Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2021

Εορτή 28ης Οκτωβρίου

 































Θάνατος. Τι είναι αυτό που προκαλεί τον φόβο;



 «Η δειλία του θανάτου είναι φυσικό ιδίωμα του ανθρώπου, το οποίο οφείλεται στην παρακοή του Αδάμ.

Ο τρόμος όμως του θανάτου αποδεικνύει, ότι υπάρχουν αμαρτίες, για τις οποίες δεν δείχτηκε μετάνοια». 

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος

Γιόγκα γέλιου...


Οι άνθρωποι στις μέρες μας ασχολούνται με την προσέγγιση των μεγαλύτερων μεταφυσικών αποριών κάνοντας γιόγκα. 
Η γιόγκα είναι άλλο ένα τεθλασμένο θολό τζάμι, το οποίο δεν μας φωτίζει μα ούτε μας φανερώνει την Αλήθεια.
Τα μικρά φώτα "αποκάλυψης" είναι το ετερόφωτο "εγώ" μας.
Η Αλήθεια δεν προσεγγίζεται με ασκήσεις γέλιου. (Γιόγκα - Γέλιου)
Ούτε πιέζοντας κάποια νεύρα με διάφορες στάσεις σώματος γνωρίζεις τον Δημιουργό.
Δεν υπάρχει δημιούργημα χωρίς Δημιουργό.
Δεν θέλουμε να Τον γνωρίσουμε και ψάχνουμε απελπισμένα κι ΑΤΕΡΜΟΝΑ το μακρύ και σκοτεινό Εγώ μας.
Αυτοί που ασχολούνται με τις ασκήσεις γέλιου πρέπει να ξέρουν ότι μέγα χάσμα μεταξύ γέλιου και Χαμόγελου...
Το χαμόγελο ξεπηδά μέσα από την ΨΥΧΗ και Αναγεννά θεραπεύει. 
Το γέλιο;

Εφημερίδα "ΔΙΨΩ" ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2021

Δ Ι Ψ Ω

Από την Ελληνορθόδοξη Κοινωνία Προσώπων «ΔΙΨΩ»

Αύγουστος 2021

Διαβάστε ολόκληρη την Εφημερίδα του Αυγούστου. 
Θα την βρείτε  ΕΔΩ σε μορφή ψηφιακού εντύπου, το οποίο μπορείτε να... ξεφυλλίσετε!

Γιατί το παραχάιδεμα των παιδιών είναι λάθος;

 

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2021

«Ποιὰ εἶναι ἡ καλύτερη μέρα τῆς ζωῆς μας»; - π. Τιμόθεος Παπασταύρου

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΕΚΑΤΗΣ ΕΚΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2021)

«ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. ΣΤ΄ 2) 

«Ποιὰ εἶναι ἡ καλύτερη μέρα τῆς ζωῆς μας»;

 

Ἕνα ἐρώτημα σύνηθες … Τὸ ἀκούομεν εἴτε ἀπευθυνόμενον πρὸς ἡμᾶς, εἴτε συζητούμενον εἰς τὸ … περιβάλλον μας! Εἰδικῶς, μετὰ ἀπὸ κάποια γεγονότα, … κάποιες ἐπιτυχίες ἢ καὶ ἀποτυχίες, κάποιες θλίψεις ἢ καὶ χαρές, προβάλει τοῦτο τὸ ἐρώτημα: «Αὐτή, ἆραγε, εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ζωῆς σου;» Καὶ δὲν ἐρωτοῦν, μόνον, οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, ἢ οἱ ἄνθρωποι, συγκεκριμμένων κοινωνικῶν καταστάσεων καὶ κατηγοριῶν, ἀλλὰ τὸ συγκεκριμμένον ἐρώτημα εὑρίσκομεν καὶ εἰς τὰ Ἅγια Βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς! Καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην διαβάζομεν ὅτι πολλοὶ ἐθεώρουν, εἴτε τὴν γέννησιν ἑνὸς τέκνου, εἴτε τὴν νίκην ἑνὸς στρατοῦ καὶ ἔθνους, εἴτε τὸν θάνατον ἑνὸς εὐσεβοῦς ἢ ἀσεβοῦς Βασιλέως, εἴτε τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ μίαν χρονίαν δουλείαν, … ὡς ἡμέρας μοναδικάς, τὰς ὁποίας καὶ ἐτίμων καθ’ ἕκαστον χρόνον! Ἑκάστοτε δε, ἔχομεν καὶ τὴν Θείαν παρέμβασιν διὰ τὴν φύλαξιν καὶ ὑπενθύμισιν τοιούτων ἡμερομηνιῶν!

Λόγῳ τοῦ περιορισμένου χώρου, … ἀναφέρομεν ἐνδεικτικῶς, τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν Μωϋσῆν, μετὰ τὴν νίκην τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐπὶ τῶν Ἀμαληκιτῶν διὰ θαυμαστῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Θεοῦ, … «εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωυσῆν· κατάγραψον τοῦτο εἰς μνημόσυνον ἐν βιβλίῳ» (Ἔξοδ. ΙΖ΄ 14).

 

Σημαντικαὶ ἡμέραι εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην καὶ εἰς τὴν ζωὴν τῶν Ἁγίων.

 

Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, … τῆς «πρώτης», τῆς «μιᾶς τῶν Σαββάτων», ὁπότε καὶ … «ἀνέστη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν λύσας θανάτου τὰ δεσμά» (Ἀναστάσιμος ὕμνος), καὶ ὁ θάνατος, ἀλλὰ καὶ ἡ ζωὴ εἰς τοῦτον τὸν κόσμον, καὶ τὰ διάφορα γεγονότα τὰ ὁποῖα μᾶς … θορυβοῦν, - εἴτε χαρμόσυνα, εἴτε θλιβερὰ καὶ πένθιμα, - ἔλαβον πλέον … διαφορετικὰς διαστάσεις! Βλέπομεν, ἐπὶ παραδείγματι, εἰς τὴν ζωὴν τῶν Ἁγίων, ὁ θάνατος νὰ ἐκτιμᾶται καὶ νὰ θεωρῇται ὡς ἓν ἁπλοῦν καθημερινὸν ἐπεισόδιον, καὶ ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπέθνησκεν ὁ Ἅγιος τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, νὰ … τιμᾶται ὡς ἡμέρα χαρᾶς καὶ πανηγύρεως, καὶ διὰ τὸν ἴδιον τὸν Ἅγιον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ … σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Βλέπομεν ἐπίσης, αἱ «χαραὶ» τῆς ζωῆς ταύτης νὰ παραθεωροῦνται καὶ νὰ περιφρονοῦνται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ καὶ οὗτοι νὰ προτιμοῦν τὴν ζωὴν τῆς θλίψεως καὶ τῆς κακοπαθείας καὶ τῆς στερήσεως, … ἀκόμη δὲ καὶ νὰ ἐπιζητοῦσι τὸν θάνατον ὡς τὴν ἡμέραν τῆς συναντήσεώς των μὲ τὸν Θεόν. Σημαντικὴ ἡμέρα εἰς τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ ἡμέρα ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει καὶ συναντᾶται μὲ τὸν Θεόν!

Ἡ ἡμέρα τῆς Βαπτίσεως τοῦ Χριστιανοῦ, ἡ ἡμέρα ποὺ ὁ Κύριος ἐπέτρεψεν εἰς τὴν ζωήν του, ἀκόμη καὶ κάτι θλιβερὸν καὶ ὀδυνηρόν, ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου ἑνὸς Ἁγίου ἀνθρώπου, ἤ, τέλος, ἡ ἡμέρα ἡ ὁποία … γεμίζει τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ οὐράνιον εὐτυχίαν! Οὕτω, μελετῶντες εἰς τὰς βιογραφίας κάποιων Ἁγίων, βλέπομεν ὅτι … ἡμέρα τὴν ὁποίαν ἐνεθυμοῦντο, ἦτο ἡ ἡμέρα ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν ἐχειροτονοῦντο, ἢ εἶχον τελέσει τὴν πρώτην Θ. Λειτουργίαν των, ἢ ἔζησαν κάποια … Θείαν ἀλλοίωσιν προσευχόμενοι, ἢ ἡ ἡμέρα ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος τοὺς ἔσωσεν ἀπὸ βέβαιον θάνατον, ἢ … τοὺς ἔδειξε τὴν ὁδὸν τῆς σωτηρίας!

 

«ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας».

 

Ὡς τοιαύτην σημαντικὴν ἡμέραν, ἐν προκειμένῳ, ὁ Θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος, ἐπισημαίνει εἰς τοὺς Κορινθίους, τὴν ἐπίσκεψιν τῆς Θείας Χάριτος εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν ἔνταξίν των εἰς τοὺς «κόλπους» τῆς πρώτης ἐκείνης Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας! Βεβαίως, κατὰ τὴν κρίσιν τῶν κοσμικῶν ἀνθρώπων, μία τοιαύτη ἡμέρα δὲν ἔχει καὶ πολλὴν σημασίαν καὶ θεωρεῖται περισσότερον, - ἐννοοῦμεν, ἐν προκειμένῳ, τὴν ἡμέραν τῆς Βαπτίσεως καὶ ἐντάξεως εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, - ἡμέρα, κοσμικῆς χαρᾶς καὶ ὀρχήσεων καὶ κοσμικῆς … φαντασίας καὶ ἐπιδείξεως! Ὅμως, ἐὰν σκεφθῶμεν καὶ φαντασθῶμεν τὸ … ποῦ καὶ πῶς εὑρίσκετο ὁ ἄνθρωπος, - ναί! αὐτὸ τὸ ἀθῶον βρέφος! – πρὸ τῆς Βαπτίσεώς του καὶ πῶς «μετεμορφώθη» μετέπειτα, τότε θὰ ἐννοήσωμεν τὸ τί σημαίνει … ἡμέρα σωτηρίας! Ἐὰν θὰ ἠδύνατο νὰ μᾶς περιγράψῃ τὴν κατάστασίν του ἐνῶ ἦτο – πρὸ τοῦ Βαπτίσματος - ὑπὸ τὴν κατοχὴν τῶν δαιμονίων, θὰ κατανοούσαμε τὸ τί σημαίνει, ἀφ’ ἑνὸς … ἀπελευθέρωσις ἐκ τῶν τοιούτων βρωμερῶν πνευμάτων καὶ ἀφ’ ἑτέρου … ἐπίσκεψις τῆς Θείας Χάριτος!

Τὴν τοιαύτην πνευματικὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν καλοῦνται οἱ Κορίνθιοι, ὑποδεικνύει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὡς «ἡμέραν σωτηρίας». Ἡμέραν ἥτις θὰ πρέπῃ νὰ μένῃ … ἐπίσημος καὶ χαρακτηριστικὴ εἰς τὴν ζωήν των! Ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν «ἀπεδύθησαν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνεδύθησαν τὰ ὅπλα τοῦ φωτός»! Εἰς τὴν τοιαύτην λογικήν, ἀσφαλῶς, δὲν δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν ἐκεῖνοι οἵτινες … ζῶσι διὰ τὸν κόσμον τοῦτον τὸ φθαρτὸν καὶ ὑλικόν, καὶ ἀπολαμβάνουσι τὴν ζωὴν ταύτην ὡς νὰ μὴν πρόκειται νὰ ἀποδημήσωσιν ἐκ ταύτης, … οὐδέποτε! Τὴν ἐκτίμησιν ταύτην, ἐνεργοῦσιν ἐκεῖνοι οἵτινες ζῶσιν εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ὡς … «πάροικοι καὶ παρεπίδημοι», καὶ τῶν ὁποίων … «τὸ πολίτευμα, ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει»! Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, «οὐκ ἔχο(υσιν) ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦ(σι)» (Ἑβρ. ΙΓ΄ 14)!

 

Ἡ ἰδική μας … ἐκτίμησις!  

 

Πολλαὶ εἶναι αἱ ἡμέραι τῆς ζωῆς ἡμῶν, φίλοι μου ἀναγνῶσται˙ καὶ δὲν μετρῶ ταύτας ὡς οἱ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν … Δὲν μετρῶ ταύτας ὡς … ἔτη εἰς τὴν ἡλικίαν ἑκάστου, ἀλλὰ ὡς εὐκαιρίαν διὰ τὴν προετοιμασίαν ἡμῶν διὰ τὴν … Αἰωνίαν ζωήν! Εἶναι πολλαὶ αἱ ἡμέραι, ὄχι μόνον δι’ ἐκεῖνον ὅστις ἐγγίζει τὰ ὀγδοήκοντα, ἢ ἐνεννήκοντα, ἢ ἑκατὸν ἔτη, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς νεωτέρους τούτων! Πολλαὶ εἶναι αἱ ἡμέραι καὶ διὰ τοὺς ἄγοντας τὴν … τρίτην, ἢ τετάρτην, ἢ πέμπτην δεκαετηρίδα! Πολλαὶ καὶ … ἐπαρκοῦσι διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ … ἀπωτέρου σκοποῦ, δηλαδὴ τῆς σωτηρίας ἡμῶν! Εἰς τὴν Ἁγίαν ἡμῶν Ἐκκλησίαν, ἔχομεν Ἁγίους καὶ δικαίους οἵτινες … ἐξεμέτρησαν εἰς τὴν ζωὴν ταύτην, ἀπὸ ἑννακόσια ἑξήκοντα ἑννέα ἔτη (Μαθουσάλα, Γέν. Ε΄ 27), ἕως καὶ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ ὡρῶν, ὡς τὰ Ἅγια ἐκεῖνα νήπια τῆς Βηθλεέμ, τὰ φονευθέντα ὑπὸ τοῦ κακούργου Ἡρώδου! Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀξιολογεῖ τὴν ζωήν των, δὲν εἶναι ἡ πληθὺς τῶν ἐτῶν, ὅσον … ἡ ἡμέρα καὶ ὥρα τοῦ θανάτου των!

