«Για τους Γονείς της Ενορίας»
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026
Κυριακή 31 Μαΐου 2026
«Για τους Γονείς της Ενορίας»
«Ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος»! - π. Τιμόθεος Παπασταύρου
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (17 ΜΑΪΟΥ 2026)
«ἓν οἶδα, ὅτι
τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω» (Ἰωάν. Θ΄ 25).
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ
Ὁ … ἀόμματος!
Ὁ Κύριος, ἀκολουθούμενος ὑπὸ τῶν μαθητῶν Του, διέρχεται τὰς ὁδοὺς τῶν Ἱεροσολύμων
…! Δὲν κινεῖται τυχαίως καὶ ἄνευ σκοποῦ, ἀλλὰ ἔρχεται ἵνα συναντήσῃ ἕναν ἀόμματον!
Ὄντως˙ εἴς τινα ἄκρην ἑνὸς
δρόμου, βλέπει τοῦτον τὸν «ἐκ γενετῆς» τυφλόν,
νὰ ἐπαιτεῖ ἀπὸ τοὺς διερχομένους … Φαίνεται ὅτι εἶναι … «ἐκ γενετῆς»,
διότι ἡ ἀπουσία τῶν ὀφθαλμῶν εἶναι ἐμφανής! Κατὰ τοὺς ἑρμηνευτάς τῆς Ἁγίας Γραφῆς,
εἰς τοῦτον τὸν τυφλόν, δὲν ὑπάρχουσιν οὐδὲ κἂν αὗται αἱ κόγχαι τῶν ὀφθαλμῶν! Ἡ ἀπουσία
τῶν αἰσθητηρίων τῆς ὁράσεως εἶναι παντελής! Οἱ μαθηταὶ ἐρωτοῦν τὸν Διδάσκαλον, «ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ,
ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;» Θεωροῦσιν, ὅτι … τοιαῦται θλιβεραὶ καταστάσεις ἔχουσιν
ὡς αἰτίαν κάποιας ἁμαρτίας. Ὅμως ὁ Θεάνθρωπος Κύριος τοὺς ἀπαντᾷ, ὅτι … «οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ'
ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ»!
Ἐν συνεχείᾳ, ὁ Θεάνθρωπος, «ἔπτυσε
χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς
τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ»,
καὶ τοιουτοτρόπως ἐνεργεῖ τὴν θεραπείαν τοῦ «ἐκ γενετῆς», τούτου, τυφλοῦ! Δὲν
προτιθέμεθα, ἵνα παρακολουθήσωμεν ἐν προκειμένω, τὰς ἀτέρμονας συζητήσεις καὶ ἐμπαθεῖς
καὶ ἀνοήτους ἐνστάσεις τῶν Φαρισαίων, αἵτινες ἐπηκολούθησαν τοῦ θαύματος, ἀλλὰ
θὰ περιορισθῶμεν ἐν προκειμένῳ εἰς τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου θαυματουργεῖ ὁ
Χριστός εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην!
«Ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε
πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος»!
Τοῦτον τὸν πρωτότυπον τρόπον ἐπέλεξεν ὁ Θεάνθρωπος, - καὶ οὐχὶ «τυχαίως»,
- προκειμένου ἵνα ἐνεργήσῃ τὴν θεραπείαν τοῦ, ἐκ γενετῆς, τούτου τυφλοῦ! Εἰς ἄλλας
θαυματουργικὰς ἐνεργείας Του, εἴτε ἐνήργει διὰ μόνου τοῦ λόγου Του, εἴτε ἤγγιζεν
διὰ τῶν πανακηράτων χειρῶν Του τὸν νοσοῦντα, εἴτε ἐνεργοῦσε τὴν θεραπείαν
σταδιακῶς, - ὡς εἰς τοὺς δέκα λεπρούς, - εἴτε ἄλλως, ὡς Οὗτος ἤθελεν! Ἐν
προκειμένῳ, ὅμως, ἐνεργεῖ διὰ τοῦ ὡς ἄνω τρόπου, καὶ ὑπενθυμίζει εἰς ἡμᾶς ἐκεῖνον
τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου, Οὗτος ὁ ἀληθινὸς Θεός, ἐδημιούργησεν ἐν τῷ Παραδείσῳ,
τὸν πρωτόπλαστον Ἀδάμ!
Ὡς τότε, ὅτε … «ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν
ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς», οὕτω καὶ τώρα, εἰς τὸν ἐκ γενετῆς τυφλόν, ὁ
Κύριος καὶ Δημιουργὸς Θεός, ποιεῖ πηλὸν διὰ τοῦ ἱεροῦ πτυέλού Του καὶ τοῦ χοός,
καὶ … δημιουργεῖ τὰ ἐλλείποντα ὄμματα τοῦ τυφλοῦ! Δημιουργίαν ἔχομεν ἐν
προκειμένῳ, συνεπῶς, καὶ οὐχὶ θεραπείαν!
«καὶ ἑώρακας Αὐτόν»!
«Τὸν ἔχεις ἰδεῖ»! Δὲν εἶναι τυχαία ἢ λανθασμένη ἡ φρᾶσις αὐτὴ μὲ
τὴν ὁποία ἀπήντησε ὁ Κύριος εἰς τὴν ἐρώτηση τοῦ ἤδη θεραπευμένου, ἐκ γενετῆς
τυφλοῦ. Ὅταν ὁ Κύριος τὸν συνήντησε, μετὰ ἀπὸ ὅλον ἐκεῖνον τὸ ἀπολογητικὸν ἀγῶνα
ποὺ ἔδωσε κατὰ τῶν Φαρισαίων, ὑπερασπιζόμενος τὸ Θαῦμα ποὺ ἔγινεν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ
καὶ τὴν Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν ρώτησε: «σὺ πιστεύεις
εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ;» (Ἰωάν. Θ΄ 35). Ὅταν δὲ ἐκεῖνος γεμᾶτος ἀπορίαν ἐρωτᾷ
καὶ πάλιν τὸν Κύριο, «καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;» (Ἰωάν.
