Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

20 ΧΡΟΝΙΑ Α.Ο. ΓΑΛΗΝΗ

Θα μιλήσει ο πατήρ Πολύκαρπος Μπόγρης με θέμα: "Οικογένεια και Αθλητισμός"

Πατήρ Δημήτριος Γκαγκαστάθης... ένα μεγάλο θαύμα!


Το   υπόλοιπο   του    χρόνου
       Κυνηγημένος    από  δέκα   έφιππους   αντάρτες  ο  ενάρετος   ιερέας   π. Δημήτριος   Γκαγκαστάθης  (εκοιμήθη    εν  Κυρίω   το   1975) μόλις   χτύπησε   την καμπάνα   στις    20-10-1945, έφυγε   για   να σωθεί. Μπήκε  σε  μια    ρεματιά  όμως   τον   ανακάλυψαν  και  οι   σφαίρες  που  έριχναν   τρυπούσαν  τα   ράσα   του  και  κυλούσαν  κάτω    χωρίς  να   τον   τραυματίζουν. Όταν  πια    έφτασαν  πολύ  κοντά   του   βρίζοντας    χυδαία   ο   παπάς   φώναξε: «Μιχαήλ   αρχάγγελε   σώσε   με!»           
      Σαν    αστραπή  ο  αρχάγγελος  παρουσιάστηκε  με   την  μορφή   ενός  νέου   και  με   σπαθιά   έκοψε   τα   σχοινιά   από   την  σέλα   του  αλόγου   του    αρχηγού   των   ανταρτών  και   τον  γκρέμισε  κάτω   σπάζοντάς   του  την  σπονδυλική    στήλη. «Να  μας    συγχωρέσεις  παπά μου»    είπε    σαν  κεραυνόπληκτος   ο αρχηγός   «και να  πας    στο  καλό, έχεις  όριο   ζωής   ακόμη  και  προστάτες   υψηλούς». 

     Ο  ενάρετος  παπάς   τους   ευχήθηκε  να  τους   φωτίσει  ο  Θεός  να  γίνουν  καλοί   άνθρωποι   και  οι  αντάρτες   έφυγαν  μουδιασμένοι  σηκώνοντας   τον   τραυματισμένο    αρχηγό  τους. Οι     χωρικοί  που  περίμεναν  με    αγωνία   στην  εκκλησία   τον  παπά  τους, του  έκαναν  μεγάλη  υποδοχή  και αυτός   τους   είπε: «Η  θρησκεία  μας   είναι   ζωντανή».


(Λυχνία   Νικοπόλεως  Ιανουάριος    2016)

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Γυμνοί Ασκητές...



