Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

Αντιπελάργηση... σημαίνει



      Τον όρο δεν τον γνώριζα.   Aφορά την φροντίδα των νέων πελαργών στους ηλικιωμένους γονείς τους και περιγράφεται από τον Μ. Βασίλειο:

      "Οι πελαργοί, όταν ο γονιός τους γυμνωθεί τελείως από τα φτερά, επειδή όταν γεράσει, αρχίζουν και πέφτουν, τον βάζουν ανάμεσά τους και τον ζεσταίνουν με τα δικά τους φτερά. Και του ετοιμάζουν άφθονο φαγητό, και τον βοηθούν όσο είναι δυνατόν όταν πρέπει να πετάξει, σηκώνοντάς τον απαλά, με τη φτερούγα τους, πότε ο ένας εκ δεξιών και πότε ο άλλος εξ αριστερών. Και τούτο είναι πασίγνωστο, ώστε μερικοί και την ανταπόδοση των ευεργεσιών να την ονομάζουν "αντιπελάργηση". (Μέγας Βασίλειος)

     Όταν ο πατέρας  γέρασε και δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί,  πήρε ο γυιος του, ο πολεμιστής Σπαρτιάτης,  μια κουβέρτα, τον έβαλε μέσα και πήγε να τον αφήσει στον Καιάδα να πεθάνει από πείνα και δίψα όπως γινόταν μέχρι τότε.
Καθώς απομακρυνόταν,  τού φώναξε ο πατέρας : Γυιέ μου, πάρε την κουβέρτα! Θα την χρειαστεί ο γυιός σου για να κουβαλήσει εσένα, όταν έρθει η ώρα.
O γυιός, μόλις άκουσε εκείνα τα λόγια, γύρισε πίσω και ξαναπήρε τον πατέρα του πίσω στην πόλη, μπροστά στα μάτια των έκπληκτων συμπολιτών του.

Λένε πως έτσι καταργήθηκε η θανάτωση των ηλικιωμένων στον Καιάδα.  

Σύναξη τῆς Παναγίας «Ρόδον Ἀμάραντον» στά Τρόπαια, 16 Ἀπριλίου 2016.



Σέ κατανυκτικό κλίμα καί μέ συμμετοχή πιστῶν τό βράδυ τῆς Παρασκευῆς  15ης Ἀπριλίου 2016 στήν ἐνορία τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στά Τρόπαια Γορτυνίας, τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, ἑορτάσθηκε ἡ Σύναξη τῆς Παναγίας «Ρόδον Ἀμάραντον». Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ἐτελέσθη κατά τόν Ὄρθρο. Κατόπιν πραγματοποιήθηκε Ἀρτοκλασία ὑπέρ ὑγείας ὅλων τῶν κατοίκων καί ἀκολούθησε ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
Η Α' Ὠδή τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ἀναφέρει  τό «Ρόδον τό ἀμάραντον, χαῖρε, ἡ μόνη βλαστήσασα…». Ὁ ὕμνος αὐτός τοῦ Ἀκαθίστου χρησιμοποιεῖ σάν εἰκόνα ἕνα ἄνθος μέ τό ὡραιότερο ἄρωμα: τό ρόδο, δηλ. τήν τριανταφυλλιά. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ τριανταφυλλιά, ἀπ’ ὅπου βλάστησε τό ρόδο, πού λέγεται Χριστός. Ὁ Χριστός εἶναι τό ἀμάραντο τριαντάφυλλο, καί ἡ Παρθένος Μητέρα εἶναι ἐπίσης «ρόδον τό ἀμάραντον», λόγω τοῦ ἀμόλυντου καί καθαροῦ της Παρθένου. Ὁ Θεός ἔψαχνε νά βρεῖ εὐωδία στόν κόσμο, μά πουθενά. Παντοῦ ἡ δυσοσμία τῆς ἁμαρτίας. Καί ξαφνικά, νά, βρίσκει ἕνα λουλούδι! Εἶναι μοναδικό, μοσχοβολᾶ. Εἶναι ἡ Παρθένος Μαρία. Μοναδικός ἄνθρωπος στόν κόσμο χωρίς μολυσμό, πεντακάθαρη, ἕνα πνευματικό ρόδο, φυτρωμένο στό βράχο, ἀπό τήν στεῖρα Ἄννα. Τήν εἶδε ὁ Θεός καί ὀσφράνθηκε τό ἄρωμα τῆς ἀρετῆς της. Γι’ αὐτό λέγεται «τό ὀσφράδιον τοῦ πάντων Βασιλέως». Ὅλα τά ἄνθη κάποτε μαραίνονται, καί μάλιστα γρήγορα. Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἐπίσης ἕνα ἄνθος εἶναι, πού μαραίνεται. Τό μόνο λουλούδι τό ὁποῖο παραμένει καί θά παραμείνει ἀμαράντο στούς αἰῶνες εἶναι ἡ ἀειπάρθενος Παναγία. Οὔτε ὁ χρόνος μπορεῖ νά τήν μαράνει οὔτε οἱ βλασφημίες τῶν ἄσεβων μποροῦν νά τήν μολύνουν.
Ἀφορμή τῆς ἑορτῆς στά Τρόπαια, ἡ ὁποία τελεῖται 16 ἡμέρες πρίν ἀπό τό Ἅγιο Πάσχα, εἶναι τό γεγονός, ὅτι πέρυσι τό Ε.Σ. βρῆκε στό παρεκκλήσιο τῆς Ἐνορίας μας τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου στούς Λεσμούς μεταβυζαντινή εἰκόνα τῆς Θεοτόκου (33 x 23), σέ κακή κατάσταση, ἁγιογραφημένη στόν εἰκονογραφικό τύπο τοῦ Ρόδου τοῦ Ἀμάραντου. Γιά λόγους ἀσφάλειας, ἀλλά καί γιά νά διασωθεῖ ἀπό τήν βέβαιη καταστροφή, ἀξιοποιήθηκε καί κατεστάθη Βηματάρισσα στόν κεντρικό Ναό. Ἡ ἀπεντόμωση καί ἡ συντήρηση ἔγινε ἀπό τήν ἔμπειρη συντηρήτρια Εὐμορφίλη Ἀποστόλου ἀπό τήν Πεντέλη. Τοποθετήθηκε σέ μεγάλο καί ξυλόγλυπτο προσκυνητάριο (148 x 93). Ἡ εἰκόνα ψηλά φέρει τήν ἐπιγραφή «ΕΦΕΣΤΙΟΣ ΕΙΚΩΝ / ΡΟΔΟΝ ΤΟ ΑΜΑΡΑΝΤΟΝ». Ἄλλη χαμηλότερη ἐπιγραφή πληροφορεῖ ὅτι ἡ εἰκόνα: «ΕΚΑΛΩΠΙΣΘΗ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΙΕΡΕΩΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΑΝΘΗΣ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΑΣ / ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΥΓΑΤΡΟΣ ΑΥΤΩΝ ΣΟΦΙΑΣ». Τά ἔξοδα τῆς συντήρησης ἀνέλαβε κάποια λευιτική οἰκογένεια, τῆς ὁποίας τά ὀνόματα τῶν ἀειμνήστων οἰκείων καταγράφονται εἰς μνημόσυνον αἰώνιον. Τό Προσκυνητάριο ἐπικάθεται σέ μεταλλική κατασκευή, ἡ ὁποία ἔχει καλυφθεῖ ἀπό γκρενά βελοῦδο ὕφασμα. Ἡ σειρά τῶν κεντητῶν βελούδων, πού ἀπέκτησε ὁ Ναό μας, ἔγινε μέ προσφορά δύο σπουδαίων ἀνθρώπων, πού γεννήθηκαν καί βαπτίσθηκαν στήν Παναγία μας, τοῦ καθηγ. ἀρχιμ. Ἰσιδώρου καί τοῦ κ. Σ. Παπαγεωργίου, στούς ὁποίους εἴμαστε εὐγνώμονες. Ἐνώπιον τῆς Βηματάρισσας καίει ἀκοίμητη ἀργυρά κανδήλα. Ἡ εἰκόνα φέρει ἐπίσης ἀναθήματα, τά ὁποῖα ὡς ἐπί τό πλεῖστον δώρισαν πιστοί Κύπριοι. Μέ τήν εὐλογία τοῦ σεβαστοῦ Ποιμενάρχη μας, τοῦ Σεβασμιωτάτου κ. Ἱερεμία, ἡ ἐνορία μας συνεχίζει τό πνευματικό τῆς ἔργο, ἀλλά καί τόν ἀγώνα νά καλλωπισθεῖ μέ εὐπρέπεια ὁ ναός τῆς Παναγίας, ὅπως τῆς ἀξίζει.
Τελειώνοντας, ἀναφέρεται ὅτι κάθε πιστός μπορεῖ νά γίνει Ρόδο. Ἡ περίοδος τῆς ἁγίας Σαρακοστῆς ἀποβλέπει στό νά εὐωδιάσουμε. Πῶς; Μέ τήν μετάνοια καί τήν νηστεία. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὀνομάζει μύρο τήν νηστεία: «Στῆθι ἐγγύς τοῦ νηστεύοντος καί μετέλαβες αὐτοῦ εὐθέως τῆς εὐωδίας· μύρον γάρ ἐστιν ὁ νηστεύων πνευμα¬τικόν, καί διά τῶν ὀφθαλμῶν, καί διά τῆς γλώττης, καί διά πάν¬των ἐμφαίνων τήν τῆς ψυχῆς εὐταξίαν». Ἄς ἀπολαύσουμε τά ρόδα τῆς χάριτος τῆς Παρθένου Παναγίας, τοῦ θεανθρώπου γλυκυτάτου Ἰησοῦ καί τῆς γλυκείας ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά φθάσουμε στήν Ἀνάσταση.
Ἄρθρο τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου Παναγίας τῶν Τροπαίων Ἀρκαδίας.