Θ΄ 36), ὁ Κύριος τὸν βεβαιώνει, «καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν
μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν» (Ἰωάν. Θ΄ 37). Δηλαδή, «καὶ τὸν ἔχεις ἰδεῖ καὶ ἐκεῖνος
ποὺ ὁμιλεῖ τώρα μαζί σου ἐκεῖνος εἶναι». Δημιουργεῖται, συνεπῶς, ἡ ἀπορία: πότε
ὁ πρώην τυφλὸς ἔχει ἰδεῖ τὸν Χριστόν, ἀφοῦ, ἕως τὴν στιγμὴ ποὺ ἄνοιξαν τὰ μάτια
του, δὲν εἶχε ἰδεῖ, φυσικά, τίποτα καὶ κανέναν; Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἐνίφθη
εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ καὶ ἤρχισε νὰ βλέπῃ, διὰ πρώτην φοράν, τώρα,
βλέπει τὸν Χριστόν! Πότε, λοιπόν, τὸν εἶδε;
Φυσικά, φίλε ἀναγνώστη, ὁ Κύριος δὲν κάνει λάθος! Γνωρίζει πολὺ καλά, ὅτι
ὁ ἐκ γενετῆς τυφλός, δὲν εἶχε τὴν δυνατότητα τῆς ὁράσεως τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων
καὶ προσώπων. Δὲν εἶναι, συνεπῶς, τυχαῖον ἢ ἀκόμη περισσότερον … λανθασμένον, τὸ
ὅτι ὁ Κύριος τὸν βεβαιώνει (τὸν πρώην τυφλόν), ὅτι «τὸν ἔχεις ἰδεῖ»! Εἶναι
φανερὸν ὅτι στὴν προκειμένη περίπτωσιν, ὁ Χριστός μας ἀναφέρεται εἰς μίαν ἄλλην
«ὅρασιν» ἡ ὁποία – ὡς φαίνεται – ἔχει λειτουργήσει ἀποκαλυπτικὰ εἰς τὸν ἐκ
γενετῆς τυφλὸν καὶ ἔχει ἰδεῖ, συνεπῶς, τὸν «Υἱὸν τοῦ Θεοῦ»! Ἡ ὅρασις δὲ αὐτὴ εἶναι
ἐκείνη διὰ τῆς ὁποίας ὁ τυφλός ἔχει ἤδη ἰδεῖ τὸν Ἰησοῦν. Εἶναι, ἡ ὅρασις, διὰ τῶν
ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς! Εἶναι ἐκείνη περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν στὴ συνέχεια ὁ Κύριος
πρὸς τοὺς μαθητάς Του καὶ τὸν λαόν, λέγων, «εἰς κρῖμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον
τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται» (Ἰωάν.
Θ΄ 39). Εἶναι ἐκείνη περὶ τῆς ὁποίας, ἐρωτοῦν οἱ Φαρισαῖοι, ἐν συνεχείᾳ
καὶ ὁ Κύριος τοὺς δίδει χαρακτηριστικὴν ἀπάντησιν: «Καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν
Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὄντες μετ' αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν;
Εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι
βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (Ἰωάν. Θ΄ 40-41).
Οἱ «ἰδόντες τὸν Κύριον»!
Πολλοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ ἀξιώθηκαν νὰ ἴδουν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν
Χριστόν, κατ’ ὄψιν. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, πρώτη, ἀλλὰ καὶ στὴν συνέχεια, ὁ
μνήστωρ Ἰωσὴφ ὁ δίκαιος, οἱ ἄκακοι ποιμένες, οἱ σοφοὶ μάγοι, πολὺς λαὸς εἰς τὴν
Βηθλεὲμ καὶ κυρίως εἰς τὴν Ναζαρέτ, ὅπου ὁ Κύριος ἐπέρασε τὰ τριάκοντα πρῶτα ἔτη
τῆς ζωῆς Του. Καὶ ἀπὸ τὴν Βάπτισίν Του ὅμως καὶ ἐν συνεχείᾳ, τὸν «βλέπουν», ὁ
τίμιος Πρόδρομος καὶ οἱ δώδεκα μαθηταί Του, λαὸς πολὺς καὶ Φαρισαῖοι καὶ
Γραμματεῖς. Τὸν «βλέπουν», καὶ ἄλλοι τὸν ἀγαποῦν καὶ τὸν προσκυνοῦν, καὶ ἄλλοι
τὸν μισοῦν καὶ τὸν ἐχθρεύονται. Οἱ περισσότεροι τὸν βλέπουν, ὅπως συνήθως
βλέπουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι˙ Τὸν βλέπουν ὡς ἄνθρωπον μὲ τὰ συνήθη χαρακτηριστικὰ
ἑνὸς ἀνθρώπου, μὲ ἕναν ὡραῖο λόγο, μὲ σπάνια ἁπλότητα ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς, μὲ
λιτὴ ἀμφίεση καὶ ἀσκητικὰ χαρακτηριστικά. Τὰ ἀνθρώπινα ὅμως μάτια, δὲν μποροῦν
νὰ «προχωρήσουν» πιὸ βαθειά˙ δὲν μποροῦν νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ καταλάβουν τὶς ἐπιθυμίες
καὶ διαθέσεις καὶ τὰ ὁράματα τῆς ψυχῆς. Δὲν μποροῦν νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ ξέρουν, τί
σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος καὶ πότε ἁμαρτάνει ἢ πράττει τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον ἐνώπιον
τοῦ Θεοῦ.
