Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες από το Γεροντικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες από το Γεροντικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2023

Το ευλογημένο νερό και ο αγιασμός στη ζωή μας (ιστορίες από το γεροντικό, Παλαιά Διαθήκη και σύγχρονες ιστορίες)

 

Όταν ο Θεός με την άπειρη σοφία Του δημιουργούσε τον κόσμο μάζεψε τα νερά όλα μέσα σε μια τεράστια δεξαμενή, την θάλασσα, λέγοντας: «Συναχθήτω το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις συναγωγήν μίαν, και οφθήτω η ξηρά. Και εγένετο ούτως, και συνήχθη το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις τας συναγωγάς αυτών, και ώφθη η ξηρά. Και εκάλεσεν ο Θεός την ξηράν, γην, και τα συστήματα των υδάτων εκάλεσε θαλάσσας (Γεν. 1, 9-10). Αυτό το νερό, το τόσο απαραίτητο στην ζωή του ανθρώπου, όχι μόνο μας διατηρεί ζωντανούς, αλλά και μας καθαρίζει και μας αγιάζει.


Το νερό συντελεί στην σωστή και ομαλή λειτουργία του ανθρωπίνου οργανισμού, αλλά και στην σωματική καθαριότητα και υγιεινή. Περίπου τα δύο τρίτα του ανθρωπίνου σώματος αποτελούνται από νερό, το οποίο συμβάλλει σημαντική στην ζωή και στην παραγωγή των κυττάρων μας. Επίσης, αυτό αποτελεί το κύριο μέσο για την μεταφορά των θρεπτικών ουσιών στα κύτταρα και τα όργανα του σώματος, αλλά και το μέσο απομακρύνσεως των τοξικών και αχρήστων ουσιών. Χωρίς νερό, τα νεφρά δεν θα μπορούσαν να επιτελέσουν το έργο τους. Ζητούμε νερό, γιατί καθημερινά αποβάλλουμε μεγάλη ποσότητά του από την εφίδρωση και την αναπνοή. Από αυτές ένας ενήλικας μπορεί να χάσει περίπου δέκα φλιτζάνια νερού καθημερινά. Αν δεν έχουμε αποθέματα νερού τότε αισθανόμαστε κόπωση, δίψα, αδυναμία και τελικά παθαίνουμε αφυδάτωση που μπορεί να μας οδηγήσει στον θάνατο. Άρα το νερό είναι απαραίτητο στην ζωή μας.


          Είναι, όμως, το νερό και μέσο καθαρισμού. Και η καθαριότητα βοηθάει στην καλύτερη λειτουργία του οργανισμού. Οι αρχαίοι πρόγονοί μας θεωρούσαν ότι το νερό καθαρίζει τόσο το σώμα όσο και το πνεύμα. Η υγιεινή του σώματος είναι απόλυτα συνυφασμένη με την καθαριότητά του.  Ο Πλάτωνας παρότρυνε εξάλλου τους αδύναμους και ασθενείς εκτός της κατ’ οίκον καθαριότητας, που την θεωρούσε επιβεβλημένη, να επισκέπτονται και ιαματικά λουτρά, για τις θεραπευτικές ιδιότητες των οποίων ο Αριστοφάνης μιλούσε με ζήλο και ο Ιπποκράτης, πατέρας της λουτροθεραπείας, έκανε λεπτομερείς αναφορές για την σπουδαιότητά τους.


          Το νερό στην χριστιανική θρησκεία συνδέθηκε στενά με την θεία λατρεία. Με αυτό βαπτιζόμαστε, για να καθαρισθούμε από το προπατορικό αμάρτημα, ενθυμούμενοι τον Κύριό μας που βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη, τον Πρόδρομο, με αυτό αγιαζόμαστε στην Εκκλησία μας. Αγιασμό φυλάμε στο εικονοστάσι μας, με αυτόν μας ραντίζει ο Ιερεύς στην αρχή κάθε μηνός, στην αρχή κάθε καλού έργου, κάθε σχολικής χρονιάς, στα εγκαίνια καταστημάτων, στην  ευλογία των αγρών το φθινόπωρο, στην αγορά αυτοκινήτων και οποιωνδήποτε άλλων κινητών και ακινήτων αντικειμένων.  