Το ευαγγελιοκάλυμμα της Ξηροκαρύταινας

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΚΑΛΥΜΜΑ ΤΗΣ ΞΗΡΟΚΑΡΥΤΑΙΝΑΣ



Ἕνα ἄγνωστο κειμήλιο τῆς ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου Ξηροκαρύταινας Γορτυνίας εἶναι τό παλαιό Ἱερό Εὐαγγέλιο. Τό ἐντόπισε τό νέο Ε.Σ. τό 2012 στό παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Ζώνης, στόν Κάμπο, πού εἶναι ὑπό τήν δικαιοδοσία τῆς ἐνορίας αὐτῆς. Οἱ ἐξωτερικές διαστάσεις του εἶναι 35 x 25 x 4 κ. Εἶναι σχεδόν ἀσυντήρητο καί φέρει ἐμφανῆ τά χνη τῆς φθορᾶς. Συγκεκριμένα οἱ λεκέδες ὑγρασίας, ἡ φθορά καί ὁ ἀποχρωματισμός τοῦ γκρενά κόκκινου βελούδινου ὑφάσματος, ἡ ὀξείδωση τοῦ ἀργύρου κ.. Τό ἐκτυπωμένο κείμενο σέ παλαιότερη ἐπέμβαση ἔχει ἀντικατασταθεῖ μέ λλο ὄψιμο. 
Ὡστόσο ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ κεντρική παράσταση, ἡ ὁποία εἰκονίζει τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀπόδοση τοῦ γεγονότος ἀκολουθεῖ τόν δυτικότροπο τύπο ἀπεικονίσεως, μέ τόν Ἰησοῦ σέ ἀκτινωτή δόξα νά πατεῖ πάνω στόν μισανοιγμένο τάφο, μέ ἀνεμίζον περίζωμα τυλιγμένο γύρω ἀπό τό σῶμα, κρατώντας λάβαρο στό ἀριστερό χέρι καί μέ τό δεξιό ὑπερυψωμένο σέ στάση εὐλογίας. Στήν παράσταση ἀκόμη παρουσιάζονται λόγυρα ἀπό τό καινό μνημεῖο δύο ἔντρομοι στρατιῶτες σέ στάση ἄμυνας, ἐνῶ ἕνας τρίτος χαμηλότερα «καθεύδει». Γνώριμες εἰκονογραφικά εἶναι μορφές στή δυτική χαρακτική καί ζωγραφική. πλευρά, πού ἱστορεῖ τήν Ἀνάσταση, πλαισιώνεται πό ἔξεργες σέ μέταλλο μορφές τῶν τεσσάρων Εὐαγγελιστῶν στίς γωνίες. Συγκεκριμένα εκονίζονται στήν ἄνω ἀριστερά ὁ «ΙΩΑΝΝΗΣ», στήν ἄνω δεξιά ὁ «ΜΑΤΘΑΙΟΣ», στήν κάτω ἀριστερά ὁ «ΜΑΡΚΟΣ» καί στήν κάτω δεξιά ὁ «ΛΟΥΚΑΣ».
Στήν ἄλλη ψη τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου στο κέντρο εἰκονίζεται «Η ΣΤΑΥΡΩCIS ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ», μέ τούς τέσσερις προφῆτες στίς γωνίες, καί συγκεκριμένα στήν ἄνω ἀριστερά ὁ «ΔΑΒΙΔ», στήν ἄνω δεξιά ὁ «ΣΩΛΟΜΩΝ», στήν κάτω ἀριστερά ὁ «ΔΑΝΙΗΛ», καί στήν κάτω δεξιά ὁ «ΙΕΡΕΜΙΑΣ».
Παρά τίς ὅποιες μεταγενέστερες ἐπεμβάσεις πού ἔχει δεχθεῖ στήν βιβλιοδεσία καί στά ἀργυρᾶ ἐλάσματα, τό κειμήλιο μαρτυρεῖ ὅτι πιθανότατα εἶναι ἔργο τοῦ γειτονικοῦ Στεμνιτσιώτικου ἐργαστηρίου.
Ὡς γνωστόν στήν μεταβυζαντινή περίοδο ὡς κύρια κέντρα παραγωγῆς τῶν εὐαγγελιοκαλυμμάτων ἦταν τν Καλαρρυτν στήν Ἤπειρο καί οἱ Στεμνιτσιωτν στόν Μορι.
Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τό ἔτος κατασκευῆς του, τό 1879, πού ἀναγράφεται χαμηλότερα ἀπό τό εὐλογον χέρι τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, νῶ πάνω στήν ὀρθομαρμάρωση τοῦ καινοῦ μνημείου ἀναγράφεται τό χωριό «ΚΑΡΙΤΕVΑ». Τό χωριό Ξηροκαρύταινα παντᾶ καί μέ τήν ὀνομασία Καρύταινα. Πάντως τό Εὐαγγέλιο κατασκευάσθηκε, ὅταν ἤδη εἶχε γίνει ὁ Μεγάλος Ξεσηκωμός τοῦ 1821.
Ἐπίσης κατά τήν περίοδο αὐτή κατασκευάσθηκε καί ὁ Ναός τῆς σημερινῆς ἐνορίας Ξηροκαρύταινας, διότι στό χωριό καί στό πλησίον του οἰκισμό τοῦ Παλιοχωρίου, πάρχουν ἀναφορές γιά δώδεκα Ναούς. Κάθε φαμελιά εἶχε τόν ναό της. Στήν γενική προσπάθεια νά ἑνώσει τούς Ρωμιούς, ὁ ἱεροκήρυκας Χριστοφόρος Παπουλᾶκος πού περιόδευσε στόν Μοριά κατά τά ἔτη 1849-1852 καί πέρασε ἀπό τό χωριό μας. Κατά τήν περίοδο ἐκείνη παρατηρήθηκε οἰκοδομικός ὀργασμός μεγάλων κεντρικῶν Ναῶν. Ἐνδεικτική εἶναι ἡ περίπτωση τῆς νήσου Ἐλαφόνησου, ὅπου ὁ Παπουλᾶκος ἔδωσε ἐντολή νά κατασκευάσουν τό Ναό τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, γιά νά κάνει τούς κατοίκους νά μονοήσουν, ἀφοῦ θά ἐκκλησιάζονται πό τήν ἴδια στέγη.
Τελειώνοντας, σημειώνεται ὅτι ὁ ἱστοριοδίφης τοῦ χωριοῦ, ὁ ἀείμνηστος Γεώργιος Σιέττος, υἱός τοῦ ἱερέως τῆς Ξηροκαρύταινας π. Βασιλείου, στό δακτυλογραφημένο ἔργο του «Λαογραφικά καί ἱστορικά Ξηροκαρύταινας Γορτυνίας», Πειραιᾶς 1982, στίς σσ. 381-382, πού ἀποτελοῦν καί τόν ἐπίλογο τοῦ ἔργου του, παρουσιάζει τῆς πέντε πιθανές ἐκδοχές γιά τό ὄνομα τοῦ χωριοῦ του.
Σήμερα τό ἱστορικό ερό αὐτό Εὐαγγέλιο φυλάσσεαι στό χῶρο τοῦ Γραφείου τῆς ἐνορίας τοῦ Ξηροκαρύταινας, στό πρώην Σχολεῖο.