Τέτοια μάτια, μόνον ὁ Κύριος διαθέτει καὶ διὰ τοῦτο ὡς «πανταχοῦ παρὼν καὶ
τὰ πάντα πληρῶν», δύναται νὰ γνωρίζῃ τὰ πάντα˙ καὶ τὰ ἐξωτερικὰ καὶ τὰ ἐσωτερικά˙
καὶ ἐκεῖνα ποὺ φαίνονται ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα ποὺ δὲν ἔχουν ὑλικὴν ὀντότητα. Καὶ ἐκεῖνα
τὰ εὐάρεστα καὶ τέλεια ἀπέναντι στὸν Θεόν, τὰ ὁποῖα διαλογίζεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ
καὶ τὰ βλάσφημα καὶ ὑβριστικὰ καὶ παράνομα πρὸς τὸν Θεῖον νόμον τὰ ὁποῖα
πολλάκις μολύνουν τὴν ψυχὴν τοῦ ἁμαρτωλοῦ.
Αὐτὴν τὴν ὅρασιν διαθέτει ὁ «ἐκ γενετῆς τυφλός» καὶ διὰ τοῦτο ἔχει ἀπόλυτον
συνείδησιν τοῦ τί ἀκριβῶς τοῦ ἔχει συμβεῖ. Ὅσον καὶ ἂν οἱ Φαρισαῖοι προσπαθοῦν
νὰ τὸν ἀποπροσανατολίσουν ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως νὰ τὸν ἀπειλήσουν, αὐτὸς ἔχει ἰδεῖ μὲ
τὰ «μάτια τῆς ψυχῆς» του, ποιὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ τοῦ δημιούργησε τὰ μάτια του.
Σπεύδει καὶ τὸν ὑπερασπίζεται καὶ τὸν ὁμολογεῖ ὡς προφήτην, ἔστω καὶ ἂν οἱ δῆθεν
νομοδιδάσκαλοι, ἐπιμένουν ὅτι «ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός
ἐστιν» (Ἰωάν. Θ΄ 24). Τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του λειτουργοῦν ἄπταιστα καὶ
διὰ τοῦτο, ἀφ’ ἑνὸς μέν, ὁ Κύριος, ὡς εἴδομεν, τὸν διεβεβαίωσεν ὡς Θεός, ὅτι «ἑώρακας
αὐτὸν», ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ἀναγνωρίζει καὶ ὁ ἴδιος τὸν Κύριον καὶ πίπτει
καὶ τὸν προσκυνεῖ.
Εἴθε, αὐτὴν τὴν ὅρασιν νὰ ἔχωμεν, ἀγαπητοί μου, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ
βλέπωμεν τὸν Κύριον καὶ τὰς Θείας ἐνεργείας Του, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι … ἵνα
ζήσωμεν μετ’ Αὐτοῦ εἰς τὴν Ζωὴν τὴν Αἰώνιον!
ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ
Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν
Κυριακή 24 Μαΐου 2026
«Για τους Γονείς της Ενορίας»
Σιωπηλές διαδρομές της καρδιάς προς τον Θεό
π. ΗΛΙΑΣ Γ. ΔΙΑΚΟΥΜΑΚΟΣ
ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ
Σιωπηλές διαδρομές της καρδιάς προς τον Θεό
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή όπου ο άνθρωπος νιώθει πως η καθημερινότητα δεν αρκεί. Κάτι μέσα του τον καλεί σε μεγαλύτερο βάθος, σε περισσότερη αλήθεια, σε έναν τρόπο ύπαρξης που δεν εξαντλείται στους θορύβους και στους ρυθμούς της εποχής. Αυτή η εσωτερική κίνηση δεν είναι τυχαία. Είναι η διακριτική πρόσκληση του Θεού, που αγγίζει την καρδιά χωρίς θόρυβο, αλλά με μια γαλήνη που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του μια μυστική προσδοκία: να ακουμπήσει σε κάτι αληθινό, να βρει έναν λόγο ύπαρξης που να αντέχει στον χρόνο και στη φθορά. Κάποιες φορές αυτή η προσδοκία εκφράζεται ως δίψα για νόημα, άλλες ως λαχτάρα για ειρήνη, άλλες ως αναζήτηση αγάπης που να μη ματαιώνεται
Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, πίσω από τον ανθρώπινο πόθο κρύβεται ένας άλλος πόθος· ο θείος. Δεν αναζητούμε μόνον τον Θεό· ο Θεός μας αναζητά πρώτος.
Τα κείμενα που ακολουθούν δεν επιχειρούν να περιγράφουν το άρρητο, ούτε να ορίσουν τον Θεό με λόγια. Προσπαθούν όμως να φωτίσουν την εσωτερική πορεία της ψυχής προς Εκείνον: την κλήση που ακούγεται αθόρυβα, τη συνάντηση που γεννιέται στη σιωπή, την τρυφερότητα που αποκαλύπτεται μέσα στην καθημερινότητα.
Δεν γράφονται για να αναλύσουν, αλλά για να συνοδεύσουν· όχι για να εξηγήσουν τον Θεό, αλλά για να βοηθήσουν να γίνει αισθητός. Γιατί η σχέση με Εκείνον δεν είναι ιδέα ή θεωρία· είναι δρόμος, ζωή και καρδιακή μεταμόρφωση.
Κι όταν η καρδιά αρχίζει να αναγνωρίζει τη φωνή Του, τότε όλα αποκτούν νέο νόημα: Ο φόβος υποχωρεί, οι πληγές μαλακώνουν, και ο άνθρωπος συναντά μια αγάπη που υπήρχε πάντοτε· απλώς περίμενε να γίνει δεκτή.
Η σιωπηλή κλήση, η εσωτερική συνάντηση, η τρυφερότητα της θεϊκής παρουσίας, η μεταμόρφωση της καρδιάς και η βαθιά ελευθερία που γεννά η εμπιστοσύνη, αποτελούν τα στάδια ενός μυστικού ταξιδιού που κάθε ψυχή καλείται να περπατήσει.
Αν αυτά τα λόγια κατορθώσουν να απαλύνουν έναν φόβο, να ζεστάνουν μια πληγωμένη καρδιά ή να προσφέρουν έναν μικρό φάρο ελπίδας, τότε ο σκοπός τους έχει εκπληρωθεί. Το σημαντικότερο δεν είναι να γνωρίσουμε τον δρόμο τέλεια, αλλά να κάνουμε το πρώτο βήμα. Γιατί ο Θεός μάς περιμένει πάντα εκεί όπου η καρδιά ανοίγει, έστω και λίγο.