Το νερό το συναντούμε στην Παλαιά Διαθήκη στον Κατακλυσμό του Νώε, στην διάβαση της Ερυθράς Θαλάσσης, στην πορεία των Ισραηλιτών μέσα στην έρημο. Όταν αυτοί δίψασαν, ο Μωυσής χτύπησε ενα βράχο με το ραβδί του και αμέσως ανέβλυσε νερό.


Στην Καινή Διαθήκη έχουμε τον Κύριό μας να βαπτίζεται στα ρείθρα του Ιορδάνου, να θεραπεύει τον παράλυτο στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, στο γάμο της Κανά, να μεταποιεί το νερό σε κρασί, στην Τιβεριάδα να γαληνεύει τα ύδατα της θαλάσσης και να κοπάζει τους ανέμους.   


Το νερό παίζει μεγάλο ρόλο και στην Ορθόδοξη Χριστιανική μας ζωή. Όλοι μας βαπτιζόμαστε στην κολυμβήθρα «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Στην Θεία Κοινωνία βάζουμε μαζί με το  κρασί και τον άρτο το «ζέον ύδωρ», γιατί όταν τρύπησαν με λόγχη τον Χριστό πάνω στον Σταυρό, από την πληγή έτρεξε αίμα και ύδωρ. Εξ άλλου δε περιόδους ανομβρίας κάνουμε λιτανείες.


 Κατά την εορτή των Θεοφανείων αγιάζουμε τα ύδατα και ο Ιερεύς μετά, αφού αγιάσει όλους τους πιστούς, γυρίζει τα σπίτια και τα αγιάζει με τον τίμιο Σταυρό. Το αγιασμένο νερό παύει πλέον να λογαριάζεται ως κοινό νερό χωρίς ιδιαίτερη σημασία και αξία. Έχει φορτισθεί με μυστική, ανερμήνευτη θεία δύναμη και ενέργεια. Γι’ αυτό ο τελετουργός ιερεύς με έμφαση ικετεύει τον Θεό μας λέγοντας: «Και καταξίωσον ημάς, Κύριε, εμπλησθήναι αγιασμού, διά της του ύδατος τούτου μεταλήψεώς τε και ραντισμού, και γενέσθω ημίν, εις υγείαν ψυχής τε και σώματος». Η γεύση αυτού του αγιασμένου νερού δεν διαφέρει καθόλου από το συνηθισμένο νερό. Έχει γίνει, όμως, πνευματικό ποτό που έχει αναβλύσει από την «πνευματική πέτρα», η οποία είναι ο ίδιος ο Κύριός μας, και ο οποίος το έχει καταστήσει πηγή ευλογίας και χάριτος.


Κατά τον Μεγάλο Αγιασμό των Θεοφανείων αγιαζόμαστε και καθαριζόμαστε «διά της του ύδατος τούτου μεταλήψεώς τε και ραντισμού», το οποίο έχει γίνει «ιαματικό ψυχών και σωμάτων και πάσης αντικειμένης δυνάμεως αποτρεπτικόν». Ο αγιασμός στηρίζεται στην βέβαιη πίστη μας, ότι στο αγιασμένο νερό μεταδίδονται πνευματικές ιδιότητες, έτσι, ώστε αυτό να αναδεικνύεται «αποτρόπαιον πάσης επιβουλής ορατών και αοράτων εχθρών». Μην ξεχνάμε ότι τον τέταρτο αιώνα ο Επίσκοπος Απαμείας, Άγιος Μάρκελλος, μη μπορώντας να γκρεμίσει έναν ειδωλολατρικό ναό έδωσε εντολή να τοποθετήσουν νερό κάτω από την Αγία Τράπεζα του Ναού του Θεού, όπου λειτουργούσε, και μετά από θερμή προσευχή το σφράγισε με το σημείο του Σταυρού και το έδωσε στον διάκονο, για να ραντίσει τα είδωλα, τα οποία ακαριαίως γκρεμίσθηκαν. Από την πράξη αυτή του Αγίου Μαρκέλλου επικράτησε η συνήθεια να ψάλλεται ο Μικρός Αγιασμός στην αρχή κάθε μηνός και να ραντίζονται τα σπίτια, τα κτήματα, τα υποστατικά και γενικά τα μέρη όπου ευρίσκεται ασθένεια και «εμφιλοχωρεί ενέργεια δαιμονική», γιατί αυτή διώχνεται με την δύναμη του αγιασμένου νερού.