Τό Ε. Σ. τῆς ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη Ξηροκαρύταινας.

Σάββατο 16 Απριλίου 2016

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Εβδομαδιαίο  Φυλλάδιο 
«Για τους Γονείς της Ενορίας»
Ιερός Ναός Γενέσιον Τιμίου Προδρόμου Παραλίας Πατρών






Πατήστε πάνω στις φωτογραφίες για να διαβάσετε τα κείμενα.

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Ο Ρώσος αστροναύτης


    Όλοι οι  Ρώσοι   αστροναύτες  είναι   συγκεντρωμένοι  έξω   στο  κοσμοδρόμιο  περιμένοντας   τον  πνευματικό  π. Ιώβ  να κάνει   τον   αγιασμό   του    διαστημοπλοίου  που  θα    εκτοξευτεί   στο   διάστημα   για  έξι  μήνες.
     Όλα  πήγαν  καλά, όμως  μια  μέρα  συνέβη   μια   σοβαρή   βλάβη  και  έπρεπε  να   βγει  κάποιος  έξω   για  να την  αποκαταστήσει. Βγήκε  ο   Βίκτωρ  Σαβινίχ,  ο  μόνος  άθεος   από   το  πλήρωμα  που    δεν   συμμετείχε    στον   αγιασμό  πριν   την   αναχώρηση. Ο  Βίκτωρ   πέτυχε   στη   δύσκολη   αποστολή  του, μια  και  ο    σταθμός  κινείται  με   μεγάλη   ταχύτητα  κάνοντας  16    φορές  την  μέρα   τον γύρο  της   γης, όμως   ξαναμπαίνοντας    στο   σταθμό  είπε:      Μόλις   επιστρέψουμε  θα    βαφτιστώ   αμέσως   στο  κοσμοδρόμιο,    αφού   έμεινα  κατάπληκτος   από  το  κάλλος   του    στερεώματος. Όλα  κινούνται  με  τάξη   και    αρμονία. Θεέ  μου   σε  ευχαριστώ  που  με   αξίωσες  να    δω   τα βήματά  Σου   στους  νόμους που   Εσύ καθόρισες.
     Όταν  η  αποστολή   γύρισε   στο  κοσμοδρόμιο   ο   Βίκτωρ    βαφτίστηκε    στην  κοντινότερη   εκκλησία.


(Περιοδικό: «η   δράση  μας»  Απρίλιος     2016)

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Απάντηση στον καθηγητή Γ. Δημακόπουλο (π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος)


Πρωτοπρεσβύτερος
π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος
Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών
τηλ. 6945-377621,  agotsopo@gmail.com
       Πάτρα  8 . 4 . 2016

Απάντηση στον καθηγητή Γ. Δημακόπουλο (ΗΠΑ) για το άρθρο «Καινοτομίες με πρόσχημα την Παράδοση: Αντι-οικουμενικές προσπάθειες 
με σκοπό να εκτροχιαστεί η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος»