       Αποφεύγοντας λοιπόν να παρασταθούμε και παρακολουθήσουμε είτε γενικά, είτε με λεπτομέρειες την παραμονή του στη χερσόνησο του Άθω, την καταγεμάτη διδαχή, συγκίνηση και δέος, θα βρεθούμε κοντά σε μία επίσκεψη που έκανε μιά από κείνες τις ημέρες στα Καυσοκαλύβια, στη δροσερή Κερασιά κι από εκεί στα Κατουνάκια, στο Ησυχαστήριο των ζωγράφων Δανιηλαίων, στην ακροτοπιά, που, όπως λένε, ψέλνουν αγγελικά. Ήταν μία ταλαιπωρία, για να φθάσει ώσαμε εκεί. Αλλά υπερνικήθηκε από τον έρωτα που ένοιθε για βυζαντινές μελωδίες, για κατανυκτικούς ύμνους στην Υπεραγία Θεοτόκο. Στα Κατουνάκια οι περίφημοι ζωγράφοι Δανιηλαίοι από αδελφό σε αδελφό φύλαγαν το θησαυρό του αρχαίου μέλους, ισοκρατούσαν και έμελπαν την υμνολογία χρωματίζοντας το λόγο σαν άγγελοι. Κάτι το ασύλληπτο, το "ραντίζον την ψυχήν θεικήν δρόσον και αγαλλίασιν". Στο Ησυχαστήριό τους, περίφημο για την Αβραμιαία φιλοξενία του, εμόναζαν και τότε κάπου δώδεκα αδελφοί, οι οποίοι ζούσαν μεταξύ τους με άκρα υπακοή, απλότητα και αγάπη. Εκτελούσαν τις ιερές ακολουθίες με τέτοια κατάνυξη, που ο επισκέπτης λησμονούσε τα πάντα, αιθεροπιανόταν, ξέφευγε από τη χοική ουσία και επιθυμούσε να μη σαλέψει ποτέ από κεί.
Κάπου δέκα λεπτά της ώρας πορεία, κάτω από το Ησυχαστήριό τους, ήταν το φρικτό Καρούλι, ένας απόκρημνος βράχος πάνω από εκατό μέτρα, όπου κάτω χαμηλά στις ακριές του βρεχόταν από το μανιασμένο κύμα της ακρογιαλιάς.
Οι Δανιηλαίοι δεν είχαν ειδοποιηθεί για την επίσκεψή του, δεν ήξεραν ποιός είναι. Παρουσιάστηκε με καλογερικό σκούφο, με τα παλαιά ράσα που χρησιμοποιούσε στην καλλιέργεια των λουλουδιών του κήπου της Ριζαρείου, με χοντρές καλογερίστικες αρβύλες. Είπε πως ήταν ένας μοναχός από την Αθήνα. Τον υποδέχθηκαν όμως όπως πάντα με εγκαρδιότητα, με Αβραμιαία, όπως είπαμε, καλοσύνη και, αφού τον εκέρασαν νωπά σύκα, φουντούκια με αγριόμελο, ευχαριστήθηκαν που θα έμενε μερικές μέρες κοντά τους να παρακολουθήσει τις ιερές ακολουθίες.
Αλλά τα λίγα λόγια του, περίεργο, είχαν ουσία, τόξευαν ακτίνες "Θείου Φωτός!" . Όπου καθώς σε μιά στιγμή ύστερα από τις πρώτες περοποιήσεις σιγοπερπατούσαν με έναν από τους αδελφούς Δανιηλαίους, τον πέμπτο της συντροφιάς, κατευθυνόμενοι προς το φοβερό βράχο του Καρουλίου, συναπαντούν έναν άγνωστο "περίεργο" ερημίτη, μελαμψό, με καταμπαλωμένο κίτρινο ράσο, λιπόσαρκο, με δύο μεγάλα μάτια που σε καθήλωναν...
-Ευλογείτε...ψιθύρισε ο Νεκτάριος. Κι απόμεινε εκστατικός.
-Ο Κύριος, αποκρίθηκε αυτός. Και μονομιάς έκανε παρατήρηση στον αδελφό Δανιήλ.
-Πώς προπορεύεσθε, αδελφέ, από τον Πενταπόλεως, τον πρό πολλού ενταχθέντα μεταξύ των αγίων ιεραρχών; Σα να τους κόπηκε η αναπνοή. Ο Δανιήλ απόμεινε να κυττάζει χαύνος. Εκείνος εκύτταζε τα μάτια του ερημίτη και σώπαινε. Η καρδιά του γοργοκτυπούσε. Είχε λοιπόν δίπλα του μίαν άγνωστη αγωνιστική ψυχή, ευλογημένη με το ποορατικό χάρισμα; Άθελά του δάκρυσε.
-Υπερευλογημένο το όνομα του Κυρίου μας, αδελφέ, ψιθύρισαν τα χείλη του. Μην αναφέρετέ τι δια τον ταπεινόν δούλον του. Παρακαλώ...παρακαλώ, δεχθείτε...τον
ασπασμόν μου. Κι επλησίασε κι έσκυψε να φιλήσει το ροζιασμένο χέρι του ερημίτη.
Εκείνος τραβήχθηκε με φόβο. Και σκύβοντας με τη σειρά του να φιλήσει το χέρι του επισκέπτη βρέθηκαν οι δύο πρόσωπο με πρόσωπο. Αντάλλαξαν εγκάρδιο ασπασμό.
-Χθες οι δαίμονες φρύαξαν... ψιθύρισαν τα χείλη του ασκητή. Μεταβλήθησαν σε σμήνος μεγάλων κωνώπων, με έπληττον και προσπαθούσαν να με αφήσουν χάμου αναίσθητον. Πλην όμως δεν ίσχυσαν εις το σημείον του Τιμίου Σταυρού. Εις δε την φράσιν "Αναστήτω ο θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού" εξηφανίσθησαν.
-Διατί;
-Διότι θα μου εδίδετο η ευκαιρία να γνωρίσω έναν φοβερό διώκτην των. Τί νέα από τον κόσμο;
-Τι νέα...Πόλεμοι, ατασθαλίαι, ζυμώσεις και...
-Καταλαμβάνω, συμπλήρωσε ο ερημίτης. Κομπασμός, υπερηφάνεια, νοησιαρχία.
Ακολούθησε σιγή.
Στο μεταξύ ο αδελφός Δανιήλ παρατηρούσε με έκσταση τον απρόσμενο εκείνο επισκέπτη, που ήταν Επίσκοπος, και προσπαθούσε με λόγια συντριβής να επανορθώσει την παράλειψη προσφοράς του ανάλογου σεβασμού.
-Σας αντιλαμβάνομαι, Σεβασμιώτατε, έπιασε να λέει ο ασκητής. Νοσταλγείτε την μόνωσιν. Αλλ' εφόσον θεωρήσατε καθήκον να υπηρετήσετε αυτοπροσώπως τον λαόν, εφόσον
υπελογίσατε τους συνανθρώπους και τους αγαπήσατε εκ μέσης καρδίας... Θάρθει και η μόνωσις.
Τον κύτταξε πάλι στα μάτια και ξαναδάκρυσε.
-Τί φρονείτε δια τον εικοστόν αιώνα που έρχεται; σιγορώτησε.
Ο ερημίτης δεν αποκρίθηκε αμέσως. Σήκωσε το βλέμμα ψηλά, πήρε βαθειά αναπνοή και είπε:
-Τέλος τα βασίλεια. Πόλεμοι...ανησυχίαι, σφαγαί, καταστροφαί. Κυρίαρχος ο φόβος.
-Ο φόβος...επανάλαβαν τα χείλη του Δανιήλ.
Δεν είπαν άλλο τίποτα. Προχώρησαν και οι τρείς για το φοβερό βράχο...


Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Η περίεργη γυναίκα


     Όταν  ο Άγιος   Παΐσιος   ασκείτο   στην  ιερά    μονή  Στομίου   στην  Κόνιτσα,  σε  μια     αγρυπνία  παρατήρησε  μια  μεσόκοπη   γυναίκα να    τον  κοιτάζει  πολλή  ώρα    περίεργα. Δεν  έδωσε    σημασία,  η    ακολουθία   τελείωσε  και   ακολούθησε   το  κέρασμα    στο    αρχονταρίκι  της  μονής.            
    Η  παράξενη    γυναίκα   και  πάλι    τον  κοιτούσε    συνεχώς,  ο    δε  πατήρ   Παΐσιος    σκεφτόταν  τι  πειρασμός  ήταν  αυτός. Τελικά  μετά  από  λίγο   η   γυναίκα  πήγε   και   του  μίλησε  η  ίδια: Ξέρεις  πάτερ   με    συγχωρείς  που    σε  κοίταζα   τόση   ώρα   αλλά   να! μου  θυμίζεις  πολύ    τον   γιο  μου   που   σκοτώθηκε  στα   βουνά   της   Βορείου   Ηπείρου κατά τον  πόλεμο  με   τους   Ιταλούς    το    1940! Έτσι  παρατηρώντας   σε,  τον θυμάμαι   έστω  και  για  λίγο.
      Ο  άγιος   πατήρ  ανακουφισμένος, τόνισε  έτσι  το  να  μην  κάνουμε   άδικες  και   βιαστικές  κρίσεις  που    συχνά   είναι  τόσο  άστοχες.



