Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Όταν η Παραβολή του Ασώτου γίνεται ένας ζωντανός διάλογος...



 Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


— Πατέρα… μπορώ να μιλήσω;

— Σε περίμενα πριν μιλήσεις.


— Γιατί με άφησες να φύγω;

— Γιατί δεν ήθελα δούλο κοντά Μου, αλλά παιδί ελεύθερο.


— Ήξερες ότι θα χαθώ;

— Ήξερα ότι θα πονέσεις. Και πόνεσα μαζί σου.


— Γιατί δεν με σταμάτησες;

— Γιατί η αγάπη που σταματά γίνεται φυλακή.


— Στη μακρινή χώρα δεν υπήρχε κανείς. Πού ήσουν;

— Στον δρόμο της επιστροφής, πριν ακόμη τον πάρεις.


— Γιατί πείνασα τόσο;

— Γιατί η ψυχή δεν τρέφεται μακριά από το σπίτι.


— Έφτασα να ζηλεύω τους χοίρους. Με είδες έτσι;

— Σε είδα. Και δεν αποστράφηκα.


— Όταν είπα να γυρίσω, φοβόμουν.

— Το ήξερα. Γι’ αυτό έτρεξα.


— Γιατί έτρεξες;

— Για να μη νομίσεις ότι πρέπει να διανύσεις όλη την απόσταση μόνος.


— Δεν περίμενες εξήγηση;

— Την ήξερα ήδη.


— Δεν ήθελες μετάνοια;

— Την είδα στα βήματά σου, όχι στα λόγια σου.


— Πατέρα, δεν είμαι άξιος.

— Δεν γύρισες ως άξιος. Γύρισες ως παιδί.


— Γιατί μου φόρεσες τη στολή πριν τελειώσω να μιλάω;

— Γιατί η ταυτότητα προηγείται της διόρθωσης.


— Και το δαχτυλίδι;

— Για να θυμάσαι ότι ανήκεις, όχι ότι χρωστάς.


— Και τα υποδήματα;

— Για να περπατήσεις ξανά ως υιός, όχι ως δούλος.


— Γιατί τόση χαρά για μένα;

— Γιατί ήσουν νεκρός και έζησες. Δεν μετριέται αυτό.


— Πατέρα… άκουσα τον θυμό του αδελφού μου.

— Τον ξέρω. Πονά κι εκείνος.


— Γιατί δεν του είπες να μπει;

— Δεν σπρώχνω κανέναν στη χαρά. Την προτείνω.


— Εκείνος έμεινε κοντά σου. Γιατί είναι έξω;

— Γιατί έμαθε να με υπηρετεί, αλλά ξέχασε να με εμπιστεύεται.


— Είναι κι αυτός χαμένος;

— Όποιος δεν χαίρεται με την επιστροφή του αδελφού του, είναι μόνος.


— Πατέρα, πονάει που δεν με χαίρεται.

— Γι’ αυτό βγήκα και προς εκείνον. Για να μη χαθεί ούτε η δικαιοσύνη ούτε το έλεος.


— Και εγώ; Τι ζητάς από μένα τώρα;

— Να μείνεις.


— Να μείνω πώς;

— Όχι με φόβο μην ξαναφύγεις. Με χαρά ότι γύρισες.


— Κι αν ξαναπέσω;

— Θα ξανασηκωθείς. Το σπίτι δεν αλλάζει θέση.


— Κι αν ξεχάσω;

— Θα σε περιμένω στον ίδιο δρόμο.


— Πατέρα… με αγαπάς όπως είμαι ή όπως θα γίνω;

— Σε αγαπώ ως παιδί. Και ό,τι θα γίνεις, θα γεννηθεί μέσα από αυτή την αγάπη.


— Μπορώ να μπω στη χαρά;

— Η χαρά άρχισε όταν μπήκες στην αγκαλιά.


Και σωπαίνω.

Όχι γιατί τελείωσαν οι ερωτήσεις,

αλλά γιατί η καρδιά βρήκε απάντηση

εκεί όπου δεν υπήρχαν όροι. 

Στην Αγάπη.

Ο Θεός αγάπη εστι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: