἶπε τὴν ἀλήθεια καὶ μάλιστα ὄχι στὴν σχετικότητά της - ὅπως τὴν λέγομεν ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι, - ἀλλὰ εἰς τὴν τελειότητά της. Ἐπανερχόμαστε λοιπόν, εἰς τὸ ἐρώτημά μας. Εἶναι, ἐν προκειμένῳ, οἱ μαθηταὶ "ἄπιστοι"; Διὰ νὰ δώσωμεν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ συγκεκριμμένον ἐρώτημα, θὰ πρέπῃ νὰ ἴδωμεν τί σημαίνει ἡ λέξις "ἀπιστία".
Οἱ πολλοὶ χριστιανοί, ἔχοντες νοθεύσει τὴν σημασίαν τοῦ ὅρου "πίστις", παρεχάραξαν - καὶ τοῦτο εἶναι αὐτονόητον, - καὶ τὶς ὁμόρριζες λέξεις, "ἀπιστία", "δυσπιστία", "ὀλιγοπιστία". Συνεπῶς, ἐφ' ὅσον "πίστις" δι' αὐτοὺς, εἶναι μία τυπικὴ καὶ μόνον παραδοχὴ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, "ἀπιστία", κατὰ τὴν ἐπιπόλαιη ἄποψή τους, εἶναι ἡ ἄρνηση καὶ ἀπόρριψις τοῦ Θεοῦ. Εἰς τὴν παροῦσαν ὅμως περίπτωσιν, ὁ Κύριος λέγοντας τὴν λέξιν "ἀπιστίαν" πρὸς τοὺς μαθητάς Του, σίγουρα ἐννοεῖ κάτι πολὺ βαθύτερο καὶ οὐσιαστικότερο. Εἶναι δέ, βέβαιον, ὅτι "ἄπιστον" δὲν ἐννοεῖ μόνον, ἐκεῖνον ποὺ ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ εἰς τὸν ὅρον τοῦτον, περιλαμβάνει καὶ πολλοὺς ἄλλους.
"ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν". Ἐγράψαμεν προηγουμένως τὸ συγκεκριμμένον ἐδάφιον, ἀλλὰ τὸ ἐπισημαίνομεν καὶ πάλιν, διότι εὔκολα ἀντιλαμβάνεται ὁ καθένας, τὸ πῶς ἐννοεῖ ὁ Κύριος, τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀπιστίαν. Πίστις, εἶναι, ἡ ἀπόλυτος ἐκείνη ἐμπιστοσύνη, ὄχι εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ εἰς τὴν δύναμιν Αὐτοῦ. Πίστιν ἔχει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐμπιστεύεται ἀπολύτως τὸν Παντοδύναμον Θεὸν καὶ εἰς οἵανδήποτε περίστασιν δύναται νὰ ψελίζῃ ἀπὸ καρδίας, "γενηθήτω τὸ θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς" (Ματθ. ΣΤ΄ 10). Ἀντιστρόφως δέ, "ἀπιστία" σημαίνει, ἡ ἐμπιστοσύνη εἰς τὴν ἰδικήν μας ἀνύπαρκτον δύναμιν, καὶ ἡ ἀποστροφή μας ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Παναγάθου Πατρός. Διὰ νὰ μᾶς ἀποτρέψῃ δὲ ὁ Κύριος, ἀπὸ μίαν τοιαύτην καταστροφικὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ἑαυτόν μας, μᾶς διευκρίνησεν ὅτι, "Καθς τ κλμα ο δναται καρπν φρειν φ' αυτο, ἐὰν μ μεν ν τ μπλ, οτως οδ μες, ἐὰν μ ν μο μενητε. γ εμι μπελος, μες τ κλματα. μνων ν μο κγ ν ατ, οτος φρει καρπν πολν, τι χωρς μο ο δνασθε ποιεν οδν" (Ἰωάν. ΙΕ΄ 4-5). Αὐτὴ εἶναι ἡ ζητουμένη, ἀπὸ τὸν Θεόν, πίστις μας˙ ἡ ἀπόλυτος ἐξάρτησίς μας ἀπ' Αὐτόν.

Ἡ ἀνοχὴ τοῦ Θεοῦ.

"Μέχρι πότε θὰ σᾶς ἀνέχομαι;" Ἀκούεται σὰν βαρειά ἀγανάκτησις, ὁ Λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου˙ καὶ ὄχι μόνον ἀκούεται, ἀλλὰ καὶ εἶναι ...! Βεβαίως, ἡ ἀνοχὴ τοῦ Κυρίου εἶναι ἄπειρος καὶ δὲν περιορίζεται μέσα σὲ συγκεκριμμένα ὅρια. Ὅμως ὅταν, τόσον ἔντονα καὶ ἁπτά, μὲ τόσα θαύματα, μὲ τόσην διδασκαλίαν, παραμένομεν δύσπιστοι καὶ ἄπιστοι καὶ παλεύομεν νὰ ἐπιλύσωμεν τὰ διάφορα προκύπτοντα προβλήματα, παραθεωροῦντες τὴν παρουσίαν καὶ δύναμιν τοῦ Θεοῦ, τότε ἂς φοβούμεθα μήπως κάποια στιγμή, "τελειώσει" ὁ χρόνος τῆς ἀνοχῆς! Ἂς θυμηθοῦμε ἐδῶ, τὸ γιατί ὁ Θεὸς ἐπωνόμασε τοὺς Ἰσραηλίτας, "σκληροτραχήλους καὶ ἀπεριτμήτους τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὡσίν" (Πράξ. Ζ΄ 51). Τόσον ἔντονος ἦτο ἡ παρουσία Του καὶ τὸ ἐνδιαφέρον Του διὰ τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὥστε δὲν ὑπῆρχε πλέον καμμία δικαιολογία διὰ τὴν σκληρὰν καὶ βλάσφημον στᾶσιν των ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ.
Κάποιες στιγμές, μέσα στὴν θρησκευτική μας ἱστορία, ὁ Κύριος "ἐσκλήρυνε" τὴν στᾶσιν Του ἀπέναντι εἰς τὸν ἄνθρωπον. Εἰδικῶς δέ, εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν προαναφερθέντων σκληροταχήλων Ἐβραίων, ὁ Θεϊκὸς "πέλεκυς" ἔπεσεν βαρύτατος ἐπὶ τὰς κεφαλάς των. Εἰς τὰ Σόδομα καὶ Γόμμορα καὶ τὰς περὶ αὐτάς, πόλεις, μὲ τοὺς δηλητηριώδεις ὄφεις ἐν τῇ ἐρήμῳ, μὲ τὴν φρικτὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος καὶ εἰς ἄλλας παρομοίας περιπτώσεις ἢ καὶ σκληροτέρας.
Εἴθε, ἡ ἀγάπη Του νὰ μετριάζῃ τὴν δικαίαν ὀργήν Του καὶ εἴθε ἡ πίστις ἡμῶν νὰ συντελῇ πρὸς τοῦτο.  
                                                                              
Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
                                                                      
Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Τρίτη 21 Αυγούστου 2018

Η "απουσία" της Εκκλησίας.