Καὶ ἐνῶ ἡμεῖς θέλομεν νὰ παραθεωροῦμεν καὶ παρακάμπτωμεν ταύτην τὴν ὥραν, οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ … ἔζων δι’ αὐτήν! Ἐνῶ ἡμεῖς ζῶμεν μὲ τὴν νοοτροπίαν ἐκείνου τοῦ «ἄφρονος πλουσίου», ὡς νὰ μὴν πρόκειται νὰ ἔλθῃ δι’ ἡμᾶς ὁ θάνατος, ἐκεῖνοι οἱ μακάριοι παρεκάλουν τοῦτον (τὸν θάνατον), νὰ … «βιαστῇ», διὰ νὰ ἔλθωσι … τὸ συντομώτερον πρὸς τὸν ἠγαπημένον των Κύριον!

Ἴσως ἐχάσαμεν τὴν ἐπαφήν ἡμῶν μὲ τὸν Κύριον! Ἴσως ἐξετράπημεν τῆς ὀρθῆς ὁδοῦ! Ἴσως ἀπερροφήθημεν ἐκ τῶν γηΐνων καὶ φθαρτῶν καὶ ἀδιαφοροῦμεν διὰ τὰ μέλλοντα καὶ … μένοντα! Μακάρι νὰ καταλάβωμεν καὶ νὰ … ἐξυπνήσωμεν!

 

                                                                                                Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου

 

                                                                                                      Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021

Εβδομαδιαίο  Φυλλάδιο 
«Για τους Γονείς της Ενορίας»
Ιερός Ναός Γενέσιον Τιμίου Προδρόμου Παραλίας Πατρών





Πατήστε πάνω στις φωτογραφίες για να διαβάσετε τα κείμενα

Τὸ Τέλος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἡ Ὑπερβατικὴ Ἑνότητα τῶν Θρησκειῶν



Πρωτοπρεσβυτέρου Πέτρου Χῖρς, D.Th. 

Καθηγητοῦ Δογματικῆς Θεολογίας Θεολογικὴ Σχολὴ Ἁγίας Τριάδος, Τζόρντανβιλ Νέας Ὑόρκης

Εἰσαγωγή: Οἱ Ἀκρότητες τοῦ Διαβόλου καὶ τὸ Τέλος τους

Δοκιμασμένη καὶ σταθερὴ τακτικὴ τοῦ ἐχθροῦ τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν ἐπιλογῶν τοῦ ἀνθρώπου σὲ δύο μόνο ἐπιλογές, φαινομενικὰ ἀντίθετες, καὶ ὁ ἀποκλεισμὸς καὶ ἡ ἀπόκρυψη κάθε ἄλλης δυνατότητας, ἢ τοὐλάχιστον ἡ ἀπόῤῥιψή της ὡς ἀνέφικτης ἢ ἀστήρικτης. Παραδείγματος χάριν, μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς ἢ ὀρθολογιστὴς ἢ παράλογος: τὸ «ὑπέρλογος» δὲν τίθεται κάν ὡς δυνατὴ ἐπιλογή. Κατὰ παρόμοιο τρόπο, ἢ θὰ κάνει τυφλὴ ὑπακοὴ ἢ θὰ γίνει θεληματάρης καὶ ἐπαναστατικός, ἀποῤῥιπτομένης τῆς ἀληθινῆς, γνήσιας ὑπακοῆς. Σὲ μεγαλύτερη κλίμακα, στοὺς Ἀφρικανοὺς παρουσιάζει μιὰ φοβερὴ μαύρη μαγεία καὶ ὕστερα ὡς...


μέσο διαφυγῆς τὴν «καλὴ» λευκὴ μαγεία. Γιὰ τὸν ἐξαθλιωμένο ὄχλο ἡ πλεονεξία τοῦ καπιταλισμοῦ ἀντιμετωπίζεται καὶ διορθώνεται μὲ τὴν «ἰσότητα» καὶ «ἀδελφοσύνη» τοῦ κομμουνισμοῦ. Γιὰ ὅσους ταλαιπωροῦνταν ὑπὸ τὴν αὐταρχικὴ δεσποτεία τοῦ παπικοῦ προτεσταντισμοῦ ὑπάρχει ἡ αὐτοδεσποτεία καὶ ὁ ἀτομισμὸς τοῦ μεταῤῥυθμισμένου προτεσταντισμοῦ. Θὰ μπορούσαμε νὰ συνεχίσουμε ἀπαριθμῶντας διὰ μακρῶν καὶ ἄλλες πολλὲς τέτοιες ψευδεῖς ἀκρότητες στὶς ὁποῖες καὶ οἱ δύο ἐπιλογὲς εἶναι δαιμονικῆς ἐμπνεύσεως. Ἀκόμη καὶ σήμερα, στὴν τρέχουσα «κρίση τοῦ κορωνοϊοῦ», τὸ ἐπίσημο ἀφήγημα ἀποφαίνεται πὼς μόνη λύση τοῦ θανατηφόρου ἰοῦ εἶναι τὸ πειραματικὸ καὶ πιθανῶς πιὸ θανατηφόρο «ἐμβόλιο», ἐνῷ ἡ πρώιμη ἀντιμετώπισή του μὲ ὑπάρχοντα φάρμακα κατὰ κύριο λόγο παραβλέπεται.

Τοιουτοτρόπως ὁ ἐχθρὸς ἔχει χειραγωγήσει τὸν Δυτικὸ ἄνθρωπο ἐπιτυχῶς γιὰ πολλὲς γενιές, ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Μεγάλου Σχίσματος μέχρι καὶ σήμερα, κρατῶντας τον μέσα σὲ μιὰ συνεχὴ σειρὰ δράσεων καὶ άντιδράσεων, ὅπως τὸ ἐκκρεμὲς ποὺ ταλαντεύεται ἀδιάκοπα ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο στὸ ἄλλο. Χάθηκε κάθε πνευματικὴ ἰσοῤῥοπία, χάθηκε ἡ θεία προοπτική, χάθηκε ἡ βασιλικὴ ὀδὸς τῶν Πατέρων. Μέσα σὲ τέτοιο χάος, ὅσοι δὲν ἔχουν τὴν αἰώνια προοπτική, ὅσοι δὲν βλέπουν τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς ἱστορίας, ἀδυνατοῦν νὰ καθορίσουν ποῦ βρισκόμαστε στὴν ῥοὴ τῆς ἱστορίας καὶ ποῦ μᾶς ὁδηγοῦν αὐτὰ τὰ γεγονότα. Ὅμως γιὰ ἐκεῖνον ποὺ βλέπει, αὐτὰ ἀποτελοῦν μιὰ διαδικασία συνεχοῦς διάλυσης, ἡ ὁποία φέρνει τὴν ἀνθρωπότητα σταδιακὰ ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὴν ἐκπλήρωση τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνομίας, στὴν ἀντιστροφὴ τῆς ἐν Χριστῷ Σωτηρίας καὶ στὴν ἀντικατάστασή Του ἀπὸ τὸν Ἀντίχριστο.


Αὐτὴ ἡ διάλυση τῆς χριστιανικῆς παράδοσης καὶ ἑνότητας στὴν Δύση καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς ἀποῤῥέουσα καρικατούρα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας του στὸν Προτεσταντισμό, εἴτε αὐτὸς εἶναι τοῦ παπικοῦ τύπου εἴτε τοῦ μεταῤῥυθμισμένου, ἀποτελοῦν τὴν βάση τῆς γέννησης τοῦ ἐκτρώματος τῆς νεωτερικότητας. Κατὰ τὰ τέλη τοῦ δεκάτου ἐννάτου αἰῶνα, τὰ πιὸ γερὰ μυαλὰ τῆς Δύσης, τὰ ὁποῖα ἔψαχναν διέξοδο ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο τῆς νεωτερικῆς, κοσμικῆς Δύσης, κοίταξαν πρὸς τὴν παράδοση τῆς Ἀνατολῆς, δυστυχῶς ὅμως ὄχι τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς ἀλλὰ τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς. Αὐτοὶ οἱ λεγόμενοι Traditionalists («Παραδοσιοκράτες») ἐννοοῦσαν νὰ σώσουν τὴν Δύση ἀπὸ κατάῤῥευση ἐμβολιάζοντάς την μὲ ἀσιατικὴ «παράδοση» καὶ «μεταφυσικὴ» ὡς ἐκφράσεις τῆς Διηνεκοῦς Φιλοσοφίας (Perennial Philosophy ἢ sophia perennis). Ἡ ἀντιδιαστολὴ τοῦ εὔκολα ἀντικρουόμενου νεωτερικοῦ, ὀνοματοκρατικοῦ «Χριστιανισμοῦ», ἀ λὰ Προτεσταντισμοῦ, μὲ τὶς παραδοσιακοὺς πολιτισμοὺς τῆς [Ἄπω] Ἀνατολῆς εἶναι ἕνα ἀκόμη παράδειγμα ψευδοῦς ἀκρότητας ἀπὸ τὶς πάμπολλες ποὺ δημιουργεῖ ὁ ἐχθρός, μὲ τὶς ὁποῖες κρατᾶ τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν ἔχει κοινωνία μὲ τὴν Ἔνσαρκο Ἀλήθεια. Ὅμως, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὶς προηγούμενες ἀκρότητες τοῦ ἐκκρεμοῦς ποὺ περιόριζαν καὶ χειραγωγούσαν μία ἀΚέφαλη, διασπασμένη Δύση, ὁ περεννιαλισμὸς (ἢ Διηνεκὴς Φιλοσοφία) ὑπόσχεται νὰ θέσει τέλος στὶς ἀκρότητες καὶ νὰ δώσει μία τελική, ὁλοκληρωτική, «οἰκουμενικὴ» ἀπάντηση στὸ πρόβλημα τῶν διαιρέσεων, παρέχοντας μία «ἑνότητα» ποὺ βρίσκεται ταυτόχρονα τόσο πέρα ἀπὸ ὅλες τὶς Ἀποκαλύψεις ὅσο καὶ διὰ μέσου αὐτῶν.


Τί εἶναι ὁ Περεννιαλισμός;


Σὲ γενικὲς γραμμές, περεννιαλισμὸς εἶναι ἡ ἰδέα ὅτι στὴν καρδιὰ ὅλων τῶν μεγάλων θρησκειῶν βρίσκεται ἡ ἴδια μυστικὴ ἐμπειρία τῆς Ἀπώτερης, Ἀπόλυτης Πραγματικότητας. Ἡ Διηνεκὴς Φιλοσοφία ἔχει τὶς ἱστορικὲς ῥίζες τῆς στὸν συγκρητισμὸ Ἀναγεννησιακῶν ἀνθρωπιστῶν ὅπως τὸν Marsilio Ficino καὶ τὸν Pico della Mirandola, οἱ ὁποῖοι πρότειναν ὅτι ὁ Πλάτων, ὁ Ἰησοῦς, ἡ Καμπάλα καὶ ὁ Ἑρμὴς ὁ Τρισμέγιστος ὅλοι ὁδηγοῦσαν πρὸς τὴν ἴδια Θεία Πραγματικότητα. Ἐκδοχὲς τοῦ περεννιαλισμοῦ ἐπίσης βρίσκονται στὸν ὑπερβατισμὸ τοῦ Emerson, τοῦ Coleridge καὶ τοῦ Thoreau. Ἡ Μασονία, ἡ Θεοσοφικὴ Ἐταιρεία καὶ τὸ ἔργο τοῦ Aldous Huxley The Perennial Philosophy (Ἡ Διηνεκὴς Φιλοσοφία, 1945) διέδωσαν εὐρύτερα τὴν οἰκουμενικὴ ἐκδοχὴ τοῦ περεννιαλισμοῦ καὶ τὴν δεκαετία τοῦ ᾽60 ἔγινε ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς Νέας Ἐποχῆς.


Αὐτὸ ὅμως ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ἰδιαιτέρως εἶναι ἡ ἐξέλιξη τοῦ περεννιαλισμοῦ κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰῶνα καὶ συγκεκριμένα ὅπως παρουσιάστηκε ἀπὸ τὴν ὑπὸ τῆς Βεδάντας ἐπηρεασμένη Traditionalist Σχολή, εἰδικὰ ἀπὸ τὸν Rene Geunon, ὁ ὁποῖος σημειωτέον ὅτι κατὰ πάσα πιθανότητα γνώρισε τὸν περεννιαλισμὸ τὰ χρόνια ποὺ πέρασε στὴν Μασονικὴ Στοά.