Η ανεξιχνίαστη πρόσκληση
Από την αρχή των αιώνων, πριν ακόμη υπάρξει χρόνος και δημιουργία, η αγάπη του Θεού είχε ήδη στραφεί προς τον άνθρωπο. Μέσα από αυτή την άπειρη αγάπη γεννιέται μια μυστική πρόσκληση, μια εσωτερική κίνηση που δεν μπορεί να εξηγηθεί με λόγια, γιατί προέρχεται από βάθος που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη κατανόηση. Δεν είναι κάτι που επιβάλλεται· είναι μια ήρεμη, διακριτική κλήση που σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου και τον καλεί σε σχέση, σε εμπιστοσύνη, σε ζωή.
Ο Θεός αγγίζει την καρδιά όχι μέσα από θόρυβο και εντυπωσιασμούς, αλλά μέσα από μια παρουσία απαλή, σχεδόν ανεπαίσθητη. Μέσα σ᾽ αυτήν την παρουσία ανάβει η επιθυμία του ανθρώπου να Τον αναζητήσει. Και όταν ο άνθρωπος στρέφει την προσοχή του προς το εσωτερικό του, ανακαλύπτει ότι ο Θεός δεν έλειψε ποτέ· απλώς ο ίδιος είχε απομακρυνθεί από την καρδιά του.
Η θεϊκή πρόσκληση δεν έρχεται ως κραυγή. Είναι σαν αθόρυβος ψίθυρος που περιμένει την ώρα της καρδιακής ηρεμίας για να ακουστεί. Και όταν η ψυχή αφήσει πίσω της τη σύγχυση και τον εσωτερικό θόρυβο, αρχίζει να νιώθει ότι την καλεί κάτι μεγαλύτερο από την ίδια· μια αγάπη που δεν καταργεί την ελευθερία, αλλά την ολοκληρώνει.
Ο Θεός δεν ζητά τελειότητα, αλλά προθυμία. Δεν περιμένει επιδείξεις ή επιφανειακές πράξεις, αλλά μια διάθεση αληθινή, μια καρδιά που μπορεί να πει «ναι» ακόμη κι αν τρέμει. Η πρόσκλησή Του ριζώνει μέσα στην ψυχή σαν μικρός σπόρος. Κι αν ο άνθρωπος τον ποτίσει με ειλικρίνεια, προσευχή και σιωπή, τότε ο σπόρος αρχίζει να ανθίζει σε ένα φως που μεταμορφώνει ολόκληρη τη ζωή.
Σ᾽ αυτήν τη διαδικασία η καθημερινότητα αλλάζει πρόσωπο. Ό,τι φαινόταν τυχαίο αποκτά νόημα· ό,τι ήταν σκοτεινό φωτίζεται από μέσα. Η ψυχή καταλαβαίνει ότι δεν είναι μόνη, ότι ο Θεός συνοδεύει κάθε της βήμα, ακόμη κι όταν εκείνη δεν το αντιλαμβάνεται.
Και έτσι, μέσα από μια κλήση αθόρυβη αλλά πανίσχυρη, ο άνθρωπος μαθαίνει πως ο Θεός, ήρεμα, σταθερά και τρυφερά, θα είναι πάντοτε ο αληθινός συνοδοιπόρος του ανθρώπου.
Η άφωνη κλήση του Θεού
Πριν από κάθε δημιουργία, πριν ακόμη υπάρξει χρόνος, η αγάπη του Θεού είχε ήδη στραφεί προς τον άνθρωπο που επρόκειτο να υπάρξει. Η θεϊκή αυτή κλήση δεν μπορεί να ερμηνευτεί με ανθρώπινα μέτρα· γεννιέται από μια αγάπη άδολη, ήρεμη και ατελείωτη, που απλώνεται χωρίς να ζητά ανταπόδοση.
Ο Θεός, αν και ακατάληπτος στην ουσία Του, αγγίζει τον άνθρωπο με μια παρουσία λεπτή, σχεδόν ανεπαίσθητη, που ανάβει μέσα μας μια μυστική επιθυμία: να Τον αναζητήσουμε. Και όταν ο άνθρωπος στρέφει πραγματικά την προσοχή του προς το εσωτερικό του, ανακαλύπτει πως ο Θεός δεν έλειψε ποτέ· μόνο εκείνος είχε απομακρυνθεί από την καρδιά του.
Η θεϊκή πρόσκληση δεν είναι κραυγή. Είναι σαν απαλός ψίθυρος που δεν πιέζει, δεν επιβάλλεται και δεν θορυβεί. Περιμένει τη στιγμή που η ψυχή θα ηρεμήσει από τους συνήθεις θορύβους και θα μπορέσει να την ακούσει. Είναι τότε που ο άνθρωπος νιώθει πως κάτι τον τραβά πέρα από την καθημερινότητα, σε έναν τρόπο ζωής όπου όλα φωτίζονται αλλιώς.
Μόνο μέσα στην ταπεινή σιωπή μπορεί ο άνθρωπος να γευτεί αυτή την πρόσκληση: να καταλάβει ότι ο Θεός δεν αναζητά τελειότητες, αλλά προθυμία· δεν περιμένει επιδείξεις, αλλά αλήθεια. Θέλει μια καρδιά που ανοίγεται, όχι μια καρδιά που απολογείται.
Η άφωνη κλήση του Θεού είναι σαν μικρός σπόρος μέσα μας. Αν την κρατήσουμε ζωντανή, αν τη φροντίσουμε με προσευχή και ειλικρίνεια, τότε μεγαλώνει σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από εμάς· σε μια σταθερή αίσθηση ότι ο Θεός συνοδοιπορεί αθόρυβα, αλλά σταθερά, σε κάθε βήμα της ζωής μας.