Η Ελλάδα της βαθιάς, σύνθετης και πολυεπίπεδης κρίσης των τελευταίων ετών, έζησε το διαρκές ατύχημα της ένδειας ηγετικών προσωπικοτήτων.
Της παρακμής της απουσίας.
Από την πολιτική, μέχρι την οικονομία, και από τον λεγόμενο πνευματικό κόσμο, μέχρι την Εκκλησία, η Ελλάδα της κρίσης είναι μια ορφανή χώρα.
Μια χώρα η οποία, κοιτάζει γύρω της με απόγνωση, και αδυνατεί να φρενάρει την αγωνία της αναζήτησης, σε εκείνους που θα την έπαιρναν από το χέρι, προκειμένου να την οδηγήσουν πέρα και μακριά από την εθνική κρίση.
Από την εθνική τραγωδία των Μνημονίων.
Με αφορμή τον πρόσφατο εορτασμό της συγκλονιστικής εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, θα ήταν χρήσιμο να σταθούμε λίγο περισσότερο στην παρουσία της Εκκλησίας.
Ή μάλλον, στην «απουσία» της.
Μια Εκκλησία η οποία, στα χρόνια της εθνικής καταστροφής της διαρκούς κρίσης, λειτούργησε ως ένας από τους μεγάλους επιταχυντές του εθνικού αδιεξόδου, ενώ θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο λυτρωτικής λύσης.
Άλλωστε, ανεξαρτήτως του πόσο παραδέχονται αρκετοί ότι διατηρούν σχέση και επαφή με την πίστη, η κοινωνία μας διατηρεί τη συγκεκριμένη έννοια, βαθιά ριζωμένη μέσα της.
Ακόμη και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι λειτουργοί της αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων, η καρδιά δακρύζει, κάθε φορά που βρίσκει το κουράγιο να επιτρέψει στα μάτια να κοιτάξουν εκεί ψηλά.
Σε αυτά τα δύσκολα και επώδυνα χρόνια της κρίσης, η Εκκλησία δεν κατάφερε να συντονίσει τον βηματισμό της με τις ψυχικές προτεραιότητες μιας κοινωνίας η οποία, διψούσε για πνευματική στοργή.
Ελάχιστοι ιεράρχες όρθωσαν ανάστημα. Και όσοι επιχείρησαν να το κάνουν, το έκαναν διστακτικά, χωρίς να κατανοούν τις πραγματικές ανάγκες μιας κοινωνίας η οποία, αναζητεί κάτι περισσότερο και πιο ουσιαστικό, από συσσίτια και αγαθοεργείες. Χρειάζεται κάτι παραπάνω.
Στα χρόνια του μακαριστού Χριστόδουλου, η Εκκλησία ήταν παρεμβατική. Όπως θα έπρεπε και οφείλει να είναι. Φυσικά, δήθεν και αυτοαποκαλούμενοι «εκσυγχρονιστές» και «προοδευτικοί», έσπευσαν να κακοποιήσουν εκείνη την περίοδο. Και να επιχειρηματολογήσουν υπέρ μιας Εκκλησίας σιωπηλής. Τρομαγμένης. Περιθωριοποιημένης.
Έτσι, το κενό που άφησε η Εκκλησία, επιχειρούν να το καλύψουν άλλα… εθνικά ατυχήματα. Τα άκρα και οι ακρότητες. Οι υστερίες και οι κήρυκες εθνικού διχασμού, που διατρέχουν οριζόντια το πολιτικό σύστημα, με κοινό στοιχείο ταυτότητας την αλλεργία προς τη μετριοπάθεια.
Εκεί ακριβώς εντοπίζεται το ασυγχώρητο της φοβικής προσέγγισης και συμπεριφοράς της σημερινής Εκκλησίας και πολλών ιεραρχών.
Κρύφτηκαν από την κοινωνία. Κρύφτηκαν από τις πραγματικές εθνικές προτεραιότητες. Κρύφτηκαν από την Ιστορία.
Εξαίρεσαν τον εαυτό τους από το φως. Εκείνο που, στο τέλος νικάει πάντα το σκοτάδι.

Του Μάνου Οικονομίδη. 
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Αξία”, το Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Ποιος θεωρείται "πλούσιος"; - Αρχιμ. Τιμόθεος Παπασταύρου


ΚΥΡΙΑΚΗ  ΔΩΔΕΚΑΤΗ  ΜΑΤΘΑΙΟΥ  (19  ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ  2018)

" ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται
εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν." (Ματθ. ΙΘ΄ 23)

Τὸν Χριστὸ ἢ τὸν "μαμωνᾶ;  

Ἕνας πλούσιος πλησιάζει τὸν Κύριο. Φαίνεται καλὸς καὶ εὐλαβὴς καὶ θέλει νὰ μάθῃ ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ Διδάσκαλο, τί πρέπει νὰ πράξῃ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν αἰώνιον ζωήν. Ὁ Ἰησοῦς, μὲ πολὺ ὀλίγα λόγια, τοῦ συνιστᾷ νὰ τηρῇ τὶς ἐντολὲς τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου. Ἐκεῖνος ὅμως, ζητεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ τοῦ ὑποδείξῃ κάποιες συγκεκριμμένες˙ καὶ ὁ Κύριος, τοῦ ἀναφέρει ἐνδεικτικῶς, κάποιες ἐκ τῶν δέκα ἐντολῶν τοῦ "Δεκαλόγου". Χάρηκε ὁ πλούσιος μὲ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Διδασκάλου, ἔχοντας μέσα του τὴν βεβαιότητα ὅτι ... ἤδη εὑρίσκεται εἰς τὸν Παράδεισον. "πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ;" (Ματθ. ΙΘ΄ 20), ἀπήντησε εἰς τὸν Χριστόν, νιώθοντας ὅτι θὰ ἐπαινεθῇ πρὸς τοῦτο ἀπὸ Αὐτόν. Ὅμως ὁ "γινώσκων τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων", διακρίνει, ὅτι ὁ πλούσιος κάπου "χωλαίνει"!
Ἡ καρδία του, εἶναι ὑποδουλωμένη εἰς τὰ πλούτη του καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, γίνεται ἁπλᾶ ὡς τυπικὴ διαδικασία. Τηρεῖ μὲν κάποιες ἐντολές, χωρὶς ὅμως τὴν τελείαν ἀγάπην πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὸν πλησίον. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Διδάσκαλος στὴν συνέχεια, τοῦ ὑποδεικνύει "ἐκείνην τὴν τελείαν πρᾶξιν" διὰ τῆς ὁποίας, ὄντως, θὰ ἀποδείξῃ τὰς δύο ὡς ἄνω "ἀγάπας". "Ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι." (Ματθ. ΙΘ΄ 21). Ἀκούει τὴν Θείαν αὐτὴν ὑπόδειξιν, μὲ ἀπογοήτευσιν. Ἐνῶ περίμενε τὸ ἐγκώμιον τοῦ Κυρίου, βλέπει ὅτι ἐκεῖνο ποὺ τώρα τοῦ ζητεῖται, εἶναι ... ἀκατόρθωτον. Δὲν ἀντέχει ἄλλο ... κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν καὶ γι' αὐτὸ φεύγει "λυπούμενος". Δὲν προτίθεται νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰ πλούτη του, οὔτε ἀκόμη καὶ πρὸς χάριν τοῦ Κυρίου.

Ποῖος εἶναι ὁ "πλούσιος";