Ἐνῷ ὁ Huxley καὶ ἄλλοι ἀσπάστηκαν ἕναν «μυστικὸ οὐνιβερσαλισμό», ἡ Traditionalist Σχολὴ, ποὺ τὴν ἐκπροσωποῦσαν οἱ Guenon, Ananda Coomaraswamy, Frithjof Schuon, καὶ ἀργότερα οἱ Titus Burckhardt, Martin Lings, Huston Smith καὶ ἄλλους, προσανατολίζεται πρὸς τὶς ὀρθόδοξες θρησκευτικὲς παραδόσεις καὶ ἀποῤῥίπτει τὸν νεωτερικὸ συγκρητισμὸ καὶ οὐνιβερσαλισμό. Αὐτὴ ἡ σχολὴ θὰ ἀποτελέσει τὸ ἀντικείμενο τῆς παρούσης ἐργασίας λόγῳ τοῦ ὅτι τὰ ἔργα τους ἔχουν τραβήξει σαφῶς περισσότερο τὴν προσοχὴ καὶ ὀρισμένων Ὀρθοδόξων ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων καὶ κληρικῶν.


Σύμφωνα μὲ τὴν Traditionalist Σχολή, ἡ διηνεκὴς φιλοσοφία εἶναι «ἀπόλυτη Ἀλήθεια καὶ ἄπειρη Παρουσία».1


«Ὡς Ἀπόλυτη Ἀλήθεια εἶναι ἡ διηνεκὴς σοφία (sophia perennis) ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ὑπερβατικὴ πηγὴ πάντων τῶν ἐμφύτως ὀρθοδόξων θρησκειῶν τῆς ἀνθρωπότητας… Ὡς Ἄπειρη Παρουσία εἶναι ἡ διηνεκὴς θρησκεία (religio perennis) ποὺ ζεῖ ἐντὸς τῆς καρδιᾶς πάντων τῶν ἐμφύτως ὀρθοδόξων θρησκειῶν… Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ “μόνη θρησκεία” ποὺ ὁ Frithjof Schuon ἀπεκάλεσε “ὑποκείμενη θρησκεία” ἢ “θρησκεία τῆς καρδιᾶς” (religio cordis), ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν καρδιὰ πάντων τῶν θρησκειῶν… [καὶ] τῆς ὁποίας ἡ φύση εἶναι οὐσιαστικὰ πέρα ἀπὸ τύπους, οἰκουμενική, ἢ πνευματική… Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ “ὑποκείμενη θρησκεία” παραμένει ὑπερβατικὴ ὡς πρὸς τὶς θρησκεῖες, ἐνῶ παρὰ ταῦτα διατηρεῖ μία ζωοποιὸ παρουσία ἐντὸς αὐτῶν.»2


Ἑπομένως, γιὰ τὸν περεννιαλιστὴ φιλόσοφο, «ὁ Χριστιανισμός», ὅπως γράφει ὁ Clinton Minaar, «διαφέρει σαφέστατα ἀπὸ τὸ Ἰσλὰμ ἢ τὸν Βουδισμὸ ὡς πρὸς τὸν τύπο, εἶναι ὅμως ἕνα μὲ αὐτοὺς ὡς οὐσία (ἢ ὡς διηνεκὴς φιλοσοφία).»3


Ἀμέσως γίνεται φανερὸ τί δυνατότητες παρέχει αὐτὴ ἡ θεώρηση τῶν θρησκειῶν γιὰ τὴν «ἑνότητα» τῆς ἀνθρωπότητας ἀλλὰ καὶ τί περιμένει ὅσους θὰ ἀρνηθοῦν αὐτὴν τὴν «ἑνότητα» καὶ θὰ ἐπιμένουν νὰ παραμένουν μὲ τὸν Ἔνσαρκο Χριστό. Ἀλλὰ προτρέχω [τοῦ ἑαυτοῦ μου].


Εἶναι ὑψίστης σημασίας νὰ κατανοήσουμε τὴν περεννιαλιστικὴ θεώρηση τῶν πραγμάτων οὔτως ὥστε νὰ εἴμαστε σὲ θέση νὰ τὴν ἐντοπίζουμε καὶ νὰ τὴν διακρίνουμε ὅταν προωθεῖται ἀκόμη καὶ μεταξὺ ἀνθρώπων ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ἴσως νὰ γίνει καλύτερα κατανοητὴ μὲ ἕνα σχεδιάγραμμα.


Φανταστεῖτε τὴν εἰκόνα ἑνὸς κύκλου μὲ τὸ Ἀπόλυτο στὸ κέντρο (αὐτὸς εἶναι ὁ ἐσωτερικὸς τομέας — μυστικισμός, γνῶσις, ἕνωσις), μὲ μερικὲς ἀκτῖνες νὰ ἐκπορεύονται πρὸς τὰ ἔξω, πρὸς τὴν περιφέρεια, οἱ ὁποῖες ἀκτῖνες εἶναι οἱ διάφορες ἀποκαλύψεις τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ μονοπάτια ποὺ ὁδηγοῦν πίσω σ᾽ Αὐτόν, στὸν ὁποῖον ἑνώνονται ὑπερβάτικα. Οἱ θρησκεῖες, ἄν καὶ ἑνωμένες στὸ κέντρο, βρίσκονται στὴν ἄκρη τῆς περιφέρειας, ξεχωριστὴ καὶ ἀπόμακρη ἡ κάθε μιὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη (αὐτὸς εἶναι ὁ ἐξωτερικὸς τομέας — τύποι, δόγματα, τελετές).


Ἀπὸ αὐτὸ τὸ σχεδιάγραμμα καταλαβαίνει κανεὶς πόσο κεντρικὸ στὴν περεννιαλιστικὴ θεωρία εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐξωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς φανέρωσης τοῦ ἐσωτερισμοῦ καὶ ἐξωτερισμοῦ τῆς κάθε θρησκείας. Τὸ περεννιαλιστικὸ δόγμα διδάσκει πὼς κάθε θρησκεία ἔχει μία ἐπίσημη, θεσμικὴ διάσταση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ διάσταση ἐκείνης τῆς θρησκείας, ὅπου διαφέρει ῥιζικὰ ἀπὸ τὶς ἄλλες, καὶ ἐπίσης πὼς κάθε θρησκεία ἔχει μία ἐσωτερικὴ διάσταση, ἡ ὁποία βρίσκεται στὶς πνευματικὲς μεθόδους τῶν θρησκειῶν, ὅπου ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται πλησιάζουν περισσότερο ἡ μία τὴν ἄλλη καὶ μποροῦν νὰ φτάσουν ἀκόμη καὶ στὸ σημεῖο τῆς ταυτότητας. Θὰ ἐξετάσουμε αὐτὴν τὴν ἰδέα παρακάτω, ἀφοῦ πρῶτα παρουσιάσουμε ἄλλες πλευρὲς τῆς περεννιαλιστικῆς θεώρησης.


Ἡ περεννιαλιστικὴ θεώρηση τῆς θρησκείας βασίζεται στὴν ἀξιωματικὴ θεωρία πολλαπλῶν καὶ διαφόρων Ἀποκαλύψεων, «οἱ ὁποῖες “ἀποκρυσταλλώνουν” καὶ νὰ “ἐνεργοποιοῦν”, σὲ διαφόρους βαθμούς κατὰ περίπτωση, τὸν πυρήνα τῶν βεβαιοτήτων ὁ ὁποῖος…ἐνυπάρχει ἀιωνίως στὴν θεία Παντογνωσία».4


Ἀλλὰ αὐτὸ ἀναπόφευκτα μᾶς κάνει νὰ ἀναρωτηθοῦμε: γιὰ ποιὸν πειστικὸ λόγο νὰ ἐπιθυμεῖ ἄραγε ὁ Θεὸς πολλαπλὲς ἀποκαλύψεις τοῦ ἑαυτοῦ του, οἱ ὁποῖες νὰ εἶναι ἐμφανῶς ἀποκλίνουσες καὶ ὁλοφάνερα ἀντίθετες; Γιὰ τὸν Schuon, ὁ λόγος εἶναι ὅτι οἱ διαιρέσεις τῆς ἀνθρωπότητας τὸ ἀπαιτοῦν. Ἡ ἀνθρωπότητα «εἶναι διαιρεμένη σὲ διάφορους ξεχωριστοὺς κλάδους, ὁ καθένας τῶν ὁποίων ἔχει τὰ δικά του ἰδιάζοντα χαρακτηριστικά, ψυχολογικὰ καὶ μή, τὰ ὁποῖα καθορίζουν τὴν δεκτικότητά του πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ διαμορφώνουν τὴν ἀντίληψη ποὺ ἐχει τῆς πραγματικότητας».5 Σὲ αὐτοὺς τοὺς ποικίλους κλάδους λοιπόν, ὁ Θεὸς ἀπηύθυνε ποικίλες ἀποκαλύψεις, οἱ ὁποῖες διαμορφώθηκαν ἀπὸ τὶς ἰδιαιτερότητες κάθε ὁμαδοποίησης τῆς ἀνθρωπότητας:


«…Αὐτὸ ποὺ καθορίζει τὴς διαφορὲς τῶν τύπων τῆς Ἀληθείας εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν ἀνθρωπίνων δοχείων. Γιὰ χιλιᾶδες χρόνια ἡ ἀνθρωπότητα ἔχει ἤδη χωριστεῖ σὲ πολλοὺς ῥιζικὰ διαφορετικοὺς κλάδους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἰσάριθμες πλήρεις ἀνθρωπότητες, λίγο-πολὺ κλειστὲς στὸν ἑαυτό τους. Ἡ ὕπαρξη πνευματικῶν δοχείων τόσο διαφορετικῶν καὶ τόσο πρωτότυπων ἀπαιτεῖ διαφοροποιημένες διαθλάσεις τῆς μίας Ἀληθείας.»6


Ἑπομένως, οἱ περεννιαλιστὲς πιστεύουν πὼς ὁ Θεὸς ἔχει ἀναθέσει κάθε μία ἀπὸ τὶς «μεγάλες παγκόσμιες θρησκεῖες» σὲ συγκεκριμένο τομέα ἢ φυλὴ τῆς ἀνθρωπότητας, καὶ «ἡ κάθε μία εἶναι πλήρως ἀληθινὴ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι παρέχει στοὺς πιστούς της ὅλα ὅσα χρειάζονται γιὰ νὰ φτάσουν τὴν ὕψιστη ἢ πιὸ ὁλοκληρωμένη ἀνθρώπινη κατάσταση».7 Ἰσλὰμ γιὰ τοὺς Ἄραβες, Ἱνδουισμό, Βουδισμὸ καὶ Ταοϊσμὸ γιὰ τοὺς λαοὺς τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς, Χριστιανισμὸ γιὰ τοὺς λαοὺς τῆς Δύσης, Ἰουδαϊσμὸ γιὰ μία ἐκλογὴ Σημιτικῶν λαῶν, καὶ οὔτω καθεξῆς.


Ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Θεὸς μοιράζει ἀποκαλύψεις τοῦ ἑαυτοῦ του κομμένες στὰ μέτρα τῶν ὑποκατηγοριῶν τῆς ἀνθρωπότητας, τόσο κρίσιμη γιὰ ὁλόκληρη τὴν περεννιαλιστικὴ θεώρηση, ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν ξεκάθαρη μαρτυρία τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, κατὰ τὴν ὁποία ἀνατράπηκε ἡ κατάρα τῆς Βαβὲλ καὶ ἐνεργοποιήθηκε ἐν Χριστῷ ἡ ἑνότητα ὅλων τῶν φυλῶν τῶν ἀνθρώπων. Ἐν Χριστῷ τὸ «μεσότοιχον» ξεπεράστηκε καὶ οἱ «πολλὲς… ἀνθρωπότητες» ἑνώθηκαν, μιᾶς καὶ ἔχουν ἀπὸ κοινοῦ τὴν μία ἀνθρώπινη φύση ποὺ ἀνέλαβε ὁ Χριστὸς καὶ ποὺ τώρα κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός. Ὅπως γράφει ὁ πατὴρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ,


Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἴδια ἡ πληρότητα· εἶναι ἡ συνέχιση καὶ ἐκπλήρωση τῆς θεανθρώπινης ἕνωσης. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ μεταμορφωμένη καὶ ἀναγεννημένη ἀνθρωπότητα. Ἡ ἔννοια αὐτῆς τῆς ἀναγεννήσεως καὶ μεταμορφώσεως εἶναι ὅτι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡ ἀνθρωπότητα γίνεται μία ἑνότητα, «ἐν ἑνὶ σώματι». Ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἑνότητα καὶ ἕνωση. Τὸ σῶμα «συνυφαίνεται» καὶ «αὐξάνει» ἐν ἑνότητι Πνεύματος, ἐν ἑνότητι ἀγάπης. Ὁ χῶρος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἑνότητα. Καὶ φυσικὰ αὐτὴ ἡ ἑνότητα δὲν εἶναι ἐξωτερικὴ ἑνότητα, ἀλλὰ ἐσωτερική, ἐνδόμυχη, ὀργανική. Εἶναι ἡ ἑνότητα τοῦ ζῶντος σώματος, ἡ ἑνότητα τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἑνότητα ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἔννοια ὅτι εἶναι μία καὶ μοναδική· εἶναι ἑνότητα πρωτίστως ἐπειδὴ ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή της συνίσταται ἀπὸ τὴν ἐπανένωση τῆς χωρισμένης καὶ διαιρεμένης ἀνθρωπότητας. Αὐτὴ ἡ ἑνότητα εἶναι ποὺ ἀποτελεῖ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ἀνθρωπότητα περνάει σὲ ἄλλο πεδίο, εἰσέρχεται σὲ νέο τρόπο ὑπάρξεως.8





Ἐπιφανεῖς Ἐκκλησιαστικοὶ Ἠγέτες Ἐκφράζουν Περεννιαλισμό


Ἀπὸ τὰ τμήματα θρησκευτικῶν σπουδῶν μέχρι τὰ ὑπουργεῖα ἐξωτερικῶν, καὶ ὅλο καὶ περισσότερο στὰ τμήματα θεολογίας καὶ ἱεραρχίας, ἡ «ἀξιοπρέπεια» καὶ «ἀποδεκτότητα» τῆς Διηνεκοῦς Φιλοσοφίας τὴν ἔχει ἐν πολλοῖς καταστήσει κυρίαρχη πνευματικὴ φιλοσοφία τῶν ἡμερῶν μας. Διάσημοι λόγιοι ἢ ἔχουν ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ αὐτὴν σὲ μεγάλο βαθμὸ ἢ ἔχουν προσχωρήσει στὶς τάξεις της· ὅλοι ἀπὸ τὸν Ken Wilber ὣς τὸν John Tavener ὣς τὸν Πρίγκηπα Καρολο, ἐκεῖνον τὸν φημισμένο προσκυνητὴ τοῦ Βατοπεδίου.