Άλλο θαυμαστό περιστατικό της δυνάμεως του αγιασμένου νερού διηγείται ο Θεοδώρητος ως εξής: «Του βασιλιά Ουάλη αρρώστησε ξαφνικά το άλογο. Ο ιπποκόμος του που ήταν ευσεβής το οδήγησε στο ερημητήριο του Αγίου Αφραάτου. Αυτός, αφού προσευχήθηκε θερμά, διέταξε να βγάλουν καθαρό νερό από το πηγάδι. Το σταύρωσε και το έριξε πάνω στο άλογο, το οποίο αμέσως θεραπεύθηκε».


Ο Άγιος Επιφάνιος αναφέρει, ότι ο ιστορικός Ιώσηπος που πριν γίνει Χριστιανός ήταν Εβραίος, όταν επρόκειτο να ανεγείρει Ναό στο όνομα του Χριστού εμποδιζόταν από τις μαγείες και δολοπλοκίες των παλαιών ομοθρήσκων του. Τότε έτρεξε έξω από την πόλη και διέταξε να του φέρουν νερό μέσα σε καθαρό δοχείο. Το σφράγισε σταυροειδώς με το δάκτυλό του και είπε δυνατά: «Στὸ όνομα του Ιησού του Ναζωραίου, τον οποίον σταύρωσαν οι πατέρες μου και πατέρες όλων αυτών που παραβρίσκονται εδώ ας πάρει δύναμη αυτό το νερό, ώστε να κτισθεί ο οίκος του Θεού». Ύστερα έρανε με το νερό αυτό τον χώρο και οι μαγείες και οι φαρμακείες διαλύθηκαν.


Στον Μεγάλο Αγιασμό και στην μέση της ευχής με δυνατή φωνή ο Ιερεύς λέγει: «Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα Σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων Σου». Στην μεγαλειώδη αυτή ευχή, όπου ανυμνείται ο Δημιουργός του ορατού και αοράτου κόσμου, υμνολογείται ο «εν Ιορδάνῃ επιφανείς» Χριστός, ο και «αγιάσας τα ρείθρα» του. Όπως τότε ο Θεός εξαποστέλλει το Άγιό Του Πνεῦμα, για να αγιάσει το νερό και να το κάνει «αφθαρσίας πηγήν, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον, αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον».


Ένα βασικό ερώτημα που συχνά τίθεται από ευσεβείς και φιλακόλουθους πιστούς είναι αν υπάρχει ουσιαστική διαφορά αγιαστικής χάριτος μεταξύ του Μεγάλου και του Μικρού Αγιασμού. Η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας είναι σαφής και ξεκάθαρη. Ο Μεγάλος αγιασμός είναι αυτός των Θεοφανείων και τελείται μία φορά το χρόνο, την παραμονή και την ημέρα  της εορτής, ενώ ο Μικρός τελείται όποτε οι πιστοί το ζητήσουν.


Στον Μικρό Αγιασμό δίδεται έμφαση στην ίαση των σωματικών και ψυχικών ασθενειών, ενώ στον Μεγάλο κυριαρχεί η ευλογία της φύσεως των υδάτων με την βάπτιση του Κυρίου. Ο αγιασμός των Θεοφανείων υπενθυμίζει ένα πραγματικό γεγονός. Αυτό είναι η ανάμνηση και πραγματική λειτουργική παρουσία του σωτηριώδους γεγονότος του βαπτίσματος του Κυρίου, με όλο το βάρος των συνεπειών του, στην ζωή του καθενός πιστού χωριστά και του όλου σώματος της Εκκλησίας.


Βεβαίως δεν είναι σωστό η πόση του αγιασμού των Θεοφανείων να συγκρίνεται προς την Θεία Κοινωνία, οπωσδήποτε, όμως,  είναι το δεύτερο σε ιερότητα μυστηριακό είδος μετά την Θεία Μετάληψη.


Στην Παλαιά Διαθήκη και στο Δ΄ βιβλίο των Βασιλειών  αναφέρεται ένα  ωραίο περιστατικό, το οποίο παρουσιάζει τις άκτιστες θείες ενέργειες που έδρασαν με τα νερά του Ιορδάνου και θεράπευσαν από λέπρα τον αρχιστράτηγο της Συρίας Νεεμάν.