Ὑπῆρξαν ἀλλὰ καὶ ὑπάρχουν πολλὲς ἐνστάσεις, ὡς πρὸς τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, "ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν." (Ματθ. ΙΘ΄ 23-24). Καὶ γεννῶνται κάποια ἐρωτήματα: Ποῖος εἶναι ὁ "πλούσιος"; Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει πολλά; καὶ πόσα εἶναι τὰ "πολλά"; Ἀπὸ πόσα καὶ πάνω πρέπει νὰ ἔχῃ κάποιος γιὰ νὰ λέγεται "πλούσιος" καὶ ἀπὸ πότε συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν πτωχῶν; Πότε ἀρχίζει νὰ διευρύνεται "πύλη ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωὴν" καὶ πότε αὐτὴ γίνεται "τρύπημα ραφίδος";
Ἤδη ἐδώσαμεν σχετικῶς τὴν ἀπάντησιν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ γίνομεν σαφέστεροι. Ἐν πρώτοις, ἂν κοιτάξωμεν εἰς τὰς τάξεις τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ εὕρωμεν καὶ Ἁγίους οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, πλούσιοι καὶ εὐκατάστατοι. Θὰ ἴδωμεν, Βασιλεῖς καὶ Βασιλίσσας, πλουσίους καὶ εὐγενεῖς, ἄρχοντας καὶ εὐμαρεῖς κατὰ κόσμον. Θὰ συναντήσωμεν, τοὺς πλουσίους εἰς τὸν κόσμον τοῦτον, Ἀββραὰμ, Ἰσαάκ, Ἰακώβ, Ἰώβ, Δαυΐδ κ. ἄ. Μετὰ δὲ τὸν Χριστόν, τὸν Αὐτοκράτορα Θεοδόσιον, τὴν Βασίλισσαν Ὄλγαν, τὴν ἐπίσης Βασίλισσαν Θεοφανώ, καὶ ἄλλους καὶ ἄλλους ἁγίους ποὺ εἶχαν περισσότερα καὶ ἀπὸ τὰ ... πάντα.
Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ καταλάβωμεν, φίλοι ἀναγνῶστες, ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν περικοπήν, ὁ Κύριος δὲν φέρεται κατὰ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ἄλλωστε εἶναι αὐτὸς ποὺ μᾶς τὰ δίδει καὶ ἔχει ὑποσχεθεῖ κατ'ἐπανάληψιν ὅτι θὰ μᾶς τὰ αὐξάνῃ καὶ θὰ τὰ ἑκατονταπλασιάζῃ. "Καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει." (Ματθ. ΙΘ΄ 29). Τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀνθρώπου καὶ οὐδαμοῦ στὴν Ἁγία Γραφή, καταδικάζεται ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συμβαίνει νὰ τὰ ἔχῃ.

Ἡ ἐξάρτησίς μας.
Ἐκεῖνο ποὺ καυτηριάζει καὶ καταδικάζει ἐδῶ ὁ Κύριος, εἶναι ἡ ἀφοσίωσίς μας εἰς αὐτὰ καὶ ἡ ἐξάρτησίς μας ἀπὸ αὐτά. Πότε ὁ Χριστὸς μᾶς συνέστησε νὰ μὴν χρησιμοποιοῦμε τὰ χρήματα διὰ τὶς καθημερινές μας ἀνάγκες; Δὲν ἐνθυμούμεθα ὅλοι, ὅτι εἰς τοὺς μαθητὰς τοῦ Κυρίου, ὑπῆρχεν πάντοτε τὸ "γλωσσόκομον", ἐκ τοῦ ὁποίου ἀνεφοδιάζοντο εἰς τὰ τῶν ἀναγκῶν των οἱ Ἀπόστολοι; Δὲν θὰ μποροῦσε ἆραγε ὁ Κύριος νὰ ἐκτρέφῃ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς ἐνδύῃ καὶ γενικῶς νὰ τοὺς συντηρῇ μὲ θαυματουργικὸν τρόπον, ἂν ἤθελε νὰ μᾶς διδάξῃ τὴν ἀπέχθειά Του πρὸς τὰ χρήματα; Καὶ ἂν εἶπε εἰς τὸν Ματθαῖον νὰ ἀφήσῃ τὸ τελώνιον καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ (Ματθ. Θ΄ 9), καὶ ἂν εἴδομεν σήμερον νὰ συνιστᾷ εἰς τὸν πλούσιον νὰ πωλήσῃ τὴν περιουσία του καὶ νὰ τὴν διανείμη στοὺς πτωχούς, καὶ ἂν ἐκάλεσεν κάποιους ἐκ τῶν μαθητῶν Του νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ πάντα καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσουν, "ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν;" (Ματθ. ΙΘ΄ 27) , τοῦτο δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν τῆς πλήρους ἀποστροφῆς πρὸς τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ τὴν πρόθυμον παράβλεψιν καὶ ἐγκατάλειψιν αὐτῶν, προκειμένου νὰ ἐμπιστευθοῦμε τὴν δύναμιν τοῦ Κυρίου.
Νὰ μὴν νομίσουμε, δηλαδή, ὅτι ἡ ζωή μας καὶ ἡ συντήρησίς μας, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ ὑλικὰ αὐτὰ πράγματα καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἂν κατεδίκασεν ὁ Κύριος τὸν πλοῦτον καὶ τὴν ἐν γένει εὐμάρειαν, τὸ ἔκανε διότι οἱ ἄνθρωποι εὔκολα παραδίδονται εἰς ἐκεῖνα ποὺ βλέπουν καὶ ἔχουν, παρὰ εἰς ὅσα ὑπόσχεται ὁ Θεός. Τοῦτο δὲν μᾶς ἐδίδαξεν ἆραγε καὶ εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ ἄφρονος πλουσίου; Ἂς θυμηθοῦμε τὰ λόγια τοῦ ἀνοήτου ἐκείνου ἀνθρώπου. "Κα επε· τοτο ποισω· καθελ μου τς ποθκας κα μεζονας οκοδομσω, κα συνξω κε πντα τ γενματ μου κα τ γαθ μου, κα ρ τ ψυχ μου· ψυχ, χεις πολλ γαθ κεμενα ες τη πολλ· ναπαου, φγε, πε, εφρανου." (Λουκ. ΙΒ΄ 18-19). Τὰ πάντα τὰ εἶχεν ἐναποθέσει εἰς τὴν πληθώραν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν.

"Μὴ θησαυρίζετε θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς" (Ματθ. ΣΤ΄ 19).

Τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ μᾶς ἐδόθησαν ἀπὸ τὸν Θεόν, πρῶτον μὲν διὰ τὰς ἐλεημοσύνας μας - κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρας, - καὶ δεύτερον διὰ τὴν στοιχειώδη σωματικήν μας συντήρησιν. Ἐὰν δὲν ἰδοῦμε ἔτσι τὰ ἐπὶ τῆς γῆς ὑλικὰ πράγματα καὶ δώσωμεν εἰς αὐτὰ τὴν καρδιά μας, δὲν πρόκειται νὰ ἴδωμεν ποτέ τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. "ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν." (Ματθ. ΣΤ΄ 21). 
                                                                                 
Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
                                                                      
Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2018

Η περίπτωση της Μονής Αγίας Τριάδας Ν. Βουτζά - Ο ναός που έμεινε ανέπαφος από τη φωτιά!!!



«Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια (μόνος)» (Ψαλμ. 76,14-15). Η περίπτωση της Μονής Αγίας Τριάδας Ν. Βουτζά.