Τὴν ἄποψη ὅτι ὁ Θεὸς ἐπιθυμεῖ πολλαπλὲς ἀποκαλύψεις κάποτε μποροῦσες νὰ τὴν βρεῖς μόνο ἀναμεταξὺ τῶν λογίων τῶν ἀφιερωμένων στὴν Διηνεκὴ Φιλοσοφία· σήμερα τὴν μοιράζονται καὶ τὴν ἐκφράζουν οἱ ἀνώτατοι ἐκπροσώποι τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τοῦ Ἰσλάμ. Τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, ὁ Πάπας Φραγκίσκος καὶ ὁ Μεγάλος Ἰμάμης τοῦ Ἀλ-Ἀζὰρ Ἄχμεντ ἀλ Ταγιὲμπ συνυπέγραψαν τὸ Κείμενο περὶ Ἀνθρώπινης Ἀδελφοσύνης γιὰ Παγκόσμια Εἰρήνη καὶ Συμβίωση κατὰ τὴν διάρκεια παγκοσμίου συνεδρίου περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος στὸ Abu Dhabi. Σὲ αὐτὴν τὴν κοινὴ δήλωση διατυπώθηκε ἕνας μεγάς στῦλος τοῦ περεννιαλισμοῦ:


«Ἡ πολλαπλότητα καὶ ἡ ποικιλία θρησκειῶν, χρωμάτων, φύλων [ἀρσενικοῦ, θυληκοῦ], φυλῶν καὶ γλωσσῶν εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μεσ᾽ στὴν σοφία του.»9


Ἡ ἐπίδραση τοῦ περεννιαλισμοῦ καθόλου δὲν περιορίζεται στοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ἑτεροδόξων. Ὀρθόδοξοι ἱεράρχες ἔχουν ἐκφραστεῖ μὲ πανομοιότυπους ὅρους, οὐσιαστικὰ παραθέτοντας ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Schuon καὶ τοῦ Coomaraswamy. Ὅπως δήλωσε καὶ ἕνας γνωστὸς Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου σὲ πρόσφατη διαθρησκειακὴ συνάντηση,


«Ὅταν ἀνυψώνεις μία θρησκεία πάνω ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες, εἶναι σὰν νὰ ἀποφασίζεις ἐσὺ ὅτι ὑπάρχει μόνο ἕνα μονοπάτι ποὺ ὁδηγεῖ στὸ κορυφὴ τοῦ βουνοῦ. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι ἐσὺ ἁπλῶς δὲν μπορεῖς νὰ δεῖς τὶς μυριάδες τῶν μονοπατιῶν ποὺ ὁδηγοῦν στὸν ἴδιο προορισμό, ἐπειδὴ περιβάλλεσαι ἀπὸ κοτρόνες προκαταλήψεως ποὺ σοῦ ἀποκρύπτουν τὴν θέα.»10


Εἶναι δύσκολο νὰ συλλάβει κανεὶς δήλωση πιὸ σύμφωνη μὲ τὸν περεννιαλισμὸ καὶ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς καὶ πιὸ ἀβάσιμη καὶ ἀταίριαστη μὲ τὸ φρόνημα τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ, τῶν ἀληθινῶν μύστων τῆς ζωῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ ἰσότητα τῶν θρησκειῶν καὶ ἡ ἐσωτερική τους ἑνότητα καὶ τὰ σωτηριώδη μονοπάτια ποὺ ὁδηγοῦν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ στὸ ἀπόλυτο (σήματα κατατεθέντα τοῦ περεννιαλισμοῦ) εἶναι ὅλα παρόντα. Αὐτὸ ὅμως ποὺ παρουσιάζει ἀκόμη μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον γιὰ ἑμᾶς εἶναι ἡ ταύτιση τῆς πιστότητας στὸν Χριστὸ, ὡς τὴν μόνη Ὁδὸ πρὸς τὸν Πατέρα, μὲ τὴν μισαλλοδοξία καὶ τὴν προκατάληψη. Αὐτὸ θυμίζει τὶς κρίσεις δύο γνωστῶν Ὀρθοδόξων ἀπολογητῶν, τὴν ἀπάντηση τοῦ πατρὸς Ἰωάννη Ῥωμανίδη στὴν συμφωνία τοῦ Μπαλαμάντ καὶ τὴν πρόῤῥηση τοῦ πατρὸς Δανιὴλ Συσόγιεφ γιὰ τὸ μέλλον τῆς Ὀρθόδοξης ἰεραποστολῆς καὶ διωγμοῦ.


Ὅταν οἱ Ὀρθόδοξοι στὸ Μπαλαμὰντ εἶχαν πέσει σὲ πλάνη καὶ ἐπεξέτειναν πλήρη ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων τῶν Λατίνων, ὁ πατὴρ Ἰωάννης διορατικὰ συνειδητοποίησε ὅτι ἀπὸ ἐδὼ καὶ στὸ ἑξῆς ἡ μόνη εὔλογη ἐξήγηση γιὰ τὴν συνεχιζόμενη ἄρνηση τῶν Ὀρθοδόξων νὰ συγκοινωνοῦν καὶ νὰ συλλειτουργοῦν θὰ ἦταν ἡ μισαλλοδοξία.


Ἀκόμη πιὸ εὔστοχες ἦταν οἱ παρατηρήσεις τοῦ πατρὸς Δανιήλ. Ὁ πατὴρ Δανιὴλ ἦταν μέγας ἱεραπόστολος καὶ ἡ ἐμπειρία του κηρύττοντας καὶ διδάσκοντας τὴν πίστη σὲ πολλοὺς ἑτεροδόξους, συμπεριλαμβανομένων καὶ ἄνω τῶν ὀγδόντα μουσουλμάνων ποὺ ἀσπάστηκαν τὴν Ὀρθοδοξία χάρη στὸ ἔργο του, τὸν ἔκανε νὰ δεῖ καθαρὰ τὴν φύση τοῦ διωγμοῦ ποὺ πλησιάζει. Ἡ πρόκληση ποὺ ἔρχεται δὲν θὰ εἶναι γιὰ τοὺς χριστιανοὺς νὰ ἀρνηθοῦν τὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ στὰ ἴσια. Θὰ τοὺς ἀπαιτηθεῖ ὅμως νὰ ἀποδεχθοῦν τὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες ὡς ἐξίσου σωτήρια μονοπάτια πρὸς τὸν Ἕνα Θεό. Οἱ χριστιανοὶ θὰ διαιρεθοῦν: ὅσοι θὰ ἀποδεχθοῦν αὐτὴν τὴν πρόταση θὰ ἑνωθοῦν κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο μὲ τὶς θρησκεῖες, ἐνῷ ὅσοι ἀρνηθοῦν θὰ διωχθοῦν ὡς μισαλλόδοξοι καὶ ἐπικίνδυνοι γιὰ τὴν κοινωνικὴ εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια.


Σύντομη Ὀρθόδοξη Ἀνάλυση τῆς Περεννιαλιστικῆς Θεώρησης


Τί νὰ πεῖ κανεὶς, στὸν περιορισμένο χρόνο ποὺ μᾶς δίνεται, γιὰ τὴν περεννιαλιστικὴ θεώρηση; Κατ᾽ ἀρχάς, ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τῆς γνώσεως, τὴν γνωσιολογία, παρατηροῦμε ὅτι, ὰν καὶ θεωρητικὰ οἱ ἐσωτερικὲς γνώσεις ὀφείλουν νὰ ἀποκτῶνται a posteriori, ἐκ τῶν ὑστέρων, ὑποτίθενται a priori, ἐκ τῶν πρωτέρων. Αὐτὸ ποὺ εἶναι οὐσιαστικὰ καθαρή, διανοητικὴ εἰκασία ἐκ μέρους τοῦ συγγραφέως (ἀφοῦ δὲν μπορεῖ, ἐξ ὁρισμοῦ, νὰ ἔχει προσωπικὴ ἐμπειρία κάθε θρησκείας), ἐκτίθεται μὲ ἐξαιρετικὴ ἀλλὰ ἀδικαιολόγητη πεποίθηση (ὑπερηφάνεια, ἔπαρση). Ἐπίσης, οἱ θρησκευτικὲς ἀντιλήψεις ποὺ ἐκπροσωποῦν οἱ περεννιαλιστὲς εἶναι σχεδὸν ἀποκλειστικὰ μὴ Χριστιανικὲς καὶ εἰδικὰ μὴ Ὀρθόδοξες. Αὐτὸ δὲν τοὺς ἀποτρέπει ἀπὸ τὸ νὰ διαβεβαιώνουν τοὺς ἀναγνῶστες τοὺς ὅτι οὔσιαστικά, ἔσωτερικά, ὁ τρόπος προσευχῆς, καθάρσεως καὶ κοινωνίας εἶναι πραγματικὰ πολὺ παρόμοια ἢ καὶ πανομοιότυπα κατὰ μῆκος τοῦ θρησκευτικοῦ τοπίου. Εἶναι ἄκρως βολικὸ γιὰ τοὺς περεννιαλιστὲς τὸ ὅτι ἡ «ἑνότητα τῶν θρησκειῶν» βρίσκεται πέραν τοῦ διαχωριστικοῦ τείχους μεταξὺ ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ καὶ ἑπομένως ἀποτελεῖ μία πραγματικότητα ποὺ ποτέ δὲν μπορεῖ ἐμπειρικὰ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ, μιᾶς καὶ ὁ κάθε πιστὸς ἀναγκαστικὰ παραμένει ἐντὸς τῆς δικῆς του θρησκευτικῆς παράδοσης. Τελικὰ λοιπὸν εἶναι θέμα ἐμπιστοσύνης στοὺς περεννιαλιστὲς «διδασκάλους» καὶ παρατηρεῖται ὅτι ἀκόμη καὶ διάσημοι προσήλυτοι στὴν Ὀρθοδοξία διατηροῦν ἀρκετὴ ἐμπιστοσύνη σ᾽ αὐτούς, τόση ὥστε βλέπουν τὴν Ὀρθοδοξία μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τοῦ περεννιαλισμοῦ καὶ ὄχι τὸ ἀντίστροφο.


Ὀφείλουμε ὡστόσο νὰ ῥωτήσουμε: εἶναι κὰν ἔγκυρη αὐτὴ ἡ ὀξεία ἀντίθεση ἐξωτερικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ; Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Παράδοση καὶ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ ἔχουμε καμμία βάση γιὰ μία τέτοια ὀξεία διαφοροποίηση μεταξὺ τῶν τύπων καὶ τοῦ Πνεύματος; Ὁ Ὀρθόδοξος ῥεαλισμὸς δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ διαχωρίσουμε τὴν Σάρκα ποὺ ἐνδύθηκε ὁ Λόγος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ποὺ ἀπέστειλε ὁ Λόγος καὶ τὸ ὁποῖο κατέρχεται ἐπὶ τῶν τύπων τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, μεταμορφώνοντάς τα στὸ Σῶμα καὶ στὸ Αἷμα ποὺ βρίσκονται αὐτὴν τὴν στιγμὴ στὰ δεξιά τοῦ Πατρός. Πράμγατι, ἡ μεταμόρφωση αὐτῶν τῶν ἐξωτερικῶν τύπων ὑπὸ τοῦ Πνεύματος σὲ Ζωὴ Αἰώνιο λαμβάνει χώρα πέραν τοῦ διαχωριστικοῦ τείχους μεταξὺ ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ, ὅπου ἑμεῖς ἀνεβαίνουμε ὅσω ἀκόμη εἴμαστε ἐν σαρκί. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ «σκανδαλώδης» ἰδιαιτερότητα τῆς Ἐνσαρκώσεως καὶ τῆς Αἰωνίου Ταυτότητας τοῦ Λόγου μὲ τὴν Σάρκα ποὺ προσέλαβε εἶναι «πρόσκομμα» γιὰ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου καὶ θέτει τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ξέχωρα ὡς ἐπὶ γῆς Οὐρανὸ καὶ οὐδαμῶς θρησκεῖα. Στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τὸ ἔσωτερικὸ Ἀπόλυτο ἐφανερώθη μὲ ἐξωτερικὴ μορφὴ, ἀφοῦ «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α´ Τιμ. 3,16), «ὁ ἑωρακὼς [τὸν Χριστὸν] ἑώρακε τὸν πατέρα» (Ἰω. 14,9) καὶ «δι᾿ αὐτοῦ ἔχομεν τὴν προσαγωγὴν… ἐν ἑνὶ πνεύματι πρὸς τὸν πατέρα» (Ἐφ. 2,18).