(Ακουστική μαρτυρία ομιλίας μητρ. Αιτωλίας και Ακαρνανίας   κ. Κοσμά στις 23-1-2016)

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Εβδομαδιαίο  Φυλλάδιο 
«Για τους Γονείς της Ενορίας»
Ιερός Ναός Γενέσιον Τιμίου Προδρόμου Παραλίας Πατρών





Πατήστε πάνω στις φωτογραφίες για να διαβάσετε τα κείμενα.

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

H Δημιουργία του Ρωμιού... (ένα παραμύθι)



Μια μέρα ο Αλλάχ βρέθηκε μπόσικος, έπιασε φωτιά και κοπριά κι έπλασε το Ρωμιό.
Μα ευτύς, ως τον είδε, το μετάνιωσε.
Είχε ένα μάτι ο αφιλότιμος που τρυπούσε ατσάλι. !

«Τι να γίνει τώρα, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα.
Ας πιάσω να κάμω τώρα τον Τούρκο, να σφάξει το Ρωμιό, να βρει ο κόσμος την ησυχία του.»

Και ευτύς, χωρίς να χασομεράει, βάνει σ' ένα ταψί τον Τούρκο και το Ρωμιό να παλέψουν.
Πάλευαν, πάλευαν ως το βράδυ, κανένας δεν έριχνε το κάτω τον άλλον
Μα ευτύς, ως σκοτείνιασε, βάνει ο άτιμος Ρωμιός τρικλοποδιά, κάτω ο Τούρκος!

«Τι θα κάνω τώρα, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα πάλι. Τούτοι οι Ρωμιοί θα φάνε τον κόσμο, πάνε οι κόποι μου χαμένοι. Τι να κάμω;»

Ολονύχτα δεν έκλεισε μάτι ο κακομοίρης, μα το πρωί, πετάχτηκε απάνω και χτύπησε τις.. χερούκλες του: «Βρήκα βρήκα» φώναξε.

Έπιασε πάλι φωτιά και κοπριά, κι έφτιαξε έναν άλλο Ρωμιό, και τους έβαλε στο ταψί να παλέψουν.

Άρχισε το πάλεμα.

Τρικλοποδιά ο ένας, τρικλοποδιά κι ο άλλος. Μπηχτές ο ένας, μπηχτές κι ο άλλος. Μπαμπεσιά ο ένας, μπαμπεσιά κι ο άλλος. Πάλευαν, πάλευαν, έπεφταν, σηκώνουνταν, πάλευαν πάλι, ξανάπεφταν, ξανασηκώνουνταν, πάλευαν.

Κι ακόμα παλεύουν!
Κι έτσι ο κόσμος βρήκε την ησυχία του...



Νίκος Καζαντζάκης

Περί της εορτής του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. Χρυσοστόμου


Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

Εβδομαδιαίο  Φυλλάδιο 
«Για τους Γονείς της Ενορίας»
Ιερός Ναός Γενέσιον Τιμίου Προδρόμου Παραλίας Πατρών

 Πατήστε πάνω στις φωτογραφίες για να διαβάσετε τα κείμενα.


Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Η αγάπη της ήταν τέλεια.



      Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό, και δεν έχασε ποτέ την χάρη, αλλά κι Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις.
     Όταν στεκόταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη της απέραντη σαν τον ωκεανό κι οι πόνοι της ψυχής της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί κι η αγάπη της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο.