Ονομάζομαι Ασπασία Βερβαρέσου. Είμαι στρατιωτικός εν αποστρατεία στην Π.Α. Με πόνο και συντριβή παρακολουθήσαμε αυτές τις ημέρες την φονική φωτιά της Δευτέρας 23 Ιουλίου 2018, που δεν άφησε τίποτα όρθιο, ειδικά στο Μάτι και τον Ν. Βουτζά Αττικής. Την γυναικεία Ιερά Μονή Αγίας Τριάδας Ν. Βουτζάς, στο χώρο της οποίας συστεγάζεται και Γηροκομείο και Ορφανοτροφείο. Παιδιά ορφανά φιλοξενούνται σε κατάλληλους χώρους. Με την ευλογία του Θεού όλοι σώθηκαν, ακόμη και οι εθελοντές, που βοηθούν στη λειτουργία αυτού του πολυσύνθετου χωριού, ακόμη και οι εργαζόμενοι σε αυτό, χάρη στη μεθοδευμένη εκκένωση, που διέταξαν και επέβλεψαν οι παλαιότερες μοναχές και ο ευλαβής ιερέας τους π. Εμμανουήλ.
Ο ορισμένος τόπος είχε δοκιμασθεί και άλλες φορές από την φοβερή απειλή του πυρός. Έτσι είδαμε στα ΜΜΕ ότι αυτή την φορά σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι παλαιότερα, στις φλόγες παραδόθηκε το Λύρειο Ιδρυμα στο Νέο Βουτζά, με τους χώρους, που φιλοξενούσαν ορφανά παιδιά να είναι γεμάτοι αποκαΐδια. Το κτήριο, όπου ήταν τα κελλιά των μοναζουσών, καθώς στο ίδιο συστεγάζονταν και το Γηροκομείο, έχει κριθεί ακατάλληλο, αφού εκτός από σοβαρές ζημιές, που έχει υποστεί το κτίσμα, υπήρχαν και εξίσου σοβαρά και μεγάλα προβλήματα στην ύδρευση και την ηλεκτροδότηση. Οι φωτογραφίες είναι ενδεικτικές της ολοκληρωτικής καταστροφής στο ίδρυμα.
Το πρωί τις 1 Αυγούστου με ενημέρωσε ο π. Νεκτάριος Πέττας ότι μαζί με την αδελφή του Μαρία θα επισκευθούν την δοκιμασμένες μοναχές της Μονής της Αγίας Τριάδας Ν. Βουτζά και θα με έπερναν κοντά τους. Όλοι μας συνδεόμαστε με την Μονή, μάλιστα ιερές ευλογίες και προσωπικά αντικείμενα των αοιδίμων γονέων τους, π. Νικολάου Πέττα και της πρεσβυτέρας Ανθίας, δωρήθηκαν στην συγκεκριμένη Μονή προς αγιασμό των μοναχών και στήριξη των ορφανών παιδιών. Η αλήθεια είναι ότι τα δύο αδέλφια αγωνιούσαν να μάθουν για την τύχη αυτών των ιερών πραγμάτων των γονέων τους.
Όταν φθάσαμε στην Μονή ο ευγενέστατος θυρωρός κ. Κωνσταντίνος μας είπε για τις περιπέτειες από την μανία της φωτιάς, ενώ ήταν έντονη η μυρωδιά μέσα στους χώρους, στο ανυπόφορα απόκοσμο σκηνικό, που άφησε πίσω της η φωτιά με το χαλί από τις στάχτες και τους καμμένους κορμούς των δένδρων. Ωστόσο τόνισε ότι το καθολικό της Μονής, και σχεδόν όλα τα άλλα παρεκκλήσια έμειναν ανέγγιχτα. Τότε ρώτησε με αγωνία ο π. Νεκτάριος τι απέγιναν τα ιερά αντικείμενα. Μας είπε ότι απλώθηκε αμέσως σε όλη την ευρύτερη περιοχή η φωτιά και ότι κανένας δεν μπορούσε να πλησιάσει στην πυρκαγιά, γιατί υπήρχε φόβος να περικυκλωθεί από τη μανιασμένη φωτιά, γεγονός που δυστυχώς πολλοί κάτοικοι στο Μάτι το υπέμειναν θανατηφόρα.
Ωστόσο είχα αγωνία να δώ τι έγιναν το καντίλη και η φωτοφραφία του αειμνήστου λευιτικού ζεύγους Πέττα, που είχα φέρει κατά το παρελθών με την πνευματική μου αδελφή Γεωργία Θεοχαροπούλου στο Ναό της Παναγίας Ρόδο το Αμάραντο. Αξιωσημείωτο είναι ότι ο Ναός αυτός είναι ο καθημερινός Ναός των Μοναχών, διότι βρίσκεται στο τρίτο πάτωμα του κτηρίου, όπου ασκήτευαν οι Μοναχές. Ο θυρωρός δόξασε τον Θεό και μας έδειξε από έξω με λεπτομέρεια πως καταστράφηκαν τα τρία πατώματα, ενώ ο Ναός αυτός, που βρίσκεται στο κέντο του τρίτου πατώματος, περιτρυγιρισμένος από τα κελλιά των μονανουζών, έμεινε σχεδόν ανέπαφος.
Ο π. Νεκτάριος, για να ησυχάσει, όταν έφυγε ο θυρωρός για την υπηρεσία του πήρε τα κατάλληλα μέτρα βάζοντας καπέλα στα κεφάλια μας, διότι από την φωτιά έχει ανοίξει το κτήριο, τα μάρμαρα στις σκάλες ανοίξανε, και πέφτανε σοβάδες. Ακόμα και μέταλλο είδαμε ότι είχε λιώσει από την τεράστια θερμοκρασία.
Αριστερά του συγκροτήματος μία απαθρακωμένη χελώνα θύμιζε την δύναμη της φωτιάς, που καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά της. Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος ήταν στάχτη, ακόμα και τα μέταλα από τα αναπηρικά καρότσια των γεροντισσών είχαν λιώσει σε μερικά τμήματα.
Στο δεύτερο όροφο το ίδιο η φωτιά είχε κάνει και εκεί την ζημιά της, αφού τρεφόταν από τις πύρινες φλόγες των δύο χαμηλότερων πατωμάτων.
Σταθήκαμε τότε μπροστά στο Ναό της Παναγίας μας. Ήταν πράγματι κατά το μεγαλύτερο μέρος ανέπαφο. Όμως ιερά αντικείμενα, εικόνες,  φωτογραφίες, όπως της αγίας Σοφίας της Κλεισούρας και του αείμνηστου ζεύγους Πέττα, πράγματα μικρά και μεγάλα περισώθηκαν. Ακόμα και οι ιερές λειψανοθήκες. Όλα τα αντικείμενα είχαν σωθεί και καλυφθεί από μαυρίλα, αφού τα τζάμια από τις πόρτες και τα παράθυρα του παρεκκλησίου από την μεγάλη θερμοκρασία αλλοιώθηκαν.