Δημοσιεύθηκε άρθρο του καθηγητού Γ. Δημακόπουλου (Ν. Υόρκη-ΗΠΑ)[1] στο οποίο εγκαλεί όσους ασκούν κριτική στο προσυνοδικό κείμενο «Σχέσεις Ορθοδόξου Εκκλησίας με το λοιπό Χριστιανικό κόσμο» (της Ε΄ Πανορθοδόξου Προσυνοδικής Διασκέψεως, Σαμπεζύ 2015) για «απλουστευτική προσέγγιση της πλούσιας κανονικής παράδοσης, η οποία επιδιώκει να δικαιολογήσει ποικίλες απλοϊκές ιδεολογικές κατασκευές». Ως παραδείγματα παρουσιάζει την κριτική των Σεβ. Μητροπολιτών Πειραιώς Σεραφείμ και Ναυπάκτου Ιεροθέου.
Πιο συγκεκριμένα:  
α) Μέμφεται τον Σεβ. Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ για την κριτική του στην υιοθέτηση εκ μέρους τού προσυνοδικού κειμένου της λέξεως «Εκκλησία» για τις αιρετικές Χριστιανικές Κοινότητες. Σημειώνει δε με περισσή έμφαση: «Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μητροπολίτης Πειραιώς δεν προσήγαγε καμία πατερική μαρτυρία προκειμένου να δικαιολογήσει την αντίρρησή του στη χρήση του όρου αυτού.  Όμως ούτε θα μπορούσε, καθώς ήταν σύνηθες στους Πατέρες να αποδίδουν τον όρο “εκκλησία” και σε κοινότητες που θεωρούνταν ως αιρετικές».  Για την τεκμηρίωση του ισχυρισμού του παραπέμπει σε … τηλεοπτική εκπομπή με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Coffee with Sr. Vassa»[2]!
1. Κύριε ελέησον! Ένας καθηγητής του Fordham προκειμένου να τεκμηριώσει τις θεολογικές του απόψεις να παραπέμπει αντί για βιβλιογραφία στο «Coffee with …»! Η σημειολογία της υπόθεσης είναι τραγική για τον αρθρογράφο: στην Ελλάδα η φράση «κουβέντες καφενείου» κάθε άλλο παρά κολακευτική είναι για ένα επιστήμονα και μάλιστα θεολόγο. Και για να ξεφύγουμε από τη σημειολογία και να έρθουμε στην ουσία της παραπομπής του καθηγητού Δημακόπουλου: ούτε η αδελφή Βάσσα στην εκπομπή της παραπέμπει σε συγκεκριμένα πατερικά κείμενα για να τεκμηριώσει τις απόψεις της. Το ότι στη βιβλιοθήκη πίσω της υπάρχει το κλασικό έργο του G.W.H. Lampe, «A Patristic Greece Lexicon», το οποίο η Sister Vassa κάποια στιγμή (στο 0:51) δείχνει με το χέρι της, δεν προσδίδει την παραμικρή εγκυρότητα και τεκμηρίωση στους ισχυρισμούς της… Βέβαια η παρουσιάστρια μπορεί να δικαιολογηθεί για τον χαλαρό τρόπο προσέγγισης του ζητήματος.  άλλωστε σε  «coffee with Sr. Vassa» προσκαλεί τους τηλεθεατές τής εκπομπής της.  Δεν ισχύει το ίδιο όμως για αρθρογράφο που υπογράφει ως καθηγητής του Fordham
2. Ασφαλώς θα πρέπει να επισημανθεί για να μην υπάρξουν ηθελημένες παρερμηνείες: ο όρος «Εκκλησία» είναι πολυσήμαντος και χρησιμοποιείται πολλαπλώς στην καθημερινή επικοινωνία (δηλώνοντας την απλή συνάθροιση λαού ή ακόμα και ακραίες κοινότητες: Εκκλησία Μορμόνων, Σαϊεντολογίας κοκ). Όμως σε συνοδικά, εκκλησιολογικά κείμενα τέτοιου υψηλού επιπέδου, όπως της Αγίας και Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου, με τον όρο «Εκκλησία» είναι αυτονόητο ότι προσδιορίζεται αποκλειστικά και μόνο το ίδιο το Σώμα του Σαρκωθέντος Θεού Λόγου, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο! Αν η Σύνοδος ήθελε να δώσει κάποια άλλη σημασία, από τις πολλές που έχει ο όρος «εκκλησία», οφείλει να το διευκρινίσει με την απαραίτητη σαφήνεια. Τέτοια διευκρίνιση όμως δεν υπάρχει στο προσυνοδικό κείμενο της Ε΄ ΠΠΔ.
3. Απορώ πώς διαφεύγει της προσοχής του κ. καθηγητή ότι υπάρχουν όχι μόνο πατερικές, αλλά και συνοδικές αποφάσεις, και μάλιστα Οικουμενικών Συνόδων, που αρνούνται κατηγορηματικά στις αιρέσεις την προσωνυμία «Εκκλησία» (με τη θεολογική-εκκλησιολογική έννοια). Οι τρεις Οικουμενικές Σύνοδοι (Δ΄, Στ΄, Ζ΄) που επικύρωσαν τον Κανόνα της Τοπικής Συνόδου της Καρχηδόνος (255 μΧ) υπό τον Άγ. Κυπριανό δέχθηκαν ότι στην αίρεση δεν υπάρχει Εκκλησία (με την αυστηρή θεολογική-εκκλησιολογική σημασία): «Παρὰ δὲ τοῖς αἱρετικοῖς, ἐκκλησία οὐκ ἔστιν… ἁγιάσαι δὲ ἔλαιον οὐ δύναται ὁ αἱρετικός, ὁ μήτε θυσιαστήριον ἔχων, μήτε ἐκκλησίαν», διότι «η καθολική Εκκλησία,… εστί μία»,  γι’  αυτό ο αιρετικός «ἔξω ὤν, Πνεῦμα ἅγιον οὐκ ἔχει, … ἑνὸς ὄντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ μιᾶς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ἐπάνω Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου, ἀρχῆθεν λέγοντος, τῆς ἑνότητος τεθεμελιωμένης»! Νομίζω ότι και μόνο ο επικυρωμένος από τρεις Οικουμενικές Συνόδους Κανόνας της Καρχηδόνος (του Αγ. Κυπριανού) είναι αρκετός για να αποκλείσει τη χρήση τού όρου «Εκκλησία» για τις αιρέσεις σε επίσημο συνοδικό κείμενο!
4. Το άρθρο του κ. Δημακόπουλου παρουσιάζει όσους ασκούν κριτική στη χρήση τού όρου «Εκκλησία» για τις Χριστιανικές Κοινότητες, περίπου ως διαβιούντες στο περιθώριο της εκκλησιαστικής και θεολογικής ζωής της Ορθόδοξης Εκκλησίας (γράφει: «βάζουν εμπόδια στην πορεία της οικουμενικής κίνησης», «αυτοαποκαλουμένοι “παραδοσιακοί”», «απλουστευτική προσέγγιση…να δικαιολογήσει ποικίλες απλοϊκές ιδεολογικές κατασκευές», «ψευδαίσθηση της ορθόδοξης καθαρότητας»).
Σε αυτό το πλαίσιο “βολεύεται” να μνημονεύσει μόνο δύο Έλληνες Επισκόπους και να αποφύγει να αναφέρει ότι υπάρχουν όχι μόνο πολλοί άλλοι Επίσκοποι από πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες που διαφωνούν με τη χρήση του όρου «Εκκλησία» για τις αιρέσεις στο προσυνοδικό κείμενο, αλλά ακόμα και Σύνοδοι Πατριαρχείων και Εκκλησιών έχουν εκφράσει σοβαρότατες επιφυλάξεις και πάντως δεν έχουν υιοθετήσει την καινοτόμο ορολογία του κειμένου.  Ως γνωστόν το Πατριαρχείο Γεωργίας ήδη έχει απορρίψει το κείμενο (βλ. επιστολή του Μητροπολίτου Γκόρι και Ατένι Ανδρέου[3], εξαιρετικά αποκαλυπτική των «παρασκηνίων» της Ε΄ ΠΠΔ, Σαμπεζύ 2015), ενώ οι Σύνοδοι της Ιεραρχίας του Πατριαρχείου της Βουλγαρίας και της Εκκλησίας της Ελλάδος λόγω των σφοδρών αντιδράσεων πολλών Ιεραρχών παρέπεμψαν το θέμα σε προσεχή Σύνοδο μετά το Πάσχα για τη λήψη σχετικών αποφάσεων επί των κειμένων. Η Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου ενέκρινε ήδη πρόταση για τροποποίηση των προσυνοδικών κειμένων[4]. Άξια προσοχής είναι και η από 24.7.2015 επιστολή της Ι. Συνόδου του Πατριαρχείου της Σερβίας αναφορικά με την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία  της ίδιας της Πανορθοδόξου Συνόδου[5].
Ενδεικτικά αναφέρουμε ονόματα Επισκόπων που δημοσίως έχουν αρθρογραφήσει ασκώντας αυστηρή κριτική στο προσυνοδικό κείμενο: Λεμεσού Αθανάσιος (Κύπρος)[6], Ηλείας Γερμανός (στην επίσημη εισήγησή του ενώπιον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος)[7], Ν. Σμύρνης Συμεών (Ελλάδα)[8], Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας (Ελλάδα)[9], Γλυφάδας Παύλος (Ελλάδα)[10], Κυθήρων Σεραφείμ (Ελλάδα)[11], Λόβετς Γαβριήλ (Βουλγαρία)[12], Μπάντσεν και Βικάριος της Επαρχίας του Τσέρνοβιτς Λογγίνος (Ουκρανία)[13], Γκόρι και Ατένι Ανδρέας (Πατριαρχείο Γεωργίας)[14].
Και επειδή Εκκλησία δεν είναι μόνο οι Ιεράρχες, στις αντιδράσεις των Επισκόπων θα πρέπει να προσθέσουμε το  Άγιον Όρος,  τους εγκρίτους καθηγητές Θεολογικών Σχολών, π. Γ. Μεταλληνό (Ομότιμος)[15], π. Θεοδ. Ζήση (Ομότιμος)[16],  κ. Δημ. Τσελλεγίδη[17] και μεγάλο μέρος του Ορθοδόξου λαού που ανησυχεί για την αλλοίωση της εκκλησιολογίας της Ορθοδοξίας (βλ. Ημερίδα στο Πειραιά την 23.3.2016)[18]