Δὲν ἔχουμε αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ Λόγου ποὺ νὰ πιστοποιοῦν τὴν ὕπαρξή του μὲ τὴν μορφὴ ἑνὸς βιβλίου, πόσῳ μᾶλλον του Κορανίου, ἀλλὰ μᾶλλον Αὐτός, «ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος» (Φιλ. 2,6). Ἀντίθετα πρὸς τὶς θεωρίες τῶν περεννιαλιστῶν, ἡ ἐμπειρία τῶν θρησκειῶν, εἰδικὰ τοῦ Ἰσλάμ, δὲν εἶναι ὲμπειρία ἑνὸς κενωτικοῦ Θεοὺ, ο οποίος «σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλ. 2,8). Ἐπίσης, ἀντίθετα πρὸς τὴν περεννιαλιστικὴ ἰδέα τῆς οἰκονομίας της εν Χριστώ σωτηρίας περιορισμένης σὲ ἕναν τομέα τῆς ἀνθρωπότητας καὶ στὸν περιορισμὸ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἔνσαρκου Λόγου στὴν «ἐξωτερικὴ» σφαίρα, ἀκόμη καὶ σὲ ἕνα μόνο μέρος του, ἑμεῖς κηρύττουμε Χριστὸ Ἐσταυρωμένο, τὸν ὁποῖο «καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός» (Φιλ. 2,9-11).


Στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στὴν Ἐκκλησία, ἔχουμε τὴν ἑνότητα γῆς καὶ οὐρανῶν, χρόνου καὶ αἰωνιότητας, τῆς πηγῆς τῆς Ἀποκαλύψεως καὶ τῆς φανερωμένης Ἀληθείας, τοῦ ἀπολύτου καῖ τοῦ πεπερασμένου. Μιᾶς καὶ ὁ Λόγος ἔγινε καὶ παρέμεινε σάρξ, ὁ «ἐξωτερικὸς» Προσωπικὸς τρόπος ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ταυτόχρονα καὶ ὁ «ἐσωτερικὸς» «ἀνώτερος τρόπος ὑπάρξεως» τοῦ Θεοῦ. Ὁ Λόγος ποὺ ἔγινε σάρκα καὶ κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς ῆλθε, καὶ θὰ ξαναέλθει, γιὰ νὰ κρίνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὄχι μόνο ἕναν τομέα τῆς ἀνθρωπότητας, ὄχι βάσει κάποιου ἐσωτερικοῦ, μυστικοῦ, κρυμμένου πνευματικοῦ νόμου ἀλλὰ βάσει τῶν Ἐντολῶν του, οἱ ὁποῖες δόθηκαν γιὰ νὰ ζοῦν ὅλοι σύμφωνα μὲ αὐτὲς καὶ ἐν αὐταῖς, διότι ἀποτελοῦν ὄχι κτιστοὺς τύπους ἀλλὰ ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες.


Γιὰ ποιὸν λόγο σηματοδοτεῖ ἡ ἄνοδος τοῦ περεννιαλισμοῦ τὸ τέλος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ;


Θὰ πρέπει νὰ ἔχει ἤδη καταστεῖ σαφὲς ὅτι μὲ τὸν περεννιαλισμὸ δὲν ἔχουμε οἰκουμενισμὸ κατὰ τὴν συνηθισμένη, κοινή του σημασία, ἀφοῦ ἡ ἑνότητα περὶ τῆς ὁποίας μιλοῦν αὐτοὶ οἱ φιλόσοφοι ὑφίσταται μόνο στὸ ὑπερβατικὸ πεδίο — στὸ πεδίο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἴδιος Ὑπερβατικὴ Ἑνότητα. Δὲν ἐργάζονται λοιπὸν γιὰ μία φανερὴ ἑνότητα ἐν ἀληθείᾳ, ὅπως ἐργάζεται [τάχα] ὁ σύγχρονος οἰκουμενισμός, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι ἤδη ἀναγνωρίζουν αὐτὴν τὴν ἑνότητα ὡς ὑπάρχουσα στὸ ἐσωτερικό, ὑπερβατικὸ πεδίο καὶ δὲν ἔχουν καμμία ἐπιθυμία γιὰ ἑνότητα στὸ φανερό, ἐξωτερικό, ἐγκόσμιο πεδίο.


Ἡ προσπάθεια νὰ ἐπιτευχθεῖ τὸ ἀδύνατο, νὰ δημιουργηθεῖ δηλαδὴ ἕνα ὡραῖο μωσαϊκὸ τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ θρυμματισμένα κομμάτια τοῦ Προτεσταντισμοῦ σύντομα θὰ ἐγκαταλειφθεῖ ὁριστικά. Τὸ τέλος τοῦ οἰκουμενισμοῦ ὅπως τὸν ξέραμε πλησιάζει. Ἡ «ἑνότητα» ποὺ ζητᾶ ὁ κόσμος θὰ βρεθεῖ στὴν ὑπερβατικὴ ἑνότητα τῶν θρησκειῶν ποὺ προσφέρει ὁ περεννιαλισμός.


Καὶ αὐτὴ ἡ ἑνότητα θὰ βιωθεῖ ὡς ἕνας δεινὸς πειρασμός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπισκεφτεῖ τὴν Ἐκκλησία παγκοσμίως· θὰ ξεθωριάσει, γιὰ νὰ παραμερίσει, τὸ Θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστού καὶ τοῦ Σώματός του, τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸς ὁ πειρασμὸς θὰ εἶναι ὁ τελευταῖος τῆς ἱστορίας. Ἔχει προφητευτεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως. Λέγει: «Ὅτι ἐτήρησας τὸν λόγον τῆς ὑπομονῆς μου, κἀγώ σε τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ, τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης, πειράσαι τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἀπ. 3,10). Ὅπως μᾶς λέει ὁ μεγάλος γέροντας Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος, «ὁ πειρασμὸς αὐτός, ἀφοῦ θὰ καλύπτει ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, δὲν θὰ εἶναι παρὰ ἡ μεγάλη νοθεία τῆς πίστεως εἰς τὸ θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ».


Ἀποκαλυπτικὰ γεγονότα ἀνατέλλουν στὸν ὁρίζοντα. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἐσχάτη γενιὰ τῶν ἀνθρώπων θὰ κραυγάσει γιὰ εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν θὰ τὴν ἔχουν (καὶ τότε θὰ πέσει ἡ μάχαιρα), οἱ ἄνθρωποι ποὺ τώρα κραυγάζουν γιὰ ἑνότητα καὶ μάλιστα παγκόσμια ἑνότητα (ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν τὴν ἔχουν) θὰ τὴν βροῦνε στὸν περεννιαλισμό, ὁ ὁποῖος τοὺς δίνει αὐτὴν τὴν ἑνότητα σχέδον χωρὶς κόπο (χωρὶς τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν σταύρωση τοῦ νοός). Ὅπως τὸν κομμουνισμό, ὁ ὁποῖος δὲν μποροῦσε νὰ ἰκανοποιήσει τὴν λαχτάρα τῶν ἀνθρώπων λόγῳ τοῦ ἀρνητικοῦ, καταπιεστικοῦ προσανατολισμοῦ του, ὁ συγκρητιστικὸς οἰκουμενισμὸς τῆς νεωτερικότητας δὲν ἰκανοποιεῖ τὴν λαχτάρα τῶν ἀνθρώπων γιὰ μία βαθύτερη, μυστικὴ ἑνότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ τῆς καθόλου ἀνθρωπότητας. Ἡ ἀνθρωπότητα θὰ ἀπαιτήσει μιὰ γερή, παραδοσιακὴ καὶ οἰκουμενικὰ ἀποδεκτὴ ἐξήγηση (ἐλκυστικὴ πρὸς τοὺς ἀσιᾶτες) ὡς πρὸς τὸ πῶς ἡ θρησκεία δὲν διαιρεῖ ἀλλὰ ἑνώνει τὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ περεννιαλισμὸς εἶναι σὲ θέση νὰ γίνει ἡ θεωρητικὴ βάση πολλῶν χριστιανῶν (ἀκόμη καὶ «ὀρθοδόξων») γιὰ τὴν οὐσιαστική, ἂν καὶ ὑπερβατικὴ καὶ ἐσωτερική, ἑνότητα τῶν θρησκειῶν ὑπὸ τοῦ Ἀντιχρίστου.


Ἐπιτέλους τὸ ἐκκρεμὲς σταμάτησε τὴν ταλάντευσή του, μιᾶς καὶ φτάσαμε στὴν δωδεκάτη ὥρα τῆς ἱστορίας, τὴν καρδιὰ τῆς νύχτας τοῦ κόσμου τούτου, ὁπότε μαθητὲς κοιμοῦνται καὶ προδίδουν προδότες καὶ ὁ Ἔνσαρκος Χριστὸς, ὁ Ἐσταυρωμένος, παραμερίζεται γιὰ χάρη ἑνὸς Σωτῆρος ἄνευ σταυροῦ.


1 Lings, Martin; Minnaar, Clinton (2007), The Underlying Religion: An Introduction to the Perennial Philosophy, World Wisdom, p. xii.


2 Ἔ.ἄ.


3 Ἔ. ἄ. σ. xv (ιε´).


4 Oldmeadow, Harry (2010), Frithjof Schuon and the Perennial Philosophy, Word Wisdom, ISBN 978-1-935493-09-9, page vii.


5 Oldmeadow, Harry, Traditionalism: Religion in the light of the Perennial Philosophy, Sophia Perennis, San Rafael, CA., 2000, p. 69.


6 Schuon, Frithjof, Gnosis: Divine Wisdom, Perennial Books, London, 1979, p. 29.


7 Cutsinger, James, “Perennial Philosophy and Christianity”: https://www.cutsinger.net/pdf/perennial_philosophy...


8 Florovsky, Fr. Georges, “The Catholicity of the Church”: https://jbburnett.com/resources/florovsky/1/florovsky_1-3-catholicity.pdf, p. 3.


9 Source: https://www.vaticannews.va/en/pope/news/2019-02/po...


10 Source: https://www.goarch.org/-/irf-summit


orthodoxethos


Τὸ προφητικὸ χάρισμα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Οἱ ἐκ Θεοῦ προφῆτες καὶ οἱ ψευδοπροφῆτες

 

Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ

«προφητείας μὴ ἐξουθενεῖτε» (Α´ Θεσ. 5,20)

Οἱ πιστοὶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀείποτε καθίστανται μέτοχοι τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος, καὶ βιώνουν τὴ μέθεξη τῶν ἀκτίστων τοῦ Θεοῦ ἐνεργειῶν, οἱ ὁποῖες, χωρὶς νὰ ἰσοπεδώνουν καὶ καταργοῦν τὶς ἰδιότητες τοῦ κτιστοῦ, τὶς ἀναστέλλουν, τὶς καθαγιάζουν καὶ τὶς ὑπερβαίνουν.

Ἕνα ἀπὸ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ στὶς κεκαθαρμένες ἀπὸ τὰ πάθη ψυχὲς ἀποτελεῖ καὶ τὸ προφητικὸ χάρισμα, ἰδιαίτερα σημαῖνον στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀλλ᾽ ἡ συγκεχυμένη πνευματικὰ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τῆς ἐποχῆς μας, μέσα στὴ δίνη τῆς πολυποίκιλης πλάνης της τὸ ἔχει περιλάβει —ἀλίμονο!— καὶ αὐτό. Καί, δύο παράλληλες καὶ ψυχοφθόρες πλάνες, ὡς...


ἄλλοι ἰσοβαθεῖς καὶ ἰσόμετροι κρημνοί, ἡ προτεσταντίζουσα λεγόμενη «Μεταπατερικὴ θεολογία»1  καὶ ὁ ἄκριτος καὶ ἀδιάκριτος Ζηλωτισμός2 , ἀγωνίζονται σὰν σὲ διελκυστίνδα, νὰ ἀλλοιώσουν σὺν ἄλλοις καὶ τὸ θεόσδοτο προφητικὸ χάρισμα. Καὶ ἡ μὲν πρώτη τὸ ἀμφισβητεῖ, τὸ εἰρωνεύεται καὶ τὸ «ἐξουθενεῖ» μέχρις ἀπόρριψης, ἐνῶ ὁ δεύτερος τὸ ὑπερτονίζει ἀδιάκριτα καὶ πεπλανημένα. Ἀντίθετα, ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς ἡ μέση καὶ βασιλικὴ ὁδὸς —καθὼς κατὰ τὸν Θεολόγο Γρηγόριο «ὀρθοδοξεῖν ἐστὶ τὸ ἀεὶ σχοινοβατεῖν», «τὰς ἐφ᾽ ἑκάτερα ἐκκλίνοντα ῥοπὰς»— ἔχει μία ἐντελῶς διαφορετικὴ θεώρηση γιὰ τὴν προφητεία.

Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς

Γιὰ τοῦτο καὶ μὲ πόνο ψυχῆς γιὰ τὰ ὅσα πεπλανημένα στὶς μέρες μας λέγονται καὶ γράφονται γιὰ τὸ θεϊκὸ τοῦτο δώρημα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους σκέφθηκα νὰ γράψω κάτι γιὰ τὸ προφητικὸ χάρισμα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Θὰ προσπαθήσω, ὡς ἄλλος «καλὸς ῥαγολόγος», κατὰ τὸν θεοφόρο πατέρα ἡμῶν Ἰωάννη τὸν Σιναΐτη, βασιζόμενος στὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἐρανιζόμενος ἀπὸ τὴ σοφία παλαιῶν καὶ συγχρόνων ἁγίων, ἀληθινῶν καὶ ἀπλανῶν μετόχων τοῦ χαρίσματος τούτου, νὰ παρουσιάσω στοὺς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους ἀναγνῶστες κάποιες πτυχές του.


Πρὶν προχωρήσουμε στὸ καθαυτό μας θέμα, θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθοῦμε εἰσαγωγικὰ στὸ σπουδαῖο θέμα τοῦ ποιός εἶναι προφήτης καὶ ποιός δὲν εἶναι, καὶ τί εἶναι προφητεία-προφητικὸ χάρισμα.


Ἐπειδή, κατὰ τὸ ἀρχαῖο γνωμικό, «ἀρχὴ σοφίας ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις», θὰ δοῦμε καταρχὴν τὴν ἐτυμολογία τῆς ἀρχαιοελληνικῆς λέξης προφήτης καὶ τοῦ σύστοιχου ρήματος προφητεύω, καθὼς καὶ τὴν ἀρχικὴ σημασία τους. Οἱ λέξεις αὐτὲς παράγονται ἀπὸ τὴν πρόθεση πρὸ καὶ τὸ ρῆμα φημὶ (λέγω). Ἐδῶ ἡ πρόθεση πρὸ ἔχει ὡς πρώτη καὶ κύρια ἔννοια ὄχι χρονικὴ ἀλλὰ τὴν ἐκπροσώπηση, καὶ ἑπομένως προφήτης εἶναι αὐτὸς ποὺ μιλᾶ πρό, ἐνώπιον, ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ καὶ ἑρμηνεύει τὴ βουλή, τὸ θέλημά Του στοὺς ἀνθρώπους3 .


ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης καὶ ὅσιος Παΐσιος

Στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν πατερικὴ παράδοση, προφήτης εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει διέλθει τὰ στάδια τῆς κάθαρσης ἀπὸ τὰ ψεκτὰ πάθη, προχώρησε στὸν ἐνυπόστατο φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ ἔφθασε στὴν κατὰ χάριν θέωση, στὸν δοξασμό4 . Ἔχοντας λοιπὸν ὁ θεωμένος ἀληθινὴ κοινωνία-γνώση τοῦ Θεοῦ, καθίσταται αὐθεντικὸς διδάσκαλος τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ διδάσκει ἀπλανῶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στοὺς πιστούς. Περαιτέρω, ὁ προφήτης, ὡς ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, δέχεται ἔκτακτες ἀποκαλύψεις ἀπὸ τὸν Θεὸ καί, μέσα στὸ πλαίσιο τῆς αὐθεντικῆς διδασκαλίας τοῦ θείου θελήματος, προλέγει μελλοντικὰ γεγονότα, γιὰ νὰ καθοδηγήσει τοὺς πιστοὺς σὲ μετάνοια.


Ἡ προφητεία λοιπόν, ὡς ἀληθινὴ γνώση καὶ ἁπλανὴς διδασκαλία τοῦ θείου θελήματος καὶ συνάμα πρόγνωση τῶν μελλόντων, ἀποτελεῖ χάρισμα Θεοῦ. Ὁ Θεός μας εἶναι, μεταξὺ ἄλλων, καὶ παντογνώστης. Γι᾽ Αὐτὸν δὲν ὑπάρχουν χρονικὰ ὅρια καὶ φραγμοί. Καί, μέρος αὐτῆς τῆς παγγνωσίας του μεταδίδει στοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους του, μεταδίδει στοὺς προφῆτες του.


Ἐδῶ νὰ τονίσουμε πὼς προφῆτες  δὲν  ἔχουμε  μόνο  στὴν  Παλαιὰ Διαθήκη,  ἀλλὰ  καὶ  στὴν  ἐποχὴ  τῆς  Χάριτος,  καὶ  θὰ  ἔχουμε  μέχρι  τὴ  συντέλεια τῶν αἰώνων. «Μιλώντας γιὰ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἔχει ἐντοπισθῆ μία διαφορὰ μεταξύ τους. Δηλαδή, οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔβλεπαν τὸν ἄσαρκο Λόγο, ἐνῶ οἱ Προφῆτες τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔβλεπαν τὸν σεσαρκωμένο Λόγο»5 .


Στάρετς Ἀνατόλιος τῆς Ὄπτινα

Στὰ χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁρισμένοι μόνο ἄνθρωποι, ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ, «ὑπὸ Πνεύματος ἁγίου φερόμενοι», ἐξέφεραν προφητεῖες (Β´ Πέτρ. 1, 21). Αὐτὸ ἦταν τὸ κατεξοχὴν ἔργο τῶν προφητῶν: νὰ ἐξαγγέλλουν στὸν λαὸ σὲ κάθε περίσταση τὸ θεῖο θέλημα καὶ νὰ τοὺς τὸ διερμηνεύουν, νὰ τὸ ἀναλύουν καὶ ἐπεξηγοῦν, γιὰ νὰ γίνεται σαφῶς ἀντιληπτὸ ἀπὸ ὅλους. Ἐπειδὴ λοιπὸν σ᾽ αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἀποκάλυπτε τὸ θέλημά Του, γι᾽ αὐτὸ οἱ προφῆτες ὀνομάζονταν καὶ «οἱ βλέποντες», καθὼς αὐτοὶ εἶχαν τὸν θεῖο φωτισμὸ καὶ ἦταν σὲ θέση νὰ βλέπουν, νὰ κατανοοῦν πλήρως τὴ σημασία κάποιων γεγονότων ἢ θαυμαστῶν σημείων, καὶ νὰ τὰ ἐπεξηγοῦν στὸν λαό.


Αὐτὴ ἡ ἱκανότητα τῶν παλαιῶν προφητῶν, τώρα, στὴν ἐποχὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος, ἐπεκτείνεται καὶ σὲ βάθος καὶ σὲ πλάτος. Διότι ὁ κάθε χριστιανός, ποὺ ἔχει βαπτισθεῖ καὶ λάβει τὸ ἅγιον Μύρο καὶ κοινωνεῖ τῶν θείων Μυστηρίων, μετέχει, ὅπως λέμε στὴ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας, στὸ τριπλὸ ἀξίωμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθίσταται δηλαδὴ καὶ ὁ ἴδιος κατὰ χάριν προφήτης, ἱερεὺς καὶ βασιλεύς. Ὅλοι δηλαδὴ τώρα οἱ βαπτισμένοι χριστιανοί, καθὼς λαμβάνουν «Πνεῦμα σοφίας, Πνεῦμα συνέσεως» (Ἠσ. 11, 2), γίνονται «διδακτοὶ Θεοῦ» (Ἰω. 6, 45) καὶ ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ καταστοῦν προφῆτες, νὰ λάβουν δηλονότι ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τὸ προφητικὸ χάρισμα, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι αὐτὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, ὅταν βρεῖ καθαρὰ σκεύη, τοὺς διανοίγει τὶς ἐσωτερικὲς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς, γιὰ νὰ κατανοοῦν τὸ θεῖο θέλημα καὶ τὶς ἀλήθειες τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ποὺ σώζουν. Εἶναι αὐτὴ εἰδικὴ ἐπενέργεια τῆς θείας Χάριτος στοὺς βαπτισμένους χριστιανούς: ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ.


Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης

Αὐτὸ ἀκριβῶς ἤθελε νὰ δηλώσει καὶ ἡ προφητεία ἐκείνη τοῦ Ἰωήλ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἐπρόκειτο νὰ ἐκχύσει πλούσια στὸν λαό Του τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε ὅλοι, ἀνεξαρτήτως φύλου, φυλῆς, ἡλικίας καὶ κοινωνικῆς τάξεως, νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοοῦν τὸν λόγο καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μποροῦν νὰ τὸ ἐπεξηγοῦν, νὰ τὸ διερμηνεύουν στὸν κόσμο· μὲ ἕνα λόγο, νὰ προφητεύουν: «Καὶ ἔσται μετὰ ταῦτα καὶ ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματος μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα, καὶ προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν… καὶ ἐπὶ τοὺς δούλους μου καὶ ἐπὶ τὰς δούλας μου ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματος μου» (Ἰωήλ 3, 1-2). Τὴν προφητεία αὐτὴ ἐξάλλου ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος ἐπικαλέστηκε, προκειμένου νὰ ἐξηγήσει στὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἀπὸ κάθε σημεῖο τῆς γῆς στὰ Ἱεροσόλυμα τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ παράδοξο φαινόμενο τῆς μεταδόσεως σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες τῶν ὑπερφυῶν ἀληθειῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ χριστιανικοῦ κηρύγματος. Ἔργο στὸ ὅποιο ἐπιδίδονταν, ὄχι μόνον οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι, ἀλλὰ ὅλο τὸ πλῆθος τῶν ἑκατὸν εἴκοσι πιστῶν ποὺ ἦταν συναγμένοι στὸ ὑπερῶο ἐκεῖνο, ὅπου ἔγινε ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Πρξ. 2, 16-18).


Γιὰ νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος —ἀφοῦ συνήθως ὑπάρχει τάση ἀμφισβήτησης τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος μετὰ Χριστόν—, στὴν Καινὴ Διαθήκη ὑπάρχει πληθώρα χωρίων γιὰ τὴν προφητεία, τοὺς προφῆτες καὶ τὸ προφητικὸ χάρισμα. Θὰ παραθέσουμε στὴ συνέχεια καὶ ἐπιλεκτικὰ σχετικὰ χωρία, ἀρχίζοντας ἀπὸ λόγους τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀκριβῶς ἀναδεικνύουν τὸ προφητικὸ χάρισμα καὶ ἀποδεικνύουν τὴν ἐκ Θεοῦ προέλευσή του.


«Ὁ δεχόμενος ὑμᾶς ἐμὲ δέχεται, καὶ ὁ ἐμὲ δεχόμενος δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με.  ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ὄνομα προφήτου μισθὸν προφήτου λήψεται, καὶ ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήψεται» (Μθ 10,40-41)· «ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος εἰ μὴ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ» (Μθ 13,57· παράλληλα τὰ Μκ 6,4· Λκ 4,24 καὶ  Ἰω. 4,44)· «διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω πρὸς ὑμᾶς προφήτας καὶ σοφοὺς καὶ γραμματεῖς· καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενεῖτε καὶ σταυρώσετε, καὶ ἐξ αὐτῶν μαστιγώσετε ἐν ταῖς συναγωγαῖς ὑμῶν καὶ διώξετε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν» (Μθ 23,34· παράλληλο τὸ Λκ 11,47).


Ἡ τάξη τῶν προφητῶν ἦταν μία πραγματικότητα στὴν πρωτοχριστιανικὴ Ἐκκλησία, μὲ ἐξέχουσα θέση καὶ δράση μεταξὺ τῶν πιστῶν. Τοῦτο κατεξοχὴν μαρτυρεῖται στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, ἀπὸ ὅπου παραθέτουμε ἐφεξῆς σχετικὰ χωρία.


α. «Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφῆται εἰς Ἀντιόχειαν· ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἄγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ᾿ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος» (Πρξ 11,27-28).


β. «Ἦσαν δέ τινες ἐν Ἀντιοχείᾳ κατὰ τὴν οὖσαν ἐκκλησίαν προφῆται καὶ διδάσκαλοι, ὅ τε Βαρνάβας καὶ Συμεὼν ὁ ἐπικαλούμενος Νίγερ, καὶ Λούκιος ὁ Κυρηναῖος, Μαναήν τε Ἡρῴδου τοῦ τετράρχου σύντροφος καὶ Σαῦλος.  λειτουργούντων δὲ αὐτῶν τῷ Κυρίῳ καὶ νηστευόντων εἶπε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· ἀφορίσατε δή μοι τὸν Βαρνάβαν καὶ τὸν Σαῦλον εἰς τὸ ἔργον ὃ προσκέκλημαι αὐτούς» (Πρξ 13,1-2).


γ. «Ἰούδας τε καὶ Σίλας, καὶ αὐτοὶ προφῆται ὄντες, διὰ λόγου πολλοῦ παρεκάλεσαν τοὺς ἀδελφοὺς καὶ ἐπεστήριξαν» (Πρξ 15,32).