Ο Προφήτης Ελισαίος, όταν τον επισκέφθηκε ο λεπρός Νεεμάν κατόπιν υποδείξεως μιας Εβραιοπούλας, για να τον θεραπεύσει, χωρίς να ασχοληθεί μαζί του, τον  έστειλε πρώτα στον Ιορδάνη ποταμό, προτρέποντας τον να λουσθεί εκεί επτά φορές.


Ο Νεεμάν, που ως στρατηγός και μάλιστα πηγαίνοντας συστημένος στον Ελισαίο, περίμενε προσωπική υποδοχή από εκείνον, ένοιωσε πληγωμένο τον εγωισμό του, όταν τον έστειλε στον Ιορδάνη χωρίς να του δώσει πολλή σημασία και οργισμένος  συλλογίσθηκε:


-Χάθηκαν τα ποτάμια της Δαμασκού, για να λουσθώ σε εκείνα; Έπρεπε να με στείλει χωρίς άλλη σκέψη στον Ιορδάνη;


 Έτσι, θυμωμένος άλλαξε δρόμο. Οι δούλοι του που τον πλησίασαν τον έπεισαν να υποχωρήσει λέγοντάς του ότι δεν ήταν κάτι το δύσκολο αυτό που του πρότεινε ο Προφήτης. Ο Νεεμάν πήγε τότε στον Ιορδάνη, λούσθηκε στα νερά του επτά φορές και με θαυμαστό τρόπο είδε τη λέπρα να απομακρύνεται από το σώμα του. Χαρούμενος επέστρεψε, για να ευχαριστήσει τον Ελισαίο και μαζί με τη συνοδεία του ομολόγησε ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός, από τον Θεό του Ελισαίου, υπονοώντας την δύναμη της πίστεως και όχι τα νερά του Ιορδάνη. Η άκτιση ιαματική δράση του νερού βρισκόταν στην θεία ενέργεια που εξερχόταν από τον μόνο πραγματικό Θεό μας.


Την ίδια ιαματική δύναμη βλέπουμε να παρουσιάζουν και τα ύδατα της κολυμβήθρας της Βηθεσδά, την στιγμή κατά την οποία ταράσσονταν από τον Άγγελο του Κυρίου. Εκείνος που έμπαινε πρώτος μετά την ταραχή του ύδατος «υγιής εγένετο οιοδήποτε κατείχετο νοσήματι».


          Για να προσεγγίσουμε την επωφελή διάσταση του αγιασμού θα αναφέρουμε μερικά ακόμη περιστατικά.


Γράφει το Γεροντικό, ότι μιαν ημέρα ο Γέροντας Δωρόθεος, ο Θηβαίος, έστειλε τον υποτακτικό του στο πηγάδι να φέρει νερό. Εκείνος μόλις έσκυψε και ήταν έτοιμος να ρίψει στο νερό τον κουβά είδε μια ασπίδα, ένα δηλητηριώδες φίδι, να βρίσκεται μέσα σε αυτό. Εγκατέλειψε τότε τον κουβά και έτρεξε στον Γέροντα φωνάζοντας:


-Αββά χαθήκαμε,  το πηγάδι δηλητηριάστηκε από μια ασπίδα. 


-Κι αν ο διάβολος αποφασίσει να ρίψει ασπίδες σε όλα τα πηγάδια, εσύ θα πεθάνεις από τη δίψα;


Έτσι του αποκρίθηκε ο Γέροντας κουνώντας το κεφάλι, για την δειλία του υποτακτικού του. Μετά πήγε ο ίδιος στο πηγάδι, πήρε τον κουβά και έβγαλε μόνος του νερό. Το σταύρωσε, ήπιε ο ίδιος και έδωσε και στον υποτακτικό του  λέγοντας: Όπου υπάρχει σταυρός δεν μπορεί να σταθεί η κακία του εχθρού.  


Άλλο παράδειγμα της αποτρεπτικής δυνάμεως του αγιασμένου νερού καταγράφει ο αείμνηστος π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος. Με γλαφυρή απλότητα αυτός διηγείται, ότι ένας νεαρός πνευματιστής κάθε βράδυ στο σπίτι του έκανε πνευματιστικές συνεδριάσεις, καλώντας πονηρά πνεύματα. Ένα βράδυ, όμως, αν και πάλεψε πολλή ώρα με επίμονες προσκλήσεις του, τα πνεύματα δεν παρουσιάζονταν. Σε μια στιγμή άκουσε μια φωνή έντονα εκνευρισμένη:


-Δεν μπορούμε να έρθουμε, γιατί σήμερα  ήρθε εκείνος ο άλλος εδώ.