Η σιωπηλή συνάντηση
Όταν ο άνθρωπος αρχίσει να ανταποκρίνεται στην εσωτερική κλήση του Θεού, ανακαλύπτει πως η συνάντηση μαζί Του δεν γίνεται μέσα σε εντυπωσιακές εμπειρίες, αλλά μέσα σε μια απλότητα που ξαφνιάζει. Η παρουσία του Θεού απλώνεται σαν απαλό φως που δεν τυφλώνει αλλά ζεσταίνει· σαν ήρεμη πνοή που δεν σαρώνει τη ζωή μας, αλλά τη μεταμορφώνει από μέσα.
Πολλές φορές ο άνθρωπος προσπαθεί να Τον συναντήσει με τη σκέψη του, με τις δικές του προσπάθειες, με υπολογισμούς και αναλύσεις. Κι όμως, ο Θεός γίνεται αισθητός όταν η καρδιά αφήσει για λίγο τις άμυνες, όταν η ψυχή παραιτηθεί από το άγχος να εξηγήσει τα πάντα. Είναι τότε που η χάρη βρίσκει χώρο να πλησιάσει, όχι με θόρυβο, αλλά με γλυκιά βεβαιότητα.
Στη σιωπηλή αυτή συνάντηση, ο άνθρωπος δεν ακούει φωνές ούτε βλέπει οράματα. Ακούει όμως κάτι βαθύτερο: τη γαλήνη που γεννιέται όταν η ζωή φωτίζεται εκ των έσω. Νιώθει ότι δεν είναι μόνος, ότι κάποιος τον γνωρίζει σε βάθος, τον καταλαβαίνει πέρα από λόγια, και τον αγαπά χωρίς όρους.
Έτσι η σχέση με τον Θεό παύει να είναι μια θεωρητική ιδέα και γίνεται πραγματικότητα. Γίνεται όπως η αναπνοή: δεν την προσέχεις, αλλά χωρίς αυτήν δεν ζεις. Και τότε ο άνθρωπος αρχίζει να προσεύχεται διαφορετικά· όχι μόνο με λέξεις, αλλά με την ίδια τη στάση της ζωής του. Η προσευχή δεν είναι αίτημα, αλλά συνάντηση. Δεν είναι προσπάθεια, αλλά ανταπόκριση.
Η σιωπηλή συνάντηση με τον Θεό δεν ακυρώνει τις δυσκολίες της ζωής, αλλά τις τοποθετεί σε ένα άλλο φως. Ό,τι ήταν αδιέξοδο γίνεται ευκαιρία για βάθος. Ό,τι ήταν φόβος γίνεται εμπιστοσύνη. Καί ό,τι ήταν πληγή, γίνεται δρόμος από τον οποίο περνά ένα φως που ο άνθρωπος δεν περίμενε ποτέ να δει μέσα του.
Η τρυφερότητα της θεϊκής παρουσίας
Καθώς η ψυχή συνηθίζει στη σιωπηλή συνάντηση με τον Θεό, αρχίζει να διακρίνει κάτι ακόμη πιο λεπτό: την τρυφερότητα της παρουσίας Του. Όχι ως συναίσθημα που έρχεται και φεύγει, αλλά ως μια σταθερή βεβαιότητα πως η ζωή δεν είναι πια ανοίκεια ή τυχαία. Η καθημερινότητα, ακόμη και στις πιο απλές της στιγμές, αποκτά ένα θαυμαστό βάθος, σαν να αγγίζεται από μια αόρατη, στοργική δύναμη.
Ο Θεός δεν επιβάλλει την αγάπη Του· τη φανερώνει με τρόπους που σέβονται την ελευθερία του ανθρώπου. Μερικές φορές την αισθανόμαστε σε μια απροσδόκητη στιγμή ειρήνης, άλλες σε μια φωτεινή σκέψη, άλλες στη συγχώρεση που κατορθώνουμε ενώ πριν αδυνατούσαμε. Σαν να ακουμπά ο Θεός διακριτικά την καρδιά και να της θυμίζει ότι μπορεί να αγαπά, μπορεί να εμπιστεύεται, μπορεί να ελπίζει.
Η θεϊκή τρυφερότητα δεν αναιρεί τον πόνο· τον μεταμορφώνει. Εκεί που η πληγή γινόταν βάρος, τώρα γίνεται άνοιγμα. Εκεί που η ψυχή έκλεινε από φόβο, τώρα μαλακώνει. Ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του όχι με αυστηρότητα, αλλά με εκείνο το βλέμμα που πιστεύει στις δυνατότητες της καρδιάς του· το βλέμμα με το οποίο τον κοιτάζει ο Θεός.
Και τότε, χωρίς υπερβολή ή εξαναγκασμό, η προσευχή γίνεται πιο αληθινή. Δεν είναι πια λίστα αιτημάτων, αλλά διάλογος. Δεν είναι καθήκον, αλλά ανάσα. Σαν να μιλά ο άνθρωπος σε έναν οικείο φίλο και, ταυτόχρονα, σ᾽ έναν άπειρο Θεό που τον σέβεται βαθιά.
Στην τρυφερότητα της παρουσίας Του, ο άνθρωπος μαθαίνει να αγαπά με τρόπο νέο. Να αγαπά χωρίς να απαιτεί, να προσφέρει χωρίς να λογαριάζει, να συγχωρεί χωρίς όρους. Κι αυτή η αλλαγή δεν προκύπτει από προσπάθεια· προκύπτει από την επαφή με Εκείνον που αγαπά πρώτος, ήρεμα και ακατανίκητα.
Έτσι η ζωή γίνεται ένας δρόμος μαθητείας στην αγάπη. Όχι στην αγάπη ως ιδέα, αλλά στην αγάπη ως πραγματικότητα που αλλάζει τον άνθρωπο από μέσα προς τα έξω. Και η καρδιά, όσο κι αν πληγωθεί, όσο κι αν κουραστεί, βρίσκει πάντοτε τρόπο να ξανασηκωθεί, γιατί στηρίζεται σε Εκείνον που δεν αποσύρει ποτέ την παρουσία Του.
Η μεταμόρφωση της καρδιάς
Καθώς η καρδιά πλησιάζει τον Θεό, ένα λεπτό αλλά βαθύ μυστήριο αρχίζει να ξετυλίγεται: η μεταμόρφωση της ύπαρξης. Δεν είναι αλλαγή απότομη ούτε εντυπωσιακή. Είναι μια διαδικασία ήσυχη, όπως αλλάζει ο ουρανός πριν ξημερώσει· σχεδόν αθόρυβα, κι όμως γεμάτη υπόσχεση.
Αρχικά ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι οι παλιές του βεβαιότητες αρχίζουν να ξεθωριάζουν. Εκεί που νόμιζε πως ξέρει τι πρέπει να φοβηθεί και τι να κυνηγήσει, μια νέα κατανόηση γεννιέται: ότι η αληθινή ζωή δεν βρίσκεται στην ασφάλεια ούτε στην επιτυχία, αλλά στη σχέση· στη σχέση με τον Θεό που φωτίζει τα πάντα.
Η καρδιά μαθαίνει σιγά σιγά να μην αντιδρά με σκληρότητα. Δεν έγινε αδύναμη· έγινε βαθύτερη. Έμαθε ότι η δύναμη βρίσκεται στη συγχώρεση. Και όταν η συγχώρηση ριζώνει μέσα της, οι παλιές πικρίες λιώνουν σαν χιόνι στον ήλιο.
Η μεταμόρφωση φαίνεται στις μικρές στιγμές: στην υπομονή, στη γαλήνη, στη συμπόνια. Στις επιλογές που πλέον δεν γίνονται για επιβεβαίωση, αλλά για αγάπη.
Τότε η προσευχή αλλάζει. Ζητά φως αντί για λύση, δύναμη αντί για έλεγχο, ειρήνη αντί για βεβαιότητες. Κι ο Θεός απαντά όχι με θεαματικά σημεία, αλλά με τρόπο που αλλάζει την ίδια την καρδιά· την κάνει πιο ελεύθερη, πιο ανοιχτή, πιο ικανή να αγαπά χωρίς φόβο.
Η μεταμορφωμένη καρδιά δεν είναι τέλεια· είναι ζωντανή. Δεν αφήνει τις δυσκολίες να γίνουν σκοτάδι, γιατί αναπνέει μέσα της η ήρεμη βεβαιότητα ότι ο Θεός δεν αποσύρεται ποτέ.
Και τότε η ζωή αποκτά νέο βάθος, νέα απλότητα, νέα αλήθεια. Η καρδιά γίνεται τόπος όπου η χάρη εργάζεται αθόρυβα, αλλά αδιάκοπα. Και όσο ο άνθρωπος παραμένει ανοιχτός σ᾽ αυτήν τη λεπτή εργασία, τόσο περισσότερο ανακαλύπτει ότι η παρουσία του Θεού δεν είναι μακριά, αλλά κατοικεί ήδη μέσα του.
Γιατί εκεί, στην καρδιά, αρχίζει και ολοκληρώνεται κάθε αληθινή σχέση με τον Θεό.
Η πνευματική πορεία του ανθρώπου δεν είναι μονοπάτι χωρίς δυσκολίες, ούτε δρόμος που περνιέται με βεβαιότητα. Είναι όμως ένα μονοπάτι γεμάτο υποσχέσεις· υποσχέσεις φωτός, αλήθειας και παρουσίας. Στα ήσυχα βήματα, στη σιωπή, στις απλές στιγμές της καθημερινότητας, ο άνθρωπος ανακαλύπτει πως ο Θεός δεν απομακρύνθηκε ποτέ. Ήταν πάντοτε εκεί, διακριτικός, στοργικός, έτοιμος να φωτίσει κάθε σκιά.
Τα κεφάλαια αυτού του έργου δεν αποτελούν ένα τέλος· είναι μια ανοιχτή πρόσκληση. Η διαδρομή της καρδιάς συνεχίζεται καθημερινά· στα βλέμματα που ανταλλάσσουμε, στις αποφάσεις που παίρνουμε, στη συγχώρεση που προσφέρουμε, στην ελπίδα που δεν εγκαταλείπουμε.
Και κάθε φορά που στρέφουμε λίγο τη σκέψη μας, λίγο το βλέμμα μας, λίγο την καρδιά μας προς τον Θεό, Εκείνος ανταποκρίνεται με τρόπο απαλά βαθύ, μεταμορφωτικό και αληθινό.
Αυτό το ταξίδι δεν τελειώνει ποτέ, γιατί είναι ταξίδι αγάπης. Και η αγάπη του Θεού δεν εξαντλείται, δεν μικραίνει, δεν κουράζεται. Μόνο περιμένει, ήρεμα και αθόρυβα, μέχρι η καρδιά μας να την αναγνωρίσει.
Κυριακή 17 Μαΐου 2026
«Για τους Γονείς της Ενορίας»
«Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός»! - π. Τιμόθεος Παπασταύρου
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (10 ΜΑΪΟΥ 2026)
«Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου» (Ἰωάν. Δ΄ 16).
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ
Ἡ Σαμαρεῖτις καὶ Ὁ … «Ἰουδαῖος»!
Ὁ Κύριος διέρχεται μετὰ τῶν μαθητῶν
Του ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Σαμαρείας! Μίαν πόλιν, «ἀκατάλληλον» διὰ τοὺς Ἰουδαίους, ἔστω
καὶ ἐὰν οὗτοι εἶναι … διερχόμενοι! Τὸ μῖσος ὅπερ ἐπικρατεῖ ἀναμέσον τῶν Ἰουδαίων
καὶ τῶν Σαμαρειτῶν, κρατεῖ τοὺς δύο τούτους λαούς, - θὰ ἠδυνάμεθα ἵνα εἴπωμεν,
- εἰς ἀπόστασιν … ἀσφαλείας! Ἕν μῖσος, ὅπερ ἰσχύει ἀπὸ ἑκατοντάδων χρόνων, εἰς
τοιοῦτον, μάλιστα, «βαθμόν», ὥστε τὰ ἐπεισόδια καὶ αἱ ἀψιμαχίαι καὶ αἱ ἐντάσεις,
νὰ εἶναι … καθημερινὰ φαινόμενα!
Αἱ συγκρούσεις αὗται καὶ τὸ
κυριαρχοῦν μῖσος, δὲν εἶναι ἄγνωστα εἰς τὸν Παντογνώστην Κύριον! Ἐν τούτοις, ὅμως,
ὁ Ἰουδαῖος … Ραββὶ «ἐπιλέγει» ἵνα διέλθῃ διὰ τοῦ … «ἐχθρικοῦ» τούτου ἐδάφους τῆς
Σαμαρείας! Ἔρχεται, μάλιστα, εἰς ἓν … «ἐπικίνδυνον» μέρος, ἐκεῖ ὅπου ἕως τῆς
σήμερον, ὑπάρχει, τὸ ἱστορικὸν φρέαρ τοῦ Πατριάρχου Ἰακώβ! Ἔρχεται ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς,
τὴν … «ἕκτην ὥραν», δηλαδὴ τὴν μεσημβρίαν, καὶ κάθηται ἐπὶ τοῦ χείλους τοῦ
φρέατος, «κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας» …! Μετ’ ὀλίγον, … «ἔρχεται
(καὶ μία) γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ».
Ἡ γυνὴ βλέπει τὸν ἄγνωστον
Κύριον, καὶ διακρίνει ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν χαρακτηριστικῶν, ὅτι οὗτος εἶναι Ἰουδαῖος,
καὶ διὰ τοῦτο, - ἀδιαφοροῦσα διὰ τοῦτον, - ἑτοιμάζεται ἵνα ρίψῃ τὴν στάμναν της
εἰς τὸ φρέαρ …! Ὅμως, τὴν ἐπικρατοῦσαν σιγὴν διακόπτει ἡ γλυκυτάτη φωνὴ τοῦ
Χριστοῦ! «Δός μοι πιεῖν»! Ἡ γυνὴ ἐκπλήσσεται μὲ τὸ αἴτημα τοῦτο, καὶ
σπεύδει ἵνα ἐπιπλήξῃ τὸν ἄγνωστον Ἰουδαῖον διὰ τὸ … θρᾶσος του ἵνα παραβιάσῃ τὰ
«στεγανὰ» τοῦ μίσους καὶ τῆς κακίας …! «Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ' ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς,
οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις»!
Ὁ Κύριος δὲν «προσβάλλεται» ἀπὸ τὴν
ἐπιθετικὴν διάθεσιν τῆς Σαμαρείτιδος, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἐπιδιώκει ἵνα συζητήσῃ
μετ’ αὐτῆς! «Ἐὰν ἐγνώριζες τί δῶρον σοῦ κάμνει ὁ Θεὸς καὶ μὲ ποῖον ὁμιλεῖς, … σὺ ἂν
ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν»! Ἀπορεῖ ἡ γυνὴ διότι βλέπει ὅτι
ὁ Ἰησοῦς, οὔτε νερὸ ἔχει, ἀλλ’ οὔτε καὶ δοχεῖον, διὰ νὰ δύναται ἵνα ἀντλήσῃ ἐκ
τοῦ φρέατος. Δὲν δύναται ἵνα διακρίνῃ, περὶ τίνος «ζῶντος ὕδατος» ὁμιλεῖ ὁ
Διδάσκαλος! Ὅταν, μάλιστα, εἰς τὴν συνέχειαν, ὁ Χριστὸς τῆς διευκρινίζει ὅτι, …
«ὃς
δ' ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ
ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον»,
ἐκείνη ζητεῖ ἀπὸ τὸν περίεργον τοῦτον Ἰουδαῖον, τοῦτο τὸ λυτρωτικὸν ὕδωρ, ὅπερ
θὰ τὴν «ξεδιψοῦσε» εἰς τὸ μέλλον καὶ θὰ τὴν ἀπήλλασσεν ἐκ τοῦ κόπου τῆς μεταφορᾶς
τοῦ ὕδατος ἐκ τοῦ φρέατος!
Ἡ ἀνταπόκρισις εἰς τὸ αἴτημα.
«Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα
σου»! Εἶναι ἡ πρώτη … «γουλιά», θὰ ἐλέγωμεν, ἥτις ἔρχεται ὡς ἀπάντησις
εἰς τὸ αἴτημά της! Ὁ Σωτὴρ Κύριος, ἤδη ἤρχισεν ἵνα «ποτίζῃ» καὶ ξεδιψᾷ τὴν
γυναίκα ἐκείνην! Βεβαίως, ἡ προτροπὴ αὕτη τὴν φέρει εἰς δύσκολον θέσιν, ἐφ’ ὅσον
ἡ προσωπική της ζωή, ἦτο … ἔκνομος καὶ παραβατική! Ὁ Παντογνώστης Ἰησοῦς τὴν
καλεῖ ἵνα … ὁμολογήσῃ μίαν ἀλήθειαν ἥτις, ὅμως, θὰ τὴν ὠθοῦσε ἵνα «ἀποδράσῃ» ἀπὸ
τὸ ἔνοχον παρελθόν της! Ἀπαντᾷ μὲν εἰς τὸν Κύριον, ἀλλὰ … ὑπεκφεύγουσα! «Οὐκ ἔχω
ἄνδρα»! Ὅμως, τὸ νὰ ὑπεκφεύγῃ τις ὅταν ἐνοχλῇται ἀπὸ ποικίλας
παρεμβάσεις καὶ ἀδιακρίτους ἐρωτήσεις, μπορεῖ νὰ εἶναι εὐπρεπὲς καὶ ἀξιοπρεπές!