Ακόμα και ο εκ των συντακτών του προσυνοδικού κειμένου Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας  Χρυσόστομος (καθηγητής Πανεπιστημίου και μέλος της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ε΄ ΠΠΔ στο Σαμπεζύ 2015) σε υπόμνημά του στην Ι. Σύνοδο αναγνωρίζει ότι «όντως η παρούσα έκφρασις (“μετά διαφόρων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών” § 6) δημιουργεί και εν ταυτώ την δυνατότητα αναπτύξεως μιας δικαιολογημένης αντιρρήσεως» και προτείνει λόγω της πληθώρας των αντιδράσεων αντί για τον όρο «Εκκλησία» να χρησιμοποιηθεί η λέξη «Κοινότητες» για τις αιρέσεις: «είναι δυνατόν να υιοθετηθεί ως διορθωτική πρότασις, επί της ανωτέρω εκφράσεως του κειμένου, η “άλλων ή λοιπών Χριστιανικών Ομολογιών και Κοινοτήτων»[19]!
β)  Ο κ. Δημακόπουλος επικρίνει τον Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιερόθεο, διότι σε υπόμνημά του στην Ι. Σύνοδο «ζητάει την τροποποίηση του κειμένου, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι οι προσήλυτοι στην Ορθοδοξία που δεν βαπτίστηκαν αρχικά “με την τριπλή κατάδυση και ανάδυση σύμφωνα με την αποστολική και πατερική παράδοση” θα πρέπει να αναβαπτίζονται». Επειδή την άποψή του αυτή ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου την τεκμηριώνει στους ίδιους τους Ι. Κανόνες, τους οποίους επικαλείται το προσυνοδικό κείμενο της Ε΄ ΠΠΔ (Β-7 και Στ-95[20]), ο κ. Δημακόπουλος προβαίνει σε αυθαίρετους και αναπόδεικτους συλλογισμούς διαστρεβλώνοντας πλήρως τόσο το κείμενο των ι. Κανόνων όσο και την εξ αυτών πράξη της Εκκλησίας.  
[Είχε ο ολοκληρωθεί το παρόν όταν δημοσιεύθηκε το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου με τίτλο «Η Σύνοδος των Τριών Πατριαρχών του έτους 1756»[21], με το οποίο εμμέσως πλην σαφώς απαντά στον κ. Δημακόπουλο].
Ας δούμε όμως τι λένε οι ιεροί κανόνες:
Οι κανόνες  Β-7 και Στ-95 είναι απολύτως σαφείς. Στους αιρετικούς που επιθυμούν να ενταχθούν στην Ορθοδοξία η Εκκλησία εφαρμόζει την ακρίβεια (βάπτισμα) ή την οικονομία (λίβελος και χρίσμα). Η κατ’ οικονομία πράξη εφαρμόζεται υπό προϋποθέσεις σε περιπτώσεις πρώην Αρειανών, Μακεδονιανών, Νεστοριανών, Μονοφυσιτών κ.ά., ενώ η ακρίβεια του (ανα)βαπτισμού σε Ευνομιανούς, Σαβελλιανούς, Μοντανιστές, Μανιχαίους, Μαρκιωνιστές κ.ά.
Αξιοπρόσεκτη είναι η αναφορά και των δύο κανόνων (Β-7 και Στ-95) στους Ευνομιανούς, στους οποίους δεν παραχωρείται η κατ’  οικονομία πράξη,  αλλά (ανα)βαπτίζονται. Οι Ευνομιανοί ήσαν αρειανόφρονες. Εν τούτοις, ενώ στους Αρειανούς η Εκκλησία προσφέρει την οικονομία,  στους ομοδόξους τους Ευνομιανούς την αρνείται!  Γιατί;  Οι κανόνες είναι κατηγορηματικοί και σαφείς στην αιτιολόγηση της άρνησης: διότι οι Ευνομιανοί ήσαν «οι εις μίαν κατάδυσιν βαπτιζόμενοι», σε αντίθεση με τους άλλους Αρειανούς οι οποίοι εβαπτίζοντο σύμφωνα με τον Ορθόδοξο τύπο της τριπλής κατάδυσης και ανάδυσης και στους οποίους χορηγείται η οικονομία.
Επίσης, σύμφωνα με τους κανόνες η Εκκλησία δεν παρέχει οικονομία στους Σαβελλιανούς, οι οποίοι δε βάπτιζαν στο Όνομα των Τριών Προσώπων της Αγ. Τριάδος, αλλά συνέχεαν τα Θεία Πρόσωπα ή, όπως σημειώνουν οι κανόνες: «Σαβελλιανούς, τοὺς υἱοπατορίαν δοξάζοντας».
Από τα ανωτέρω είναι σαφές ότι η Εκκλησία των Οικουμενικών Συνόδων με τους Ι. Κανόνες έθεσε δύο βασικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της κατ’ οικονομίαν πράξεως στους «προστιθεμένους τη Ορθοδοξία»: α) η βαπτισματική τελετή στην αίρεση να έχει γίνει με επίκληση στο όνομα της Αγ. Τριάδος και β) να έχει τηρηθεί ο ορθόδοξος βαπτισματικός τύπος των τριών καταδύσεων και αναδύσεων.  Αυτή ακριβώς την πράξη της Εκκλησίας υποστηρίζει και ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου  Ιερόθεος και την προεκτείνει και στους Λατίνους. Με συνέπεια προς τους ανωτέρω Ι. Κανόνες εισηγείται ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί η κατ’ οικονομία πράξη στους Λατίνους που θέλουν να ενταχθούν στην Ορθοδοξία, διότι δεν έχει τηρηθεί στο βάπτισμα με το οποίο εντάχθηκαν στην αίρεση ο κανονικός αποστολικός και πατερικός τύπος των τριών καταδύσεων και αναδύσεων. Έτσι οι Λατίνοι, όπως οι Ευνομιανοί, που δεν τηρούσαν τον ορθό βαπτιστικό τύπο, πρέπει να αναβαπτίζονται.
Με την άποψη αυτή δεν συμφωνεί ο καθηγητής Δημακόπουλος. Στο άρθρο του εγκαλεί τον Άγιο Ναυπάκτου ότι «έχει υιοθετήσει μια αναμφισβήτητα “καινοτόμο”  ανάγνωση των κανόνων και της ιστορίας προκειμένου να στηρίξει την θέση του ενάντια στο βάπτισμα των ετεροδόξων»:
α) Ισχυρίζεται ότι η άρνηση χορήγησης οικονομίας στους Ευνομιανούς δεν οφείλεται στη μη τήρηση του ορθού βαπτιστικού τύπου αλλά στην διαφορετική διδασκαλία τους περί Αγ. Τριάδος που είχε αντίκτυπο στον τρόπο βαπτίσεως με μία κατάδυση. Προς απόδειξη των απόψεών του επικαλείται τους «βυζαντινούς κανονολόγους», γράφοντας: «Πράγματι, κανένας βυζαντινός κανονολόγος δεν ερμήνευσε ποτέ το λάθος των Ευνομιανών ως ένα λάθος που αφορά πρωτίστως στο τελετουργικό. Το λάθος τους αφορούσε την απόρριψη της Αγίας Τριάδας».
Δυστυχώς όμως για τον κ. Δημακόπουλο οι ισχυρισμοί του είναι παντελώς ανυπόστατοι:
i) Οι κανόνες για τους Ευνομιανούς είναι απολύτως σαφείς: «Εὐνομιανοὺς μέντοι, τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους» . αναφέρονται μόνο στο λανθασμένο τελετουργικό και όχι στη διδασκαλία τους, όπως θα ήθελε ο κ. Δημακόπουλος.  Αντίθετα για τους Σαβελλιανούς οι κανόνες παραπέμπουν στη αιρετική διδασκαλία τους περί της Αγ. Τριάδος: «Σαβελλιανούς, τοὺς υἱοπατορίαν δοξάζοντας».
ii) Η αναφορά του αρθρογράφου ότι «κανένας βυζαντινός κανονολόγος δεν ερμήνευσε ποτέ το λάθος των Ευνομιανών ως ένα λάθος που αφορά πρωτίστως στο τελετουργικό. Το λάθος τους αφορούσε την απόρριψη της Αγίας Τριάδας», καταδεικνύει, αν μη τι άλλο, ότι δεν έχει στη διάθεσή του, και ως εκ τούτου δεν διάβασε,  τα κείμενά τους. Οι περίφημοι τρεις «βυζαντινοί κανονολόγοι»  Ζωναράς, Βαλσαμών και Αριστινός είναι απολύτως ξεκάθαροι και ενισχύουν την ερμηνευτική προσέγγιση του Μητροπολίτου Ναυπάκτου, ενώ αποδομούν πλήρως τους ισχυρισμούς τού κ. Δημακόπουλου.
Και οι τρεις ερμηνευτές, αντίθετα  με την επιθυμία του αρθρογράφου, δεν ασχολούνται καθόλου, δε κάνουν καμμία αναφορά στις θεολογικές διδασκαλίες των Ευνομιανών, αλλά αποκλειστικά και μόνο στη μη τήρηση του βαπτισματικού τύπου των τριών καταδύσεων και αναδύσεων «κατά τον τύπον της ορθοδόξου εκκλησίας»:
α) Ζωναράς (12ος αι.): «Απολλιναρισταί. Ουκ αναβαπτίζονται ουν ούτοι, ότι περί το άγιον βάπτισμα κατ’ ουδέν ημίν διαφέρονται, αλλ’ επίσης τοις ορθοδόξοις βαπτίζονται … [τους δε Ευνομιανούς...] τούτους τοίνυν, και τους άλλους πάντας αιρετικούς βαπτίζεσθαι οι ιεροί Πατέρες εθέσπισαν . ή γαρ ουκ έτυχον του θείου βαπτίσματος, ή τυχόντες ουκ ορθώς, ουδέ κατά τον τύπον της ορθοδόξου εκκλησίας αυτού έτυχον. διό και ως μηδέ την αρχήν βαπτισθέντας αυτούς λογίζονται»[22].
β) Βαλσαμών (12ος αι.):  «Τους δε αναβαπτίζεσθαι οφείλοντας είπεν είναι, Ευνομιανούς, τους εις μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένουςΣημείωσαι δε από του παρόντος κανόνος, ότι πάντες οι βαπτιζόμενοι εις μίαν κατάδυσιν, πάλιν βαπτίζονται»[23].
γ) Αριστινός (12ος αι.): «Οι καταδύσει μιά βαπτιζόμενοι Ευνομιανοί … ως Έλληνες δεχέσθωσαν. Ούτοι και βαπτίζονται, και χρίονται, ότι ως Έλληνες δεχέσθωσαν»[24].
Ο Βαλσαμών είναι κατηγορηματικός και για τη σημερινή πράξη με τους Λατίνους: «Σημείωσαι δε από του παρόντος κανόνος, ότι πάντες οι βαπτιζόμενοι εις μίαν κατάδυσιν, πάλιν βαπτίζονται»