δ. «τῇ δὲ ἐπαύριον ἐξελθόντες ἤλθομεν εἰς Καισάρειαν, καὶ εἰσελθόντες εἰς τὸν οἶκον Φιλίππου τοῦ εὐαγγελιστοῦ, ὄντος ἐκ τῶν ἑπτά, ἐμείναμεν παρ᾿ αὐτῷ.  τούτῳ δὲ ἦσαν θυγατέρες παρθένοι τέσσαρες προφητεύουσαι. ἐπιμενόντων δὲ ἡμῶν ἡμέρας πλείους κατῆλθέ τις ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας προφήτης ὀνόματι Ἄγαβος,  καὶ ἐλθὼν πρὸς ἡμᾶς καὶ ἄρας τὴν ζώνην τοῦ Παύλου, δήσας τε αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας εἶπε· τάδε λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· τὸν ἄνδρα οὗ ἐστιν ἡ ζώνη αὕτη, οὕτω δήσουσιν εἰς Ἱερουσαλὴμ οἱ Ἰουδαῖοι καὶ παραδώσουσιν εἰς χεῖρας ἐθνῶν» (Πρξ 21,8-11).


Ματρώνα ἡ ἀόμματος τῆς Μόσχας

Ἡ κατεξοχὴν ἀνάδειξη καὶ ἱεράρχηση τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος στὴν πρώτη Ἐκκλησία γίνεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὶς Ἐπιστολές του, ἀπὸ ὅπου καὶ τὰ χωρία ποὺ ἀκολουθοῦν. Νὰ τονισθεῖ ὅτι, σύμφωνα μὲ τὶς ἀναφορὲς τοῦ Παύλου, οἱ προφῆτες ἦταν κατεῖχαν ἱεραρχικὰ τὴ δεύτερη θέση στὴν Ἐκκλησία τῆς ἀποστολικῆς ἐποχῆς.


α. «ἔχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως,  εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ,  εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι» (Ῥμ. 12,6-8).


β. «πρὸς ὃ δύνασθε ἀναγινώσκοντες νοῆσαι τὴν σύνεσίν μου ἐν τῷ μυστηρίῳ τοῦ Χριστοῦ, ὃ ἑτέραις γενεαῖς οὐκ ἐγνωρίσθη τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων ὡς  νῦν  ἀπεκαλύφθη  τοῖς  ἁγίοις  ἀποστόλοις  αὐτοῦ καὶ προφήταις ἐν Πνεύματι» (Ἐφ. 3,4-5).


γ. «Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ.  καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4,7·11-12).


Κατεξοχὴν ὅμως λεπτομερεῖς ἀναφορὲς γιὰ τὸ χάρισμα τῆς προφητείας καὶ τὴν τάξη τῶν Προφητῶν γίνονται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν στὰ κεφ. 12 καὶ 14 τῆς Α´ Ἐπιστολῆς πρὸς Κορινθίους, ὅπου καὶ παραπέμπουμε τοῦς φιλομαθεῖς ἀναγνῶστες.


Παραθέτουμε, τέλος, δύο σημαντικώτατα γιὰ τὸ θέμα μας καινοδιαθηκικὰ χωρία, ποὺ ἀναδεικνύουν τὸ ἀληθινὸ προφητικὸ χάρισμα, ὄχι ὡς ἀνθρώπινη ἐπίνοια καὶ ἐνέργεια, ἀλλὰ ὡς ἐπενέργεια τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


α. «τοῦτο πρῶτον γινώσκοντες, ὅτι πᾶσα προφητεία γραφῆς ἰδίας ἐπιλύσεως οὐ γίνεται. οὐ γὰρ θελήματι ἀνθρώπου ἠνέχθη ποτὲ προφητεία, ἀλλ᾿ ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β´ Πέτρ. 1, 20-21).


β. «ἡ γὰρ μαρτυρία τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐστι τὸ πνεῦμα τῆς προφητείας» (Ἀπκ. 19,10).


Πολὺ καλὴ ἱστορικὴ πραγμάτευση τοῦ ζητήματος περὶ τῆς τάξης τῶν προφητῶν στὴν ἀποστολικὴ ἐποχή, βάσει τῶν καινοδιαθηκικῶν ἀναφορῶν καὶ τῆς σύγχρονης ἔρευνας, ἔχει γίνει ἀπὸ τὸν ὁμότιμο καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΕΚΠΑ Βλάσιο Φειδᾶ σὲ εἰδικὲς μελέτες του, ἀπὸ ὅπου καὶ παραθέτουμε ἕνα ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον ἀπόσπασμα.


«Πράγματι, ο τίτλος του ‘‘προφήτη’’, όπως και η τάξη των προφητών, είχε καθιερωθή στην αποστολική εποχή και συνδεόταν με τους εξέχοντες συνεργούς των αποστόλων στο αποστολικό έργο, γι’ αυτό και, μετά από μακρά δοκιμασία, ελάμβαναν με αποστολική χειροτονία την αυθεντία να ασκούν και αυτοτελώς αποστολικό έργο. Ωστόσο, ο τίτλος «προφήτης», καίτοι προέρχεται από τον παλαιοδιαθηκικό τίτλο, διαφοροποιείται πλήρως στην καινοδιαθηκική γραμματεία, ιδιαίτερα δε στις επιστολές του αποστόλου Παύλου, τόσο ως προς την έννοια, όσο και ως προς το περιεχόμενο. Πράγματι, στην Καινή Διαθήκη ο τίτλος καθιερώθηκε για τη σαφή διάκριση της τάξεως των προφητών από την τάξη των αποστόλων, όχι μόνο κατά την αυθεντία, αλλά και κατά τον τρόπο εντάξεώς τους στο αποστολικό έργο. Έτσι, οι μεν απόστολοι αντλούσαν το εξαιρετικό τους κύρος στην Εκκλησία από την προσωπική τους εκλογή και την άμεση εντολή προς αυτούς από τον Ιησού Χριστό, ενώ οι προφήτες όφειλαν την εξέχουσα θέση τους στην προσωπική τους επιλογή από τους αποστόλους καθ’ υπόδειξη του αγίου Πνεύματος. Η διάκριση αυτή ήταν πολύ σημαντική κατά την αποστολική εποχή, όπως φαίνεται και από την αποδιδόμενη έμφαση στις περιγραφές της κλήσεως του αποστόλου Παύλου με το όραμα της Δαμασκού (Πρξ. 9, 1-30. Α΄ Κορ. 9, 1-7. 15,8-11. Α΄ Τιμ. 1, 12-17 κ.λπ.). Έτσι, μόνον οι απόστολοι είχαν λάβει άμεση εντολή και προσωπική αυθεντία αμέσως από τον Ιησού Χριστό για το έργο του ευαγγελισμού της οικουμένης, ενώ οι προφήτες ελάμβαναν την εντολή αυτή από το Άγιο Πνεύμα κατά την αποστολική χειροτονία και την ασκούσαν κατ’ αναφοράν προς τους αποστόλους, τουλάχιστον μέχρι τον θάνατο των αποστόλων. Η διάκριση δηλαδή του τίτλου των αποστόλων από τον τίτλο των προφητών αναφερόταν κυρίως στην εκλογή των μεν πρώτων από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, των δε προφητών από το άγιο Πνεύμα και την αποστολική χειροτονία για το ίδιο αποστολικό έργο, αλλά από διαφορετικό επίπεδο αυθεντίας»6 .


Κατὰ τοὺς πρωτοχριστιανικοὺς χρόνους λοιπόν, οἱ προφῆτες ἦταν οἱ ἄμεσοι συνεργάτες καὶ διάδοχοι τῶν ἀποστόλων. Αὐτοὶ ἦταν ποὺ ἐχειροτονοῦντο ἐπίσκοποι καὶ ἦταν οἱ προϊστάμενοι τῶν εὐχαριστιακῶν συνάξεων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Κι αὐτὸ ποὺ προκύπτει ἀπὸ ὅσα ἤδη ἀναφέραμε, εἶναι ὅτι κοινὸ γνώρισμα τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν προφητῶν ἦταν ἡ κατάσταση τοῦ δοξασμοῦ, τῆς θεώσεως, ἀπὸ τὴν ὁποία πήγαζε ἡ αὐθεντία στὴ διδαχή τους.


Παΐσιος (Παναγῆς) Μπασιᾶς

Σημαντικὰ γνωρίσματα τῶν ἀληθινῶν-αὐθεντικῶν προφητῶν εἶναι ἡ ἀνόθευτη Ὀρθόδοξη Πίστη στὸν Τριαδικό μας Θεό, ἡ τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, τὰ θεάρεστα ἔργα, ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας, ὁ ζῆλος νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τὸν Θεό, τὸ θεῖο Του θέλημα. Κι ἀκόμα ἡ ταπείνωση καὶ ἡ λακωνικότητα στὴν ἔκφραση: Λένε λίγα, μὰ ἐννοοῦν πολλά. Καὶ ἐνεργοῦν τὸ χάρισμα, ὄχι γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσουν ὡς μάγοι καὶ φακίρηδες, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τοὺς ἀνθρώπους στὴ μετάνοια, καὶ ἀποφεύγουν πάσῃ δυνάμει τὴν αὐτοπροβολὴ καὶ τὴν ἀνθρωπαρέσκεια. Ἡ προφητεία λοιπὸν δὲν εἶναι δημιούργημα τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τῆς γνώσης ἢ τῆς ἐξυπνάδας του. Εἶναι γέννημα τοῦ ἐνοικοῦντος στὸν προφήτη Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἐδῶ μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε τὸ παράδειγμα τοῦ ἐσόπτρου (καθρέπτη). Ὅσο καθαρώτερος ὁ καθρέπτης, τόσο περισσότερο ἀντανακλᾶ τὸ ἡλιακὸ φῶς. Ἔτσι καὶ ὁ προφήτης: «κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεώς» του, δηλαδὴ τῆς πνευματικῆς του κατάστασης, δέχεται τὸν φωτισμὸ τῆς Χάριτος καὶ τὸν ἀντανακλᾶ-διαδίδει στοὺς ἀνθρώπους.


Ἀντίθετα μὲ τοὺς ἀληθινοὺς προφῆτες, ὑπάρχουν καὶ οἱ ψευδοπροφῆτες, τῶν ὁποίων οἱ ψευδοπροφητεῖες ἀποτελοῦν γέννημα τῆς διαβολικῆς ἐπήρειας σ᾽ αὐτούς, ἕνεκα τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ πλανεμένου τους νοῦ καὶ τῆς ἐμπαθοῦς καρδίας τους. Αὐτοί, μπορεῖ νὰ εἶναι κοινοὶ ἀπατεῶνες (ὅπως τὰ μέντιουμ, οἱ χαρτορίκτρες, κ.ἄ.), μπορεῖ ὅμως νὰ παρουσιάζονται ὡς προφῆτες καὶ ἀπὸ καθαρὰ δαιμονικὴ ἐπενέργεια, ὅπως ἡ νεαρὴ ὑπηρέτρια στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας (Πρξ. 16, 16-18), ἡ ὁποία εἶχε «πνεῦμα πύθωνος», καὶ παρεῖχε πολλὰ κέρδη στοὺς κυρίους της μὲ τὶς μαντεῖες της. Ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο μᾶς καθορίζει τὰ γνωρίσματα τῶν ψευδοπροφητῶν: Εἶναι ντυμένοι μὲ δέρματα προβάτων, ἀλλὰ ἀπὸ μέσα εἶναι λύκοι ἁρπακτικοί. Δηλ. δὲν πονοῦν τὸ ποίμνιο, δὲν στοχεύουν στὴ σωτηρία τῶν λογικῶν ψυχῶν, ἀλλὰ μόνο στὸ νὰ ἁρπάξουν, νὰ ἀποκομίσουν ὑλικὰ ἀγαθά, ἡδονὲς καὶ δόξα. Ἔτσι, φανερώνεται ἡ πλάνη τους ἀπὸ τὰ ἐπαίσχυντα ἔργα τους (Μᾶρκ. 7, 15-22).


ὅσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Καταλήγοντας στὴ μικρή μας αὐτὴ μελέτη, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ λαμβάνει ὁ  χριστιανὸς πρὸς ἁγιασμὸ καὶ θέωσή του, καλεῖται νὰ τὸ διατηρεῖ καὶ νὰ τὸ ἐπαυξάνει στὴ ζωή του καὶ μὲ τὴ δική του συνέργεια· «τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε». Ὅσο δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται μέσα στὴν Ἐκκλησία νὰ καθαίρεται ἀπὸ τὰ πάθη του, τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴ φιλαυτία, καὶ νὰ ἁγιάζεται μὲ τὴν τήρηση τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Κυρίου καὶ τὴ μυστηριακὴ ζωή, τόσο καὶ «μεταμορφοῦται τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοὸς αὐτοῦ», ἀνακαινίζει συνεχῶς τὸν νοῦ του, ὥστε νὰ διακρίνει κάθε στιγμὴ ποιό εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, «τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον» (Ῥωμ. 12, 3). Μπορεῖ ἔτσι ὁ ἄνθρωπος νὰ φτάσει στὸ σημεῖο νὰ «ἀνακρίνει πάντα», δηλαδὴ νὰ λάβει τὸ χάρισμα τῆς διάκρισης τῶν πνευμάτων (Α´ Κόρ. 2,15), ὅλα νὰ τὰ καταλαβαίνει, καὶ περαιτέρω νὰ τὰ ἐπεξηγεῖ καὶ νὰ τὰ μεταδίδει καὶ στοὺς ἄλλους. Καὶ ἔτσι ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, μὲ τὸν φωτισμένο του νοῦ, τὸν «νοῦν Χριστοῦ» ποὺ διαθέτει, μπορεῖ «προφητεύων» νὰ «λαλεῖ ἀνθρώποις οἰκοδομὴν καὶ παράκλησιν καὶ παραμυθίαν» (Α´ Κορ. 14, 3).