Αυτό που έκανε να δοξάζουν για ακόμη μία φορά τον Θεό, τον πιστό ιερέα π. Εμμανουήλ, με τον οποίο μίλησε τηλεφωνικώς ο π. Νεκτάριος, καθώς και την καθηγουμένη μοναχή Μαρία, που συναντήσαμε στην συνέχεια κάτω από το Καθολικό της Μονής, είναι ότι έμεινε ανέπαφος ο Ναός, παρότι όλα τα πέριξ και κάτω από αυτό κελλιά καταστράφηκαν! Επισημειώνεται ενδεικτικά ότι ακριβώς δίπλα από το Ναό ήταν το κελλί της γερόντισσας Μακρίνας, από το οποίο μόνο στάχτη και αποκαΐδια αντικρίσαμε. Από τα σπασμένα τζάμια είδαμε ανέπαφα τα καλύματα της Αγίας Τράπεζας, το ξύλινο ραμποτε τέμπλο, επάνω στο οποίο σκεκόνταν ο Χριστός, η Θεοτόκος και οι Άγιοι. Ακόμη και η θαυμαστή εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, στην οποία είχε τοποθετήση ο π. Νεκτάριος λείψανο και άμφια του ιεράρχη έμεινε ανέπαφη (προβλ. https://leipsanothiki.blogspot.com/2017/01/511.html ).
Οι εικόμες των αγίων Παρθενίου και Σοφιανού, που είχε προσφέρει παλαιότερα ο π. Νεκτάριος, και είχε τοποθετήσει εκγόλπια με ιερά τους λείψανα, έμειναν ανέπαφες. Επίσης το ομοίωμα του Αγίου Γερασίμου του Νοταρά με τα τάματά του δεν καταστράφηκε.           Σημειώνεται ότι ο π. Νεκτάριος στις τρεις αυτές εινόνες είχε βάλει πλαστικό τζάμι (πλέξι κλας) που με την υψηλή θερμοκρασία έπρεπε τουλάχιστον να είχε λιώσει! Σίγουρα θα σώζεται στο ιερό Βήμα και η εφέστια εικόνα Παναγία μας, που είχε σωθεί από σπίτι της Κεφαλλονιάς κατά τους καταστροφικούς σεισμούς των Επτανησίων, και αφιέρωσε στην Μονή η μοναχή Ακακία.
Η φωτογραφία των ευεργετών μου, πατέρα Νικολάου και της πρεσβυτέρας Ανθίας έστεκε όρθια και φωτεινή, έχοντας πλησίον της την ιερή κανδήλα, που είχαμε κάψει στον τάφο τους για σαράντα ημέρες. Και σκεφτόμουν πώς η ευλογία της Άνασσας Παναγίας και τόσων αγίων θα επέτρεπε να καεί ο Ναός αυτός! (πρβλ. αγιοφάνεια http://www.diakonima.gr/2015/11/04/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CE%AE%CF%82-%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B1%CF%82/ ). Ένα τόσο αποκαλυπτικό μέρος πώς ήταν δυνατόν να μην διασωθεί από την τόση οργή της πυρκαγιάς!
Καταγράφω ότι ήταν τόση η θερμοκρασία, που αναπτύχθηκε στο κτήριο, ώστε την επόμενη ημέρα της φωτιάς ο εφημέριος με τον θυρωρό και τον Αριστείδη προσπάθησαν να ανέβουν στο κτήριο, για να δούν την καταστροφή και οι σόλες των παπουτσιών έλιωναν από το πύρωμα του δαπέδου.!!!
Πήγαμε και στο πρώην κελλάκι της γνωστής μου μοναχής Ακακίας, που βρίσκεται στο κάτω επίπεδο από το Ναό, στο τέρμα του διαδρόμου αριστερά. Τα πάντα αποκαΐδια. Μόνο ένα καντηλάκι με ένα κηροπήγιο ξεχώριζαν από την στάχτη. Τα αναγνώριζα ήταν τα ιερά αντικείμενα, που είχε στο εικονοστάσι των Αξίων, όπως ονομάζουμε το αείμνηστο κεκοιμημένο ζεύγος Πέττα. Μάλιστα το απέριττο αυτό ξύλινο εικονοστάσι είχε κατασκευασθεί με θαυμαστό τρόπο, στις διαστάσεις και άλλες λεπτομέρειες απίστευτες, που τις θυμώμαστε και βουρκώνουμε. Το ασημένιο αυτό καντηλάκι, καθώς και το κηροπήγιο το είχε η μοναχή, για να τα ανάψει κατά την επίσημη διακήρυξη της αγιότητας του ταπεινού αυτού ιερατικού ζεύγους Πέττα.
Θυμάμαι φέτος την πρωτομαγιά, που το είδα για τελευταία φορά, όταν έβαλα με την φίλη μου Γεωργία λουλούδια μπροστά από αυτό, η πρεσβυτέρα Ανθία αμέσως μειδίασε από την φωτογραφία και των δύο τους το πρόσωπο κοκκίνησε μέσα από την κορνίζα, σαν να ήταν ζωντανοί. Για του λόγου του αληθές αναρτώ και ορισμένες φωτογραφίες για αυτά, που καταθέτω προς δόξα του μεγάλου μας Τριαδικού Θεού. Στην μοναχή δεν έκαναν εντύπωση αυτά τα σημεία, διότι όσο και να το έκρυβε σαν πνευματικό μυστικό, καταλαβαίναμε ότι βίωσε πολλά σημεία μέσα από αυτό το «Ασκηταριάκη», όπως συνήθιζε να το αποκαλεί.
Οι αρμόδιοι της Μονής φρονώ ότι πρέπει να ξεδιαλέγουν στα κτήρια μέσα από τις στάχτες ό,τι μπορεί να συνδέεται με τις μνήμες της εποχής πριν την καταστροφή. Βιβλία, που διάβασαν μοναχές και τα παιδιά, φωτογραφίες από στιγμές χαράς, εικόνες, που μπροστά τους δάκρυσαν και προσευχήθηκαν. Οι άνθρωποι που τώρα πλέον θα μετρούν τη ζωή τους πριν τη φωτιά και μετά τη φωτιά, θα ψάχνουν στα αποκαΐδια να βρουν τα μικρά πράγματα, που σώθηκαν, ίσως για να αποτελέσουν την αρχή στη νέα τους ζωή.
Μετά από όλα αυτά, που κατατέθονται ταπεινά, εδώ πρέπει να αναφωνήσουμε λαικοί και ρασοφόροι: Ὤ τῶν Θαυμάτων Σου, Χριστέ Βασιλεῦ!
Κλείνοντας αναφέρω ότι το Λύρειο Παιδικό Ίδρυμα είναι ένα από τα μακρόβιότερα ιδρύματα φροντίδας παιδιών στην Ελλάδα. Λειτουργεί από το 1967 και έχει προσφέρει φροντίδα, περίθαλψη και εκπαίδευση σε περισσότερα από 500 παιδιά, χωρίς την υποστήριξη του επίσημου κράτους, χωρίς δημόσιες σχέσεις και τις παραδοσιακές οδούς της φιλανθρωπίας. Ένα άλλο διαφορετικό δεδομένο του συγκεκριμένου ιδρύματος, πέραν του ότι δεν έχει την υποστήριξη του κράτους, είναι ότι τα παιδιά δεν υποχρεώνονται να φύγουν, όταν ενηλικιωθούν. Μένουν εκεί «στην οικογένεια τους», έως ότου βρουν εργασία. Ακόμη όμως και αν ζήσουν αλλού, οι σχέσεις με τις μοναχές δεν διακόπτονται. Και όχι, αυτή δεν είναι μία ακόμη αγιογραφία. Είναι ό,τι συμβαίνει στη γωνιά του Νέου Βουτζά, που κάηκε για τρίτη φορά! Ο αγωνιστής Σεβ. Μητροπολίτης κ. Κύριλλος με την επικεφαλής της Μονής οσιωτάτη μοναχή Μαρία Καλεμή να λάβουν από άνωθεν δύναμη και καθοδήγηση, ώστε να αναπλασθεί αυτός ο μικρός παράδεισος για πολλές ψυχές.

Η ανάγκη της συγχωρήσεως - Αρχιμ. Τιμοθέου Παπασταύρου


ΚΥΡΙΑΚΗ  ΕΝΔΕΚΑΤΗ  ΜΑΤΘΑΙΟΥ  (12  ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ  2018).

"Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν
σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;" (Ματθ. ΙΗ΄ 33).

Ἡ ἀνάγκη τῆς συγχωρήσεως.

Ἕνας ὀφειλέτης ἑνὸς ἀμυθήτου ποσοῦ μυρίων ταλάντων, βλέπει ὅτι ὅσο πλησιάζει ἡ ἡμέρα ποὺ θὰ πρέπῃ νὰ ἐπιστρέψῃ τόσα χρήματα, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ συγκεντρώσῃ. Οὔτε κἂν τὰ μισά˙ οὔτε ἀκόμη λιγότερα. Εἶναι πτωχὸς καὶ ἡ ἐργασία του δὲν τοῦ ἐγγυᾶται τὴν παραμικρὴ ἀποταμίευση. Νιώθει ὅτι τὸ νῆμα τῆς ζωῆς του μικραίνει ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι ὁ δανειστής του δὲν πρόκειται νὰ τοῦ δώσῃ τὴν ἐλαχίστη παράταση ἀλλὰ καὶ ἡ ποινὴ σὲ τέτοιες περιπτώσεις εἶναι ... ὁ θάνατος. Σκέπτεται πόσο ἀνάγκη ἔχει τὴν μεγαλοψυχία τοῦ δανειστοῦ του καί, κοιμᾶται καὶ ξυπνάει μὲ τὸ ἴδιο ὄνειρο! Νὰ μποροῦσε νὰ τὸν συγχωρήσῃ ὁ δανειστής του! Νά μποροῦσε, ἔστω, νὰ πάρῃ μία παράταση ... ζωῆς! Ὅμως ἡ ἡμέρα τῆς ἐξοφλήσεως ἔφθασε καὶ τὰ ὄνειρα ... τελείωσαν! Πρέπει νὰ ἐξοφλήσῃ, ἀλλιῶς ...
Παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντος δανειστοῦ του καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια προσπαθεῖ νὰ ἐκθέσῃ τὴν ἀδυναμία του στὸ νὰ ἐξοικονομήσῃ ὅλα τὰ χρεωστούμενα καὶ νὰ ζητήσῃ μία προθεσμία γιὰ μιὰ ἀπέλπιδα, ἀκόμη, προσπάθεια! Ὁ δανειστής, ἐν πρώτοις, ἀπαιτεῖ τὰ χρήματά του καὶ ἀπειλεῖ μὲ κάθε κύρωσιν τὸν ὀφειλέτην του. Στὴν συνέχεια ὅμως, "λυγίζει" στὶς ἐκκλήσεις καὶ στὰ δάκρυά του˙ Αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς συγχωρήσεως ποὺ πρέπει νὰ δώσῃ εἰς τὸν ὀφειλέτην του καὶ ἀναλογίζεται ἴσως μιὰ ἀντίστοιχη θλιβερὴ κατάσταση γιὰ τὸν ἑαυτόν του. Βλέπει ὅτι ἡ ἐξόφλησις εἶναι ἀδύνατος, ἐκ μέρους τοῦ ταλαιπώρου ἐκείνου ἀνθρώπου καὶ τὸν συμπονεῖ. Ὄχι, δὲν τοῦ δίνει τὴν παράταση ποὺ ζητοῦσε, ἀλλὰ τοῦ χαρίζει ὅλα τὰ χρεωστούμενα! Ἑκατομμύρια καὶ ἴσως δισεκατομμύρια εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ὁ γενναιόψυχος ἐκεῖνος δανειστής, χάρισε, χωρὶς τὴν παραμικρὰ ἀπαίτηση, ἀπὸ τόν, ἕως ἐκείνην τὴν στιγμήν, ὀφειλέτην του.

Ἡ ἀπαράδεκτος καὶ ἀπεχθὴς συνέχεια.

Τί ἔκπληξις ὅμως! Ὁποία σκληρότης στὴν ἐξέλιξιν ὅλου αὐτοῦ τοῦ σκηνικοῦ! Καὶ σκληρότης, ἐκ μέρους ἐκείνου εἰς τὸν ὁποῖον ἐδείχθη ἡ ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεος! Σκληρότης ἀπὸ τὸν πρώην κατάδικον καὶ χρεώστην ἀλλὰ καὶ ἀποδέκτην τῆς ἀμέτρου καλωσύνης τοῦ δανειστοῦ.
Ἐξερχόμενος καὶ ὁδεύων πανευτυχὴς εἰς τὸν οἶκον του καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἐννοήσῃ πλήρως τὴν ἀγαθότητα ποὺ τοῦ ἐπεδείχθη, συναντᾷ κάποιον σύνδουλόν του ὁ ὁποῖος τοῦ ὄφειλε ἕνα ἀσήμαντον καὶ εὐτελὲς ποσὸν τῶν ἑκατὸν δηναρίων. Τὸν καλεῖ ἀμέσως καὶ ἀπαιτητικῶς νὰ τοῦ δώσῃ τὰ ὅσα τοῦ ὄφειλε καὶ ζητοῦντος ἐκείνου μίαν μικρὰν παράτασιν διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ ὀφειλόμενα, ὄχι μόνον δὲν ἐπιδεικνύει τὴν συγχώρησιν καὶ ἀγάπην τὴν ὁποίαν προαπήλαυσεν ὁ ἴδιος, ἀλλὰ "κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι. Ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον." (Ματθ. ΙΗ΄ 28-30).
Ἦτο φυσικὸν νὰ πληροφορηθῇ ὁ ἄρχων δανειστὴς τὰ διαδραματισθέντα καὶ διὰ τοῦτο καλεῖ ἀμέσως τὸν πρώην ὀφειλέτην του καὶ "λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με. Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; Καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ." (Ματθ. ΙΗ΄ 32-34).
Ἱκανοποιεῖται μὲ τὴν ὅλην ἐξέλιξιν, κάθε δίκαιος νοῦς καὶ κάθε δικαία καρδία καὶ ἀνακουφίζεται ψυχικῶς, διότι ἡ ἰδία ἡ συνείδησις καθοδηγεῖ τὸν ἄνθρωπον νὰ γνωρίζῃ ἀλλὰ καὶ νὰ εὐχαριστῇται μὲ τὴν ἀπόδοσιν καὶ τοῦ ἐλέους ἀλλὰ καὶ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ. Καθένας ἀκούων τὴν διδακτικοτάτην αὐτὴν παραβολὴν τοῦ Κυρίου, συμφωνεῖ καὶ χαίρεται ἀφ' ἑνὸς καὶ συγκινεῖται, μὲ τὴν ἄπειρον ἀγάπην καὶ τὸ πλούσιον ἔλεος τοῦ Κυρίου μας, ἀλλὰ καὶ θυμώνει καὶ ὀργίζεται μὲ τὴν ἀπαράδεκτον σκληρότητα καὶ ἀχαριστίαν τοῦ εὐεργετηθέντος καὶ συγκατατίθεται ὁλοψύχως εἰς τὴν σκληρὰν πλὴν δικαίαν ὅμως, ἀπόφασιν τοῦ ἄρχοντος.

Ὅμως, εἶναι παραβολή!

Παραβολάς, πολλάκις,  χρησιμοποιοῦσε ὁ Κύριός μας εἰς τὸν Θεῖον Του Λόγον, διότι οἱ ἄνθρωποι ἦσαν ἀκόμη "μικροὶ" εἰς τὴν πνευματικήν τους ἡλικίαν. Μόνον ἔτσι μποροῦσαν νὰ καταλάβουν λιγάκι τὰ Θεῖα Λόγια καὶ "ἐγλυκαίνοντο" εἰς αὐτά. Παραβολή δε, σημαίνει, μικρὰ φαντασικὴ ἱστορία, εἰς τὴν ὁποίαν, πρόσωπα καὶ καταστάσεις σημαίνουν, ἄλλα πρόσωπα καὶ ἄλλας καταστάσεις! Ἐν προκειμένῳ, ὁ ἄρχων δανειστής εἶναι ὁ Κύριος καὶ χρεώστης καὶ ὀφειλέτης, εἴμεθα ἡμεῖς. Μύρια τάλαντα, εἶναι αἱ ἄπειροι δωρεαὶ τοῦ Κυρίου εἰς ἡμᾶς, ὑλικαὶ καὶ πνευματικαί, μικραὶ καὶ μεγάλαι, ὁραταὶ εἰς ἡμᾶς ἢ καὶ ἀόρατοι. Πόσα, ἀληθῶς, ὀφείλομεν εἰς τὸν Πανάγαθον Θεόν, ὄχι μόνον διὰ τὰ ὅσα ἀναφέραμεν, ἀλλὰ κυρίως καὶ πρωτίστως διὰ τὴν ὑπέροχον Αὐτοῦ θυσίαν, χάριν τῆς ὁποίας ἔχομεν καὶ ἀπολαμβάνομεν τὰ Πανάγιά Του Μυστήρια ἀλλὰ καὶ τὴν δυνατότητα τῆς σωτηρίας μας!
Ἀληθῶς, "τί ἀνταποδώσομεν τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων ὧν άνταπέδωκεν ἡμῖν; δι' ἡμᾶς Θεὸς ἐν ἀνθρώποις! Διὰ τὴν καταφθαρεῖσαν φύσιν ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν. Πρὸς τοὺς ἀχαρίστους ὁ Εὐεργέτης, πρὸς τοὺς αἰχμαλώτους ὁ Ελευθερωτής, πρὸς τοὺς ἐν σκότει καθημένους ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης ... " (Στιχηρὸν τῶν αἴνων τοῦ Βαρέως ἤχου). Ὅλα δὲ αὐτά, ὁ Κύριος οὐδέποτε μᾶς τὰ ἐζήτησε νὰ τοῦ τὰ ἐπιστρέψωμεν! Οὐδέποτε, ἀκόμη, ἠθέλησεν νὰ μᾶς ἐκδικηθῇ διὰ τὰς ἀπείρους ἁμαρτίας μας! Ἀντιθέτως δέ, μᾶς δίδει τὸ πλούσιόν Του ἔλεος, ὑποχωρῶν εἰς τὴν ἀδυναμίαν μας νὰ ἐξοφλήσωμεν ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον. Ἔχει ὅμως, καὶ τοῦτο εἶναι αὐτονόητον, ἀπαίτησιν, νὰ ὑποχωρῷμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὰς ἀδυναμίας τῶν συνανθρώπων μας. Δὲν δέχεται ἐπ' οὐδενί, νὰ παρέξῃ τὴν συγχώρησιν εἰς ἐκεῖνον ποὺ δὲν προτίθεται νὰ πράξῃ τὸ ἴδιον εἰς τὸν οἵονδήποτε "ὀφειλέτην" του! "Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν·" (Ματθ. ΣΤ΄ 12). Αὐτὴ εἶναι ἡ μία καὶ μοναδικὴ προϋπόθεσις διὰ νὰ τύχωμεν τῆς Θείας συγχωρήσεως.
Εἶναι ἐλάχιστα καὶ ἀσήμαντα ἐκεῖνα ποὺ μᾶς ἔπταισαν καὶ μᾶς χρωστοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἀπέναντι σ' ἐκεῖνα τὰ ἄπειρα καὶ ὑπέρογκα ποὺ ὀφείλομεν ἡμεῖς εἰς τὸν Κύριον. Ἂς τὸ καταλάβωμεν καὶ ἂς σπεύσωμεν νὰ συγχωρήσωμεν ἀπὸ καρδίας, ὅσουν μᾶς ἠδίκησαν καὶ μᾶς παρεπίκραναν.
                                                                             
Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου 
                                                                             
Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Τρίτη 14 Αυγούστου 2018

Η Παναγία από μικρό κορίτσι αγαπούσε την εργασία...


    Πόσο συγκινητικό είναι να βλέπει κανένας την Παναγία να ετοιμάζει με τα άχραντα χέρια της, το κλινάρι της, τις λαμπάδες, το θυμιατήρι με το λιβάνι και ότι άλλο χρειαζότανε για την κηδεία της.
Από μικρό κορίτσι αγαπούσε την εργασία και ολοένα δούλευε, πότε γνέθοντας όπως στον Ευαγγελισμό που την βρήκε ο Αρχάγγελος με τη ρόκα στο χέρι, πότε ράβοντας τα ίδια τα φορέματά της, ως "ιμάτια αυτόρραφα αγαπώσα", κι υστερώτερα όταν γεννήθηκε ο Χριστός, υφαίνοντάς Του, τον "άρραφον" εκείνον χιτώνα που του τον βγάλανε την ώρα που τον σταυρώσανε, και που ήταν τόσο όμορφος, ώστε κι οι στρατιώτες δεν θελήσανε να τον σχίσουνε, όπως κάνανε για τα άλλα ρούχα, αλλά είπανε να βάλουνε κλήρο σε όποιον λάχει, όπως γράφει ο ίδιος ο Ιωάννης ο ψυχογιός της.
Και στα γεράματά της δεν ξεκουράστηκε, αλλά η ίδια έκανε τις δουλειές του σπιτιού, έραβε, μαγείρευε, περιποιότανε τον καινούριο γιό της τον Ιωάννην, κι ως την τελευταίαν ώρα της ζωής της, με τα χέρια εκείνα τα αγιασμένα που σπαργάνωσε τον Χριστό, ετοίμασε το κρεβάτι της, κι όλα τα της ταφής της.
Φώτιος Κόντογλου

Για τον αειμνήστο γέροντα Ευθύμιο Αρμπουνιώτη, έναν μικρό σύγχρονο, αλλά πραγματικό Παπουλάκο!


ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΑΡΜΠΟΥΝΙΩΤΗ

Ακριβώς κάτω από τον φωτισμένο πολυέλαιο του Ναού του Αγίου Γεωργίου του χωριού Λαγοβούνι Καλαβρύτων, αυτήν την ημέρα, Κυριακή 22 Ιουλίου 2018, ­κείτεται ανοικτό το φέρετρο με το σκήνωμα του μακαριστού πλέον Ευθυμίου Ι. Αρμπουνιώτη.  Αναπαύεται ροδαλός και με τα χέρια του σταυρωμένα. Με τα μάτια του κλειστά, αλλά με το μειδίαμα ελπίδος της αναστάσεως ζωγραφισμένο στα χείλη του. Στολισμένος με άνθη ολόλευκα και ευωδιαστά. Με λαμ­πάδα υψωμένη δίπλα του να καίει αθόρυβα, αλλά δυναμικά, και την εικόνα του αναστάντος Χριστού τοποθετημένη με ευλάβεια στο ογδονταεξάχρονο σώμα του.
Απόλυτη σιγή! Κόσμος για τον αοιδιμο γέροντα έσπευσε πολύς. Όλοι σιωπηλοί, με πρώτη την πιστή γυναίκα σου Μαγδαληνή, μαζί και τα παιδιά σας και τους λοιπούς συγγενείς.  Μαζί με τους συγχωριανούς και τους υπόλοιπους που συμμετείχαμε στον τελευταίο αποχαιρετισμό σου, μάλλον προσ­ευχόμενοι, περιμένοντας να ανοίξουμε εμείς, το Πρεσβυτέριο την Ωραία Πύλη, για να αρχίσει η εξόδια Ακολουθία. Και ο ελάχιστος π. Νεκτάριος, γιος τον αγιασμένων, όπως έλεγες γέροντα Ευθύμιε, του π. Νικολάου και της πρεσβυτέρας του Ανθίας, δεν χόρταινα να απορροφώ τη πνευματικότητα εκείνης της ώρας, μέσα στο ιλαρό φως του καλο-καιρινού απογευματινού ήλιου, που έμπαινε από τα πολύχρωμα παράθυρα, μεταμορφώνοντας το Ναό σε χώρο ὑπερκόσμιο, χώρο που παραπέμπει σε μικρόκοσμο του Παραδείσου.
Προϊστάμενου του πνευματικού σου πατρός, Καθηγουμένου της Μονής Αγίας Λαύρας αρχιμ. Ευσεβίου Σπανού, και των έξι κληρικών που συμμετείχαμε, άρχισε η εξοδιος Ακολουθία. Οι παρόντες ακλόνητοι επι ώρα  συμπαρίστανται το ταξίδι σου της Ιθάκης, που ψάχνει ο καθένας μας, σε συνδυασμό με την εν Χριστώ ζωή σου. Τα αυτιά μας γαλήνευαν με τους ηχους των τροπαρίων, που τιμητικά τα αποδώσαμε εμείς, το ιερατείο. Όσοι σε ζήσαμε εκ του σύνεγγυς, Ευθύμιε, την στιγμή εκείνη τα μάτια μας κοιτούσαν τὴ μακαρία νεκρική σου σορό και πήγαν να βουρκώσουν. Συνάμα ο νους μας ταξίδευε στην πολυκύμαντη ζωή σου, που την σημάδεψαν ολοκληρωτικά ο Χριστός και η Παναγία Του Μητέρα. Επίσης ως παράδειγμα στην ζωή σου είχες τον συντοπίτη σου οσιωτατο Χριστοφόρο Παναγιωτόπουλο, γνωστότερο ως Παπουλάκο. Σαν αστραπή πέρασαν αυτές οι σκέψεις μέσα από τις πολλές μας συναντήσεις. Η Ακολουθία συνεχίσθηκε και στο τέλος, πριν ασπασθούμε με σεβασμό το χέρι του επίγειου αυτού αγωνιστή Χριστιανού, δύο λόγια, με πολλά όμως νοήματα κατάθεσε ενώπιον σου ο σεμνός γέροντας π. Ευσέβιος.
Μεταξύ των άλλων σε χαρακτήρισε Χριστιανό με τον κατά Θεόν ζήλο. Γνήσιο αγωνιστή των δικαίων του Θεού και των ανθρώπων.  Σωστό χριστιανό, ο οποίος τηρούσες με ακρίβεια τις χριστιανικές επιταγές. Ακόμα και Πατέρες του Άθωνα επικοινωνούσαν μαζί σου, για να λάβουν την ορθή γνώμη σου για θέματα που τους απασχολούσαν. Υπήρξες παράδειγμα οικογενειάρχη και ανθρώπου, που βίωσε σε όλες τις δραστηριότητες της ζωής τον χριστιανικό νόμο. Όπου χρειαζόταν, γινόσουν ελεγκτικός και αυστηρός, διότι, όπως είπε ο πνευματικός πατέρας σου, θεωρούσες τους νόμους του Θεού ανώτερους από αυτούς των ανθρώπων, οι οποίοι έρχονται και παρέρχονται. Σε ανέβασε, και δικαίως, ο πνευματικός σου στην τάξη των λαϊκών κηρύκων του θείου Ευαγγελίου. Σε χαρακτήρισε γνήσιο  Ρωμιό πατριώτη, που ανησυχούσε για τις προδοσίες που συντελούνται εναντίον του τόπου μας, οι οποίες γίνονται φανερότερες στο άμεσο μέλλον.
Είπε ακόμα και άλλα για το σκάμα των αρετών σου. Σε κατέταξε ο Πνευματικός σου στους γνήσιους θιασώτες του Χριστόφορου Παπουλάκου, ο οποίος καταγόταν από το πλησίον χωριό Άρμπουνα Καλαβρύτων, αναφερθείς σύντομα, αλλά ουσιαστικά, στη συμβολή σου για τη διάδοση του ονόματος του οσιωτάτου Παπουλάκου. Έκανε λόγο για το βιβλίο, που έγραψες προς τιμήν του, για τους χαιρετισμούς, που έκανες σε επιστημονικές εκδηλώσεις για εκείνον στην Κλειτορία και στο Τρίκορφο. Για την αλληλογραφία που είχες με τις κεφαλές της Ορθοδοξίας, για το θέμα της δικαίωσης του Παπουλάκου.  Για την τριπλή ίαση σου κατά τον παρελθόν, μετά από την εμφάνιση του οσιωτάτου Χριστοφόρου, όταν νοσηλευόσουν σε κρίσιμες στιγμές και ερχόταν, για να σε θεραπεύσει ζητώντας σου να κήρυξεις το όνομά του στους σύγχρονους Έλληνες.
Τ’ άκουγα αυτά συγκλονισμένος. Όχι μόνο με τα αυτιά του σώματος, αλλά περισσότερο με εκείνα της ψυχής. Καὶ τὰ μάτια μου ήταν κλειστά, σφαλισμένα, αφού ο νους μου ταξίδευε στην ιερά σφαίρα του παρελθόντος. Είχα σκύψει το κεφάλι και διακριτικά είχα αποτραβηχτεί στο Ιερό Βημα, γιατί δεν άντεχα να με βλέπει κανένας, καθὼς δεχόμουν τον ιερό συγκλονισμο της ­παρουσίας του ζωντανού Θεού μας. Ένιωθα να σπάζει η σκληρή ψυχή μου και είχα καταληθεί από ένα ρίγος που διαπερνούσε το κορμί μου. Αυτό πρέπει να είναι άγγιγμα Θεοῦ, σκεφτόμουν. Άκουγα με δέος τα λόγια του επικήδειου, που ήταν σε εξέλιξη. Μου φάνηκε κάποια στιγμή ότι βρισκόμουν στο μπαλκόνι του σπιτιού σου, Ευθύμιε, εδώ στο Λαγοβούνι και, αφού από σεβασμό, όπως πάντοτε, ασπάσθηκες την δεξιά της αειμνήστης μητέρας μου, της Ανθίας, σου έλεγε με δάκρυα, κάτι που έκλεινε κάθε συνάντηση των τριών μας: «Γέροντα Ευθύμιε, να προστατεύεις τον γιο μου π. Νεκτάριο. Διότι τα θηρία έφαγαν τον παπα μου π. Νικόλαο και δεν χόρτασαν από το αθώο αίμα του! Βρυχώνται και επιδιώκουν να πιούν και του γιού μου. Φοβάμαι». 
Έπρεπε νὰ πεθάνεις, αειμνήστε Ευθύμιε, για να προσέξω με πόση επιμέλεια κράτησες την πνευματική παρακαταθήκη της κυρα-πρεσβυτέρας Ανθίας, που την τηρήσες με τόση ευλάβεια και διάκριση. Ο Ηγούμενος ολοκλήρωσε το θεόπνευστο λόγο του για την σεβάσμια μνήμη σου. Στο Ιερό Βήμα του είπα με σεβασμό, ότι μας άγγιξαν τα λόγια του.  Και απάντησε με ταπείνωση και παρρησία: «π. Νεκτάριε είπα αυτά ακριβώς που βιώσαμε κοντά του. Έτσι δεν είναι;»
Καθώς αντικρίζω για τελευταία φορά τη φωτισμένη σορό σου, σου υπόσχομαι ότι θα προσέχω ακόμα περισσότερο, για να γλυτώνω από τα θηρία που με κυκλώνουν και ζητούν να μου αρπάξουν την ψυχή. Σήμερα διαπίστωσα ακόμα περισσότερο από πού έπαιρνες χάρη και δύναμη, για να νικάς τις παγίδες του πονηρού, που μας κυνηγά σαν ωρυόμενο θηρίο, και η ακράδαντη πίστη σου στην Ανάσταση να σου δίνει τόσο φώς, ώστε να σε λούζει ­ακόμα και στο θάνατο.
Αιωνία και αγήραστη να ειναι η μνήμη σου, γέροντα Ευθύμιε του Παπουλάκου! Το όνομά σου το έκανες πράξη. Με την ελπίδα σου στο Χριστό νίκησες. Και εμάς μας νίκησες και μας κέρδισες, μακάριε Ευθύμιε.  Για αυτό άλλωστε ο κρυφός μαθητής σου από τα Καλάβρυτα Κωνσταντίνος, αντί για λουλούδι την στιγμή, που θα σε σφραγίσουν στην τελευταία σου κατοικία σου, έβαλε μέσα στις παλάμες σου την εικόνα του Παπουλάκου. Άλλωστε ο γνωστός μας δημοσιογράφος κ. Αλέξανδρος σου έλεγε ότι πρέπει μέσα σου να κυκλοφορεί το DNA του Παπουλάκου, αφού του έμοιαζες σε πολλά. 
Ο ήλιος έδυε και οι καθαρές ανταύγειες των ακτίνων του έκαναν σπάνιο τὸ τοπίο του βουκολικού αυτού τόπου της ορεινής Αχαΐας. Η ώρα είχε περάσει. Έπρεπε να βιασθώ για τον τόπο της κατοικίας μου, μιας αετοφωλιάς των Αορανείων Ορέων. Ἡ αναχώρησή μου είχε αρχίσει, αλλά η φωτογραφία σου, Ευθύμιε, ήταν δίπλα μου. Και στην καρδιά μου χαραγμένες οι διδαχές σου και η έντονη ζωή σου.

Πόσος ύμνος ανήκει στον Θεό για τον τόπο μας, που μας φανέρωσε τόσο φως! Και πόσο δίκαιο είχαν οι αείμνηστοι γονείς μου, όταν έλεγαν ότι η Ελλάδα γίνεται από εμάς τους μικρούς!