Την ίδια ερμηνευτική προσέγγιση ακολουθεί και ο μεγάλος κανονολόγος Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης (18ος αι.) στο Πηδάλιο: «Τούτους δε πάντας ούτω δεχόμεθα μη αναβαπτίζοντες, επειδή κατά τον Ζωναρά κατ’ ουδέν ημίν διαφέρονται,  αλλ’ επίσης τοις ορθοδόξοις βαπτίζονται. Τους δε Αρειανούς και Μακεδονιανούς αιρετικούς φανερώς όντας, εδέχθη χωρίς αναβαπτισμού ο Κανών οικονομικώς, κατά α΄. μεν λόγον διά το πολύ πλήθος όπου ήτο τότε των τοιούτων αιρετικών.  Κατά β΄. δε λόγον, και διατί επίσης ημίν εβαπτίζοντο. Τους δε Ευνομιανούς όμως, οίτινες εις μίαν κατάδυσιν βαπτίζονται … ως Έλληνας δεχόμεθα, ήτοι ως πάντι αβαπτίστους»[25]. Επίσης στην ερμηνεία του Αποστ-46  ο Άγ. Νικόδημος Αγιορείτης σημειώνει: «Εκείνοι μεν οι αιρετικοί, των οποίων εδέχθησαν το βάπτισμα, εφύλαττον απαράλλακτον και το είδος και την ύλην του βαπτίσματος των Ορθοδόξων, και εβαπτίζοντο κατά τον τύπον της Καθολικής Εκκλησίας. Εκείνοι δε οι αιρετικοί, των οποίων το βάπτισμα δεν εδέχθησαν, επαραχάραξαν την τελετήν του βαπτίσματος και διέφθειραν, ή τον τρόπον του είδους, ταυτόν ειπείν των επικλήσεων, ή την χρήσιν της ύλης, ταυτόν ειπείν των καταδύσεων και αναδύσεων … διατί ουν οι ισοδύναμοι όντες κατά τας αιρέσεις, δεν απεδέχθησαν και ισοδυνάμως από την σύνοδον;  Φανερόν είναι ότι οι μεν Αρειανοί και Μακεδονιανοί  εβαπτίζοντο απαραλλάκτως, ως και οι ορθόδοξοι, εις τρεις αναδύσεις και καταδύσεις, και εις τρεις επικλήσεις της αγίας Τριάδος, χωρίς να παραχαράζουν ούτε το είδος των επικλήσεων, ούτε την ύλην του ύδατος … Οι δε Ευνομιανοί παραχαράξαντες τον τρόπον της ύλης του βαπτίσματος, εις μίαν μόνην κατάδυσιν εβαπτίζοντο. ως αυτά τα λόγια επί λέξεως έχει του κανόνος»[26].
Παρόμοια προσέγγιση με τον Άγ. Νικόδημο και τους βυζαντινούς κανονολόγους έχουμε και από τους λοιπούς Κολλυβάδες Αγίους Πατέρες και σημαντικούς μεταβυζαντινούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς (Άγ. Αθανάσιο Πάριο, Κωνσταντίνο Οικονόμου, Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, Ευστράτιο Αργέντη, Ευγένιο Βούλγαρη, Χριστόφορο Αιτωλό, Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσίθεο, τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Ε΄, Σωφρόνιο Β΄, Προκόπιο, Καλλίνικο Ε΄ και Γερμανό), αλλά και από τη Σύνοδο της Μόσχας του 1620,  της Κωνσταντινουπόλεως του 1722 με τη συμμετοχή των Πατριαρχών Αντιοχείας Αθανασίου Δ΄ και Ιεροσολύμων Χρυσάνθου, καθώς και τη  Συνοδική Επιστολή του 1878[27].
Στο αυτό πνεύμα η Σύνοδος των τριών Πατριαρχών της Ανατολής του 1755/6, (Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε΄, Αλεξανδρείας Ματθαίος και Ιερουσολύμων Παρθένιος), στον περίφημο όρο της αποφαίνεται: «τη τε δευτέρα και πενθέκτη αγίαις οικουμενικαίς συνόδοις, διαταττομέναις τους μη βαπτιζομένους εις τρεις αναδύσεις, και καταδύσεις, και εν εκάστη των καταδύσεων μίαν επίκλησιν των θείων υποστάσεων  επιβοώντας, αλλ’ άλλως πως βαπτιζομένους, ως αβαπτίστους προσδέχεσθαι, τη ορθοδοξία προσιόντας».
β) Επίσης, στερείται θεολογικού-κανονικού ερείσματος και ο άλλος ισχυρισμός του κ. Δημακόπουλου ότι «κανένας βυζαντινός κανονολόγος ή αντιρρητικός θεολόγος δεν θεώρησε ποτέ τα λάθη της λατινικής θεολογίας, όπως το filioque, ήταν τόσο σημαντικά ώστε να απαιτούν αναβαπτισμό. Ούτε ο Βαλσαμών, ούτε ο Χωματιανός… ούτε καν ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός δεν διατύπωσε ποτέ την άποψη ότι οι Λατίνοι θα πρέπει να αναβαπτίζονται». Βέβαια οι κανόνες αναφέρονται και συνεκτιμούν και την πίστη των αιρετικών (μιλούν για «τοὺς υἱοπατορίαν δοξάζοντας»). Όμως η πίστη της αίρεσης ή η εγγύτητά της προς την πίστη της Εκκλησίας δεν είχε για τις Συνόδους πρωταρχική σημασία στην εφαρμογή της οικονομίας. Η Εκκλησία εφαρμόζει την οικονομία στις  σοβαρές αντιτριαδικές αιρέσεις των Αρειανών (ειδωλολάτρες χαρακτηρίζονται στην Ζ΄ Οικουμενική) και των Πνευματομάχων με τις αυστηρές καταδίκες και αναθεματισμούς από όλες τις Οικουμενικές Συνόδους. Την ίδια οικονομία εφαρμόζει και στους «Καθαροὺς καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρακαιδεκατίτας» με τους οποίους δεν υπήρχαν θεολογικές διαφορές στα βασικά δόγματα της πίστεως, αλλά μόνο σε θέματα εκκλησιαστικής τάξεως και λατρείας (πχ. οι Τεσσαρακαιδεκατίτες εόρταζαν το Πάσχα στις 14 του Νισσάν, οι Καθαροί δεν αποδέχονταν το β΄ γάμο και τη μετάνοια στους πεπτωκότες). Αντίθετα, ενώ στους Αρειανούς εφαρμοζόταν η οικονομία, στους ομοπίστους με αυτούς Ευνομιανούς τηρούνταν η ακρίβεια (βάπτισμα), διότι αυτοί βάπτιζαν με μία μόνο κατάδυση! Όπως είπαμε, τους Καθαρούς, οι οποίοι, κατά τον Ζωναρά, «ου περί την πίστιν εσφάλλοντο, αλλ’ εις μισαδελφίαν, και άρνησιν μετανοίας τοις παραπεπτωκόσι και επιστρέφουσι», τους δέχονταν με λίβελο και χρίσμα, ενώ τους καταδικασμένους από Οικουμενικές Συνόδους Νεστοριανοὺς, Εὐτυχιανιστάς καὶ Σεβηριανούς καὶ «τοὺς ἐκ τῶν ὁμοίων αἱρέσεων» μόνο με λίβελο, χωρίς χρίσμα.
Η Εκκλησία, λοιπόν, απαιτούσε μόνο: η βάπτιση στην αιρετική Κοινότητα να είχε γίνει στο όνομα της Αγ. Τριάδος και να είχε τηρηθεί ο ορθός βαπτισματικός τύπος. Επειδή τις δύο αυτές προϋποθέσεις, αρχικά, τις πληρούσε η Ρώμη (δεν είχε γενικευθεί το ράντισμα), ανεξάρτητα με τις αιρετικές διδασκαλίες που είχε αποδεχθεί (πολύ λιγότερες από όσες αιρέσεις διδάσκει σήμερα επισήμως), για το λόγο αυτό «ούτε ο Βαλσαμών, ούτε ο Χωματιανός… ούτε καν ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός δεν διατύπωσε ποτέ την άποψη ότι οι Λατίνοι θα πρέπει να αναβαπτίζονται», αλλά γίνονταν δεκτοί με την κατ’  οικονομία πράξη, αφού πληρούσαν - τότε - τις κανονικές προϋποθέσεις[28].  Τα πράγματα όμως άλλαξαν με την εν Τριδέντω Σύνοδο (1545-1563), στην οποία θεσμοθετήθηκε επίσημα ως κανόνας για ολόκληρη την παπική Δύση το διά ραντισμού ή επιχύσεως βάπτισμα. Από τότε δημιουργήθηκε σοβαρό θέμα στο αν μπορεί να εφαρμοστεί στους Λατίνους η οικονομία, αφού έπαψαν να πληρούν την κανονική προϋπόθεση του ορθού βαπτιστικού τύπου: ούτε τη μία κατάδυση των Ευνομιανών δεν κάνουν…
Το ζήτημα λύθηκε με την κοινή Πατριαρχική απόφαση, τον περίφημο Όρο της Συνόδου του 1755/6 των τριών Πατριαρχών της Ανατολής Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Ε΄, Αλεξανδρείας Ματθαίου και Ιεροσολύμων Παρθενίου, με τον οποίο οι εκ της λατινικής αιρέσεως γίνονται κατ’ ακρίβεια δεκτοί με βάπτισμα, διότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των Β-7  και Στ-95. Η απόφαση αυτή είναι εν ισχύει, διότι δεν έχει αρθεί μέχρι σήμερα[29].
Η απόφαση της Συνόδου του 1755/6 δεν άρεσε καθόλου στους πανίσχυρους στην Υψηλή Πύλη Λατίνους (Ιησουίτες και πρεσβευτές των δυτικών Δυνάμεων, ιδιαιτέρως της Γαλλίας) οι οποίοι, σύμφωνα με τον Μητρ. Αίνου Γερμανό, «πολλά και ποικίλα απειλούντες παρέπεισαν τινάς των αρχιερέων, των ευγενών και προκρίτων του ημετέρου Γένους, ίνα εξωθήσωσι του θρόνου τον Κύριλλον»[30]. Έτσι ορισμένοι Μητροπολίτες, κατά τον Ranciman, «βρέθηκαν να έχουν γίνει σύμμαχοι με τους απεσταλμένους των καθολικών δυνάμεων»[31] και να συμπράξουν στην εκθρόνιση του Κυρίλλου προς μεγάλη θλίψη τού λαού της Κωνσταντινουπόλεως. Για τις  μεθοδεύσεις αυτές των Λατίνων και των λατινοφρόνων στην εκθρόνιση του Κυρίλλου Ε΄ σιωπά ο κ. καθηγητής…
Συμπερασματικά: μελετώντας με προσοχή και σεβασμό την κανονική παράδοση καθίσταται απολύτως σαφές ότι η Εκκλησία των Οικουμενικών Συνόδων έδινε και δίνει πολύ μεγάλη σημασία στην ακριβή τήρηση του βαπτιστικού τύπου των τριών καταδύσεων και αναδύσεων. Όταν η Εκκλησία, στους ίδιους τους κανόνες που θεσμοθετούν την κατ’ οικονομία εισδοχή των αιρετικών, ορίζει ρητά ότι δεν μπορεί αυτή την οικονομία να την εφαρμόσει στους «εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους», μπορούμε εμείς ελαφρά τη καρδία να θεσμοθετήσουμε αντίθετα, και να την εφαρμόσουμε στους Λατίνους οι οποίοι δεν τηρούν ούτε τη μία κατάδυση;