Ὅπως καὶ προοιμιακὰ σημειώσαμε, τὸ προφητικὸ χάρισμα δὲν ἐξέλιπε ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴ λήξη τῆς ἀποστολικῆς καὶ μεταποστολικῆς περιόδου, καθὼς εἶναι δώρημα ἐκ Θεοῦ σὲ σκεύη Του ἐκλεκτά, ποὺ οὐδέποτε θὰ ἐκλείψουν. Ἔτσι ἡ μία, ἀγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία ἔχει διαχρονικὰ ἀναδείξει πλῆθος αὐθεντικῶν προφητικῶν μορφῶν. Κάθε μελετητὴς τῶν Βίων τῶν ἁγίων θὰ διαπιστώσει τὴν περίτρανη αὐτὴ ἀλήθεια. Μέσα στὸ θεοπρόβλητο τοῦτο στίφος τῶν προφητικῶν πανευόσμων ἀνθέων μποροῦμε, τελείως ἐνδεικτικά, νὰ ἀναφέρουμε τοὺς ἑξῆς ἁγίους, τῶν ὁποίων ὁ βίος ἐπαληθεύει ὅλα τὰ ἀνωτέρω χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῶν ἀληθινῶν προφητῶν:


Ἀντώνιος ὁ Μέγας (251-356)· Ἀθανάσιος ὁ Μέγας (298-373)· Ἐπιφάνιος ὁ Μέγας, ἀρχιεπίσκοπος (367-403) Κωνσταντίας τῆς Κύπρου· Ἱλαρίων ὁ Μέγας (290-371)· Εὐθύμιος ὁ Μέγας (377-473)· Βαρσανούφιος ὁ Μέγας καὶ Ἰωάννης ὁ Προφήτης (5ος-6ος αἰ.)· Ἰωαννίκιος ὁ Μέγας (741-846)· ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν Σαλὸς (10ος αἰ.)· ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος (10ος/11ος αἰ.)· ἅγιος Λεόντιος πατριάρχης Ἱεροσολύμων (12ος αἰ.)· ὅσιος Γρηγόριος Σιναΐτης (13ος/14ος αἰ.)· ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (14ος αἰ.)· ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εύγενικὸς (14ος/15ος αἰ.)· ὅσιος Διονύσιος ὁ ῥήτωρ (16ος αἰ.)· Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς (1714-1779)· Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ (1759-1833)· Παΐσιος (Παναγῆς) Μπασιᾶς (1801-1888)· Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης (1829-1908)· Ματρώνα ἡ ἀόμματος τῆς Μόσχας (1881-1952)· Στάρετς Ἀνατόλιος τῆς Ὄπτινα (1855-1922)· ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης (1840-1924)· ὅσιος Χατζηφλουρέντζος ὁ Κύπριος (20ὸς αἰ.)· ὅσιοι Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Παΐσιος Ἁγιορείτης καὶ Ἰάκωβος Τσαλίκης (20ὸς αἰ.).


ὅσιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Ὡς καταστάλαγμα τῶν ὅσων πιὸ πάνω γράψαμε, θὰ ἤθελα νὰ μοιραστῶ μὲ τοὺς ἀναγνῶστες μὲ δύο λόγια τὴν ἐμπειρία ποὺ μὲ ἀξίωσε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἔχω μὲ τρεῖς σύγχρονους προφῆτες: Τοὺς ὁσίους Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, Ἰάκωβο τὸν ἐν Εὐβοίᾳ καὶ μία ἁγιασμένη Γερόντισσα στὴν Κρήτη, σκεῦος ἐκλογῆς Κυρίου. Μὲ τὴ γνωριμία καὶ συναναστροφή μαζί τους ἀξιώθηκα νὰ ζήσω, στὸ μέτρο ποὺ μπόρεσα νὰ ἀντιληφθῶ, τρεῖς προφητικὲς μορφές, τὴν κάθε μία μὲ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Καὶ μὲ τοὺς τρεῖς διαπίστωσα καὶ βίωσα ὅλα τὰ γνωρίσματα τοῦ ἀληθινοῦ προφήτη: Τὴν ἀκραιφνὴ Ὀρθοδοξία καὶ ὀρθοπραξία· τὴν ἁγιότητα, τὴν ταπείνωση, τὴν καθαρότητα, τὴ λακωνικότητα στὴν ἔκφραση, καὶ ὅσα ἄλλα σχετικὰ ἀναφέραμε ἀνωτέρω. Στὴ συνομιλία καὶ μὲ τοὺς τρεῖς ἀντιλήφθηκα, μὲ πλήρη ἐσωτερικὴ βεβαιότητα, πὼς ἦταν αὐθεντικοὶ ἐκφραστὲς τοῦ θείου θελήματος στὴ ζωή μου. Καὶ στοὺς τρεῖς ἐπαλήθευσα τὸ διορατικὸ καὶ προορατικὸ χάρισμα, ἀφοῦ καὶ οἱ τρεῖς εἰσέδυσαν στὴν καρδιά μου καὶ εἶδαν τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον μου μὲ ἀκρίβεια καὶ σαφήνεια, πράγμα ποὺ βίωσαν μαζί τους καὶ χιλιάδες ἄλλοι πιστοί. Καὶ συχνὰ ἐπαλήθευσα τὸ προφητικό τους χάρισμα, ὅχι μονάχα σὲ συνάρτηση μὲ τὸ πρόσωπό μου, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἄλλα πρόσωπα καὶ καταστάσεις εὐρύτερες. Καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μας ἐπισφράγισε τὴν αἴσθηση αὐτὴ χιλιάδων πιστῶν, ἐντάσσοντας τοὺς δύο πρώτους Γέροντες (Παΐσιο καὶ Ἰάκωβο) καὶ ἐπίσημα στὴ χορεία τῶν ἁγίων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Καί, γιὰ τὴν τρίτη περίπτωση, ἔχει ὁ Κύριος τὸ σχέδιό του.


Ταῖς τῶν ἁγίων Σου Προφητῶν, πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν!


1 Στὸ νεοελληνικὸ κράτος, ἀπὸ τὸν 19ο αἰ. κ. ἑξ., γιὰ ποικίλους ἱστορικοὺς λόγους, ἀπεμπολήθη ἐν πολλοῖς ἡ Ὀρθόδοξη ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ ἀντικαταστάθηκε μὲ τὸν Δυτικόφερτο Ἀκτιβισμὸ καὶ τὸν νοησιαρχικὸ Σχολαστικισμό. Ἡ ἐμπειρικὴ προσέγγιση τοῦ Θεοῦ λησμονήθηκε καὶ συχνὰ καλλιεργήθηκε ὁ εὐσεβισμός, ποὺ ἀποκύησε λιμώττουσες πνευματικὰ καρδίες. Πολλοὶ ποὺ ἀνατράφηκαν στὴν ἀλλοτριωμένη αὐτὴ κατάσταση, μὲ ἀναπόδραστη ἀπόληξη τὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ ἔνδεια καὶ τὴν κυριαρχία τῶν παθῶν στὴ ζωή τους, μὴ ἔχοντας αὐτοὺς ποὺ θὰ τοὺς ὁδηγοῦσαν στὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, κατέληξαν στὶς ἀκρότητες τοῦ νεο-Νικολαϊτισμοῦ καὶ τῆς «μεταπατερικῆς θεολογίας», ποὺ ἑδράζεται στὴν ἐκλογίκευση τῶν μυστηρίων τῆς πίστεως, στὴν ἀμοραλιστικὴ ἀμνήστευση τῶν παθῶν καὶ στὴ σχολαστικὴ προσέγγιση τῶν πνευματικῶν βιωμάτων. Ἔτσι ἐξηγεῖται τὸ γιατὶ κάποιοι θεολόγοι, κληρικοὶ καὶ ἐπίσκοποι ἀκόμη, ἐνῶ φαίνεται νὰ προσήγγισαν μὲ δέος τὴν ἐπιφάνεια καὶ τὴν ἁπλότητα τῆς ζωῆς συγχρόνων μας ἁγίων μορφῶν, ἀδυνάτησαν (ἢ ἀδυνατοῦν) νὰ ἀντιληφθοῦν αὐθεντικὲς αὐτὲς χαρισματικὲς προσωπικότητες, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀμφισβητοῦν, νὰ μειώνουν ἢ καὶ νὰ ἀπορρίπτουν τὶς θεῖες ἐνέργειες στὴ ζωὴ τῶν ἁγίων αὐτῶν.


2 Ὡς Ζηλωτισμός, ἀπὸ ἐκκλησιαστικὴ ἄποψη, χαρακτηρίζεται στὶς μέρες μας τὸ σύνολο τῶν ἀκραίων ἀντιλήψεων, τάσεων καὶ πρακτικῶν τῶν αὐτοτιτλοφορουμένων «Ζηλωτῶν», ὅλων δηλαδὴ τῶν παρατάξεων τῶν σχισματικῶν καὶ συνάμα αἱρετικῶν Παλαιοημερολογιτῶν. Τὸ θέμα αὐτὸ βεβαίως εἶναι λίαν ἐκτεταμένο, καὶ παραπέμπουμε πρόχειρα τὸν φιλομαθὴ ἀναγνώστη στὸ ἐξαίρετο σχετικὸ ἔργο τοῦ μακαριστοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Τὰ Δύο Ἄκρα. Οἰκουμενισμὸς καὶ Ζηλωτισμός, ὅπου ὁ μακαριστὸς σοφὸς Γέροντας, μὲ μεγάλη σαφήνεια καὶ θεολογικὴ τεκμηρίωση ἀναδεικνύει τὴν πλάνη ἀμφοτέρων τῶν τάσεων. Οἱ πεπλανημένοι αὐτοὶ χριστιανοὶ «Ζηλωτές», γιὰ νὰ ποῦμε μὲ συντομία, γιὰ νὰ ἀποφύγουν δῆθεν τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἑορτολογίου μὲ τὴν εἰσαγωγὴ σὲ ἀρκετὲς τοπικὲς Ἐκκλησίες τοῦ λεγομένου «Νέου Ἡμερολογίου», καὶ νὰ μὴ βρίσκονται σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὴ «μιανθεῖσα» κατ᾽ αὐτοὺς κανονικὴ Ἐκκλησία, ἀποσχίστηκαν ἀπὸ τὴν μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἱδρύοντας ἀνίδρυτες καὶ ἀνυπόστατες «ἐκκλησίες» καὶ παραβαίνοντας πληθώρα ἱερῶν κανόνων γιὰ ἕνα δευτερεῦον λειτουργικὸ καὶ ὄχι δογματικὸ ζήτημα. Καί, ἐνῶ κόπτονται γιὰ τὴ διαφορὰ τῶν 13 ἡμερῶν στὸ Ἑορτολόγιο, λὲς καὶ εἶναι ἡ οὐσία τῆς πίστης καὶ ἡ μοναδικὴ προϋπόθεση σωτηρίας, περιέπεσαν καὶ περιπίπτουν σὲ σοβαρότατα ἀτοπήματα, ἠθικὰ καὶ ὄχι μόνον, γιὰ νὰ ἐπισφραγίσουν τὴν πλάνη καὶ τύφλωση, στὶς ὁποῖες τοὺς ὁδήγησε καὶ ὁδηγεῖ ὁ ἀδιάκριτος ζηλωτισμός τους.

3 Βλ. λ.χ. σχετικὰ λήμματα στά: Abbott-Smith, G., A Manual Greek Lexicon of the New Testament, (ἐκδ.) Charles Scribner’s Sons, New York 1922, σσ. 390-391· Δημητράκου, Δ., Μέγα Λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, τόμ. ΙΒ´, (ἐκδ.) Δομή, Ἀθῆναι [1953], σσ. 6297-6298· Lidell, H.G.-Scott, R., A Greek-English Lexicon, (ἐκδ.) Clarendon Press, Oxford 101996, σ. 1539.

4 Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου Βλάχου, Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη,  τόμ. Α´, (ἐκδ.) Ἱερὰ Μονὴ Γενεθλίου Θεοτόκου, Λειβαδιὰ ²2011, σ. 214 κ.ἑξ.

5  Ὅπ. ἀν., σσ. 219-220.

6 Φειδᾶς, Βλ., «Αποστολική διαδοχή και χειροτονία κατά τον Απόστολο Παύλο», Πεμπτουσία, 22.05.2012. Βλ. καὶ Φειδάς, Βλ., Το πολίτευμα της Εκκλησίας και η Τάξις των Προφητών, Αθήναι 1984.


immorfou