     Κι αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί το θέλημά Του ήταν να δει την Ανάσταση κι ύστερα, μετά την ανάληψή Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Ο μακαριστός γέροντας Σίμων ο αρβανίτης



Πως ταπείνωσε τον αντάρτη!

     Το 1942, ο π. Σίμων διορίστηκε, από τον Μητροπολίτη Καρυστίας Παντελεήμονα (Φωστίνη), δικαίος και πνευματικός της Μονής της Μεταμορφώσεως, που απέχει από την Κύμη 5 χιλ. περίπου.

    Εκεί ο π. Σίμων έσκαβε τον κήπο της μονής επίτηδες για άσκηση. Και όταν τον ρωτούσαν γιατί δούλευε, αφού δεν είχε φάει τίποτε, πώς θα άντεχε, απαντούσε: «Τώρα πρέπει να ασκηθώ και να νικήσω τις αμαρτίες, αλλιώς η αμαρτία δεν νικιέται με τίποτα. Νικιέται μόνο με την άσκηση και την πίστη».

 Ο Γέροντας είχε πολύ παρρησία και αφοβία

     Μια ημέρα, στο Μοναστήρι της Μεταμορφώσεως στην Κύμη, είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Είχαν πάει και μερικοί αντάρτες και είχαν και ένα κοντάρι με το κεφάλι κάποιου παπά που είχαν σκοτώσει

    Ένας από αυτούς είχε ανέβει ψηλά σε μια εξέδρα και φώναζε: Ζήτω η ελευθερία, κάτω η παρθενία! 
    Ο Γέροντας, ακούγοντας αυτά, κυριεύθηκε από ζήλο Κυρίου Σαβαώθ και ξεκίνησε να πάει να δώσει ένα μάθημα στον ασεβή. Ένας από τους πατέρες της Μονής προσπάθησε να τον συγκρατήσει, λέγοντάς του: «Τι πας να κάνεις πάτερ Σίμων; Δεν βλέπεις το κεφάλι του παπά στο κοντάρι»; Ο Γέροντας δεν του έδωσε σημασία και προχώρησε προς τον αντάρτη. Ανέβηκε πάνω στην εξέδρα και τον ήλεγξε με πολύ αυστηρό τρόπο και κατέληξε: «Όλα όσα λες είναι αμαρτία. Πού ξέρεις εσύ, τι είναι παρθενία; Πώς τολμάς να λες τέτοιες βλακείες και ανοησίες για πράγματα που δεν ξέρεις; Δεν μπορείς να λες «ζήτω η ελευθερία, κάτω η παρθενία. Και επί πλέον δεν σου επιτρέπεται να μιλάς με τον τρόπο αυτό σε ένα άγιο χώρο, όπως είναι το Μοναστήρι».

     Και τον πιάνει ο π. Σίμων και με δύναμη, που εκείνος δεν φανταζόταν πως είχε ετούτος ο παπάς, τον κατέβασε από την εξέδρα. Ο κόσμος όλος, που ήταν μάρτυρας της σκηνής εκείνης, έμεινε κατάπληκτος από το θάρρος του π. Σίμωνα και από την παρρησία και την αφοβία, με την οποία μίλησε για την παρθενία. Μαινόμενος ο αντάρτης όπλισε το όπλο του έτοιμος να σκοτώσει τον π. Σίμωνα. Όμως, ένας άλλος αντάρτης, που ήταν μαζί του, τον σταμάτησε, λέγοντάς του: «Για όνομα του Θεού! Μην το κάνεις αυτό! Αν τον σκοτώσεις, όλο το χωριό θα ξεσηκωθεί εναντίον μας, γιατί, αν το χωριό αυτό ζει ακόμη, το οφείλει στον παπά αυτόν. Αυτός είναι ένας άγιος άνθρωπος. Μάλιστα κάνει και θαύματα». «Έτσι, σταμάτησε το κακό ως εκεί. Φανερή ήταν η επέμβαση του Θεού», τελειώνει ο αφηγητής. (Α-66/67)