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας παρουσιάζεται από ορισμένους ως το πλέον σημαντικό γεγονός στη νεότερη ιστορία της Εκκλησίας μας. Βέβαια, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, τόσο η θεματολογία της Συνόδου όσο και η προετοιμασία της δεν ανταποκρίνονται στην ονομασία της[32]. Είναι βαθύτατα λυπηρό ότι επαληθεύεται για την επί 90 χρόνια προετοιμαζομένη Πανορθόδοξο Σύνοδο η θυμόσοφος αρχαία ρήση «ώδινεν όρος και έτεκεν μυν», διότι δυστυχώς η ωδίς αυτή θα εξελιχθεί σε όνειδος για την Ορθόδοξη Εκκλησία μας…
Το κρισιμότερο ζήτημα έγκειται στο αν θα αναδειχθεί πραγματικά επομένη ταις Αγίαις και Οικουμενικαίς Συνόδοις και διατρανώσει την «άπαξ παραδοθείσα πίστιν». Δυστυχώς τα μέχρι τώρα δεδομένα έχουν δικαιολογημένα θορυβήσει πολλούς πιστούς, ακόμα και σε υψηλό θεσμικό επίπεδο. Οι πρωτεργάτες της Πανορθοδόξου θέλησαν –και εν πολλοίς το πέτυχαν– να κρατήσουν το Λαό του Θεού (κληρικούς και λαϊκούς) μακριά από την προετοιμασία τής Συνόδου. Στον εναπομείναντα ελάχιστο χρόνο ο κάθε πιστός, αναλόγως της θέσεως, της διακονίας και των χαρισμάτων του, οφείλει με το αίσθημα ευθύνης που του αναλογεί, να καταθέτει τη δική του Ορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Κυρίως, όμως, επιβάλλεται να ευχόμαστε και να προσευχόμαστε το Άγιο Πνεύμα να φωτίσει και να ενδυναμώσει τους Επισκόπους μας να σταθούν αντάξιοι της επισκοπικής τους διακονίας εν Συνόδω, ώστε εν ιερά καυχήσει να διασαλπίσουν «έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν»  και, «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι», να ορθοτομήσουν τον λόγον της Χριστού Αληθείας. Τότε και μόνο τότε η Πανορθόδοξη Σύνοδος θα αναδειχθεί αντάξια του ονόματός της. Σε αντίθετη περίπτωση  τα τραύματα που θα επιφέρει στο Άχραντο Σώμα του Χριστού θα είναι πολυώδυνα… Μη γένοιτο!