Ἐν προκειμένῳ ὅμως, τοιαύτη ὑπεκφυγή, εἶναι ἀδύνατος! Τίς δύναται κρυβῆναι ἀπὸ
τοῦ Θεοῦ;
«Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας
ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ·
τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας»! Τοῦτος ὁ Θεῖος λόγος τοῦ Σωτῆρος, εἶναι, θὰ ἐλέγωμεν,
ἡ Δευτέρα ἐκείνη «γουλιά», ἥτις καὶ συντρίβει εἰς τὴν ψυχήν της, κάθε τι τὸ ἀρνητικόν,
ἀλλὰ και κάθε ἐπιφύλαξιν! Ἀντιλαμβάνεται, ὅτι εὑρίσκεται ἐνώπιον κάποιου
προφήτου, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς «μαρτυρεῖ» ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπάλαιεν ἵνα κρύπτῃ
μετὰ πάσης ἐπιμελείας! Ὡς, ὅμως, ἐννοοῦμεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ κειμένου, ἡ τοιαύτη ἀποκάλυψις,
ἀντὶ νὰ τὴν κάνῃ ἵνα ἐντραπῇ, τὴν ὠθεῖ ἵνα θέλῃ νὰ διδαχθῇ ἐκ τούτου τοῦ
θαυμαστοῦ ἀνθρώπου! Ἐρωτᾷ διὰ τὴν προσευχήν της καὶ τὴν οὐσιαστικὴν ἐπικοινωνίαν
της μὲ τὸν Θεόν! Μέσῳ τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἀποριῶν της, δεικνύεται ἡ …
πνευματικότητά της! Δράττεται τῆς εὐκαιρίας, καὶ ζητεῖ ἵνα μάθῃ καὶ πληροφορηθῇ
ἐκεῖνα ποὺ μόνον εἷς τοιοῦτος … Διδάσκαλος θὰ ἠδύνατο ἵνά την διδάξῃ!
«Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός»!
Μπορεῖ νὰ βαρύνεται μὲ βαρύτατα ἁμαρτήματα,
ἀλλὰ περιμένει … τὸν Μεσσίαν! Εἶναι τοῦτο, ὄντως, ἐκπληκτικὸν καὶ συγκινητικόν!
Διὰ τῆς τοιαύτης φράσεως, δεικνύει τὴν ἐλπίδα καὶ ἀναφορὰν καὶ ἀφοσίωσίν της, εἰς
τὸν προφητευόμενον ὑπὸ τῶν προφητῶν, Σωτῆρα καὶ Λυτρωτήν! Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον
λέγει τὴν ἀνωτέρω φρᾶσιν δηλοῖ τὴν … ἐξάρτησίν της ἐκ τοῦ ἀναμενομένου Μεσσίου!
Ἔχει εἰς Τοῦτον ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην καὶ δείχνει ἀποφασισμένη, ἵνα … ὑποταγῇ εἰς
τὸ Πανάγιον θέλημά Του! Ταῦτα, ἀκριβῶς, τὰ σωτηριώδη «στοιχεῖα», διακρίνει ὁ
ψυχογνώστης Κύριος καὶ διὰ τοῦτο κάμνει εἰς ταύτην τὴν Ὕψιστον τιμήν!
Διὰ πρώτην, ἀλλὰ καὶ μοναδικὴν
φοράν, ὁ Διδάσκαλος ὁμιλεῖ διαυγέστατα διὰ τὸν Ἑαυτόν Του! Ἀποκαλύπτεται, θὰ ἐλέγωμεν,
ὄχι ἐνώπιον τῶν Φαρισαίων καὶ Γραμματέων, ὄχι ἐνώπιον τῶν κυβερνώντων τὸν Ἰσραηλιτικὸν
λαόν, οὔτε κἂν ἐνώπιον τῶν δώδεκα μαθητῶν Του! Ἀποκαλύπτει Ἑαυτόν, ἐνώπιον τῆς ἁμαρτωλῆς
καὶ ἐκνόμου Σαμαρείτιδος! Διὰ πρώτην φοράν, μὲ τόσον χαρακτηριστικὸν τρόπον καὶ
χωρὶς περιστροφάς, δηλοῖ ὅτι Αὐτὸς ἐστὶν ἐκεῖνος, «ὃν ἔγραψε Μωυσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται»,
ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας! «Ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι»!
Ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις,
συγκλονίζεται ἐκ τούτων τῶν ἀποκαλυπτικῶν λόγων, καὶ σπεύδει ἵνα «φέρῃ», ταύτην
τὴν χαρμόσυνον ἀγγελίαν εἰς τοὺς πατριώτας της! «Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι
πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός;» Εἶναι τόσον ἔντονος ὁ
τρόπος ποὺ πληροφορεῖ τοὺς Σαμαρείτας, ὥστε, - παρὰ τὴν δύσκολον ἐκείνην
μεσημβρινὴν ὥραν, - «ἐξῆλθον … ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν»! Τόσον δραστικὸς
ὑπῆρξεν ὁ τρόπος της, ὥστε … «ὑπεχρέωσε» τὰ πλήθη τῶν … «ἐχθραινομένων» ἵνα
σπεύσωσιν, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἐκ τούτων ἵνα πιστεύσωσιν εἰς τὸν Ἰουδαῖον …
Χριστόν!
Φίλοι μου καὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί
μου, θεωρῶ ὅτι ἡ προσωπικότης τῆς Σαμαρείτιδος, εἶναι ἴσως τὸ καταλυτικότερον
παράδειγμα, δι’ ὅλους ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ δι’ ἅπαντας ὅσους ἐπιθυμῶσιν ἵνα ἀκολουθήσωσι
τὸν Χριστόν! Τὸ νὰ ὑπάρξωμεν δύσπιστοι ἢ ἀκόμη καὶ «ἐπιθετικοί» πρὸς τὸν Θεόν,
τοῦτο δὲν παραξηγεῖται ὑπὸ τοῦ Φιλανθρώπου Κυρίου! Ἀρνητικοὶ καὶ ἀλαζόνες νὰ μὴν
ὑπάρξωμεν, διότι ὁ Κύριος δὲν δίνει πάντοτε … εὐκαιρίες!
ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ
Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
Ἱεροκῆρυξ
Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν


