[20]  Β-7: 7ος κανόνας της Β΄ Οικουμενικής,   Στ-95: 95ος κανόνας της Στ΄εν Τρούλω (Πενθέκτης) Οικουμενικής.
[22]  Ερμηνεία στον Β-7,  Ράλλη Ποτλή,  Σύνταγμα…,  τ. Β΄ σ. 188-189.
[23]  Ερμηνεία στον Β-7,  Ράλλη Ποτλή,  Σύνταγμα…,  τ. Β΄ σ. 190-191
[24]  Ερμηνεία στον Β-7,   Ράλλη Ποτλή,  Σύνταγμα…,  τ. Β΄ σ. 191.
[25]  Πηδάλιον, ερμηνεία στον Β-7.
[26]  Πηδάλιον, ερμηνεία στον Αποστ-46, σημ. 1.
[27]  Αναλυτικότερα βλ. πρωτ. Γ. Μεταλληνού, Ομολογώ εν Βάπτισμα, Ερμηνεία και εφαρμογή του Ζ΄ κανόνος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου από τους Κολλυβάδες Πατέρες και τον Κων/νο Οικονόμο, εκδ. Τήνος Αθήνα 1996,  Ελ. Γιαννακοπούλου, Ο αναβαπτισμός των αιρετικών 1453-1756), Σταθμοί έρευνας και πράξης (ιστορικοκανονική θεώρηση), Αθήνα 2009.
[28]  Αναλυτικότερα επ’  αυτού βλ. πρωτ. Γ. Μεταλληνού, Ομολογώ εν Βάπτισμα, Ερμηνεία και εφαρμογή του Ζ΄ κανόνος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου από τους Κολλυβάδες Πατέρες και τον Κων/νο Οικονόμο, Αθήνα 1996, σ. 75-95.
[29] Βλ. Άρθρο του σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου  Ιεροθέου  «Η Σύνοδος των Τριών Πατριαρχών του έτους 1756», στο http://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/7499-i-sunodos-ton-trion-patriarxon-tou-etous-1756
[30]  Ελ. Γιαννακοπούλου, Ο αναβαπτισμός των αιρετικών 1453-1756), Σταθμοί έρευνας και πράξης (ιστορικοκανονική θεώρηση), Αθήνα 2009, σ. 73-83.
[31] Αναλυτικότερα βλ. πρωτ. Γ. Μεταλληνού, Ομολογώ εν Βάπτισμα, Ερμηνεία και εφαρμογή του Ζ΄ κανόνος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου από τους Κολλυβάδες Πατέρες και τον Κων/νο Οικονόμο, εκδ. Τήνος Αθήνα 1996, σ. 99 κ.εξ.
[32] Είναι φοβερό να ακούγεται από χείλη Προκαθημένου ότι «η Πανορθόδοξη όπως εξελίχθηκε δεν έχει καμία ουσία και γίνεται μόνο για το prestige του … (αναφέρει συγκεκριμένο όνομα προθιεράρχου)»! Καταδεικνύει, δυστυχώς, την απόλυτη έκπτωση του Συνοδικού Θεσμού στη ζωή της Εκκλησίας  μας. Η ευθύνη των υπευθύνων για το κατάντημα αυτό είναι τεράστια!