Ταραγμένος ο δυστυχής νέος πήγε στο διπλανό δωμάτιο της μητέρας του και με έντονο ύφος τη ρώτησε:


-Ποιος ήρθε σήμερα στο δωμάτιό μου;


Κι’ εκείνη με σταθερη φωνή ήρεμα του απάντησε:


-Αφού εσύ μαζεύεις εδώ τους σατανάδες κάθε βράδυ και δεν με αφήνουν να κοιμηθώ, πήγα σήμερα και έφερα τον παπά, έκανα Αγιασμό και ράντισα το σπίτι και το δωμάτιό σου.


Η συνετή και αποφασιστική παρέμβαση της ευσεβούς μητέρας αφύπνισε πνευματικά τον παγιδευμένο νεαρό, ο οποίος  στην συνέχεια έκοψε κάθε σχέση και επικοινωνία με τον πνευματισμό, καθώς κατάλαβε ότι είχε επικίνδυνα εμπλακεί στα πλοκάμια του πονηρού.


Το τρίτο περισταστικό συνέβη το 1850 στην Αθήνα, όταν απειλήθηκε η ζωή χιλιάδων ανθρώπων από χολέρα. Κάθε ημέρα έφευγαν από την ζωή εκατοντάδες. Φόβος και τρόμος κατέλαβε τους πάντες. Ο τότε Γενικὸς αρχίατρος του κράτους αδύναμος και ανήμπορος να προσφέρει βοήθεια, κρύφθηκε από φόβο. Δεν τον εύρισκαν πουθενά. Μοναδική ελπίδα για το λαό, όπως πάντοτε, ήταν η περιφρονημένη και διωκόμενη από τους κρατούντες Ορθόδοξη Εκκλησία, η πραγματική πνευματική μάνα και ανοιχτή αγκαλιά του λαού του Θεού.


Έτσι, ενώ στις δυσκολίες οι πολιτικοί ταγοί στρίβουν, κρύβονται, φυγομαχούν ή κριτικάρουν και δίδουν οδηγίες εκ του ασφαλούς, οι εκκλησιαστικοί  ποιμένες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του αγώνα για στήριξη, ενίσχυση και παροχή βοηθείας του ευκολόπιστου και πάντα προδομένου λαού.  Στην κρίσιμη εκείνη ώρα, όπου ο λαός αγωνιούσε και οι υπεύθυνοι μουδιασμένοι αποσύρθηκαν από το προσκήνιο, όρθωσε το ανάστημά του ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και κάλεσε τους  φοβισμένους κατοίκους της πόλεως στον Μητροπολιτικό Ναό. Μέσα σε κλίμα συγκινήσεως και αγωνίας στήριξε τον λαό, ενέπνευσε  πίστη και καλλιέργησε ελπίδα τελώντας την ακολουθία του Αγιασμού. Οι ψυχές αναθάρρησαν και χιλιάδες λαού, μυ επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο και τους Ιερείς λιτάνευαν τις ιερές εικόνες. Ατέλειωτες σειρές ευσεβών Χριστιανών διέσχιζαν τους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας. Στις πλατείες Συντάγματος και Ομονοίας γονατιστοί χιλιάδες λαού, με πόνο ψυχής και δάκρυα στα μάτια, κραύγαζαν το «Κύριε ελέησον..»


Οι ξένοι, κυρίως Προτεστάντες, που διαφέντευαν τον τόπο, έλεγαν ότι οι Αθηναίοι τρελάθηκαν μαζικά και οδηγούνταν στην αυτοκαταστροφή. Γιατί, αντί να απομονωθούν, για να προστατευθούν, συνωστίζονταν στον Ναό και στην λιτανεία με άμεσο κίνδυνο η επιδημία να φουντώσει και να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Όμως, οι φόβοι τους, καθαρά ανθρώπινοι, διαψεύσθηκαν. Η επιδημία σταμάτησε αμέσως. Κανένα νέο κρούσμα και κανένα νέο θύμα δεν παρουσιάσθηκε  τις επόμενες ημέρες. Ο Αγιασμός στα χέρια των πιστών υπήρξε το δραστικότερο φάρμακο, το ισχυρότερο αντιβιοτικό. Στην δύναμη του αγιασμού κανένα μικρόβιο δεν αντιστέκεται. Αυτός με την δύναμη του Εσταυρωμένου που κρύβεται μέσα του είναι το δυνατότερο φάρμακο, αλλά και το εμβόλιο που προληπτικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Ο Αγιασμός συνιστάται να τον πίνουμε, να τον ραντίζουμε, να τον έχουμε προς «πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον». 


Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας, Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

Ποια σχέση δημιουργείται μεταξύ ανθρώπων και ζώων; Άγρια και ήμερα...


Διηγείται σεβαστός αγιορείτης ιερομόναχος:

Σε μια από τις πρώτες συναντήσεις μας στο κελί του Τιμίου Σταυρού ο γέροντας έλεγε ότι τα άγρια ζώα σέβονται και αναγνωρίζουν τον άνθρωπο που έχει Χάρη Θεού, ενώ τα ήρεμα ζώα παίρνουν τις συνήθειες και τον χαρακτήρα του κυρίου τους.Πλησίαζαν τον γέροντα, όπως διηγείτο ο ίδιος, ότι λαγουδάκια και αγριογούρουνα τον πλησίαζαν και, αφού τα σταύρωνε στο μέτωπο, δεν τα έπιαναν τα βόλια των κυνηγών.

Μια μέρα διηγείται και πάλι ο ίδιος ιερομόναχος τον ακολουθούσα σε ένα μονοπάτι στην Καψάλα κοντά στο κελί του. Βάδιζε σαν κουρασμένος πατώντας μια δεξιά και μια αριστερά στο μονοπάτι."Γέροντα σας πονούν τα πόδια σας; Τον ρώτησα. Δεν βλέπεις ευλογημένε, μου απάντησε τα μυρμήγκια που προχωρούν στη μέση του μονοπατιού;". 

(Περιοδικό: "Φως Εθνών")

Τρίτη 5 Απριλίου 2022

Ρώτησαν κάποτε ένα μοναχό: τι κάνετε τόσες ώρες μέσα στην Εκκλησία, δε βαριέστε;


Κι εκείνος απάντησε: εσύ τι έκανες εννιά μήνες στη μήτρα της μάννας σου; Τίποτα. Ήσουν εκεί και τρεφόσουν με το μητρικό αίμα. Το ίδιο κάνουμε κι εμείς.

Είμαστε εδώ και τρεφόμαστε από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Από το σώμα και το Αίμα του Χριστού. Γιατί η Εκκλησία είναι η Μάνα που μας τρέφει.


Η φιλόστοργη Μάνα.

Η πνευματική καρδιά απ’ την οποία διαχέεται το αίμα και κρατιούνται ζωντανά τα παιδιά της.


Η Εκκλησία είναι σώμα. Δεν είναι κόμμα. Είμαστε μέλη. Δεν είμαστε οπαδοί. Σώμα ένα με κεφαλή το Χριστό. Πονάει ένα μέλος και πονάμε όλοι. Δοξάζεται ένα μέλος και δοξαζόμαστε όλοι. Οικογένεια μία είναι η Εκκλησία: Οι Ζώντες, – όσοι είμαστε μέσα στην Εκκλησία και όσοι βογγάνε έξω απ’ αυτήν…

– Αυτοί που έφυγαν…, οι αδελφοί μας οι Κεκοιμημένοι. Κι αυτοί που ακόμα δεν ήρθαν… Οι αγέννητοι.., τα παιδιά των παιδιών μας, τα δισέγγονα και τα τρισέγγονα, όσοι θα μπουν στην Εκκλησία και όσοι θα βογγάνε έξω απ’ αυτήν. Οικογένεια μία. Γι’ αυτό στην Εκκλησία δεν εορτάζουμε αλλά συνεορτάζουμε. Δεν νηστεύουμε αλλά συννηστεύουμε. Δε στενάζουμε αλλά συστενάζουμε. Δεν προσευχόμαστε αλλά συμπροσευχόμαστε. Συλλειτουργούμε και συλλειτουργούμαστε. Σώμα ένα είμαστε.


Οι γιαγιάδες μας το ήξεραν καλά αυτό. Ήξεραν ότι πρώτα ανήκουμε στην Εκκλησία και μετά στον εαυτό τους. Πρώτα στην Εκκλησία και μετά στο σπίτι τους. Γι’ αυτό συμμετείχαν στις ανάγκες της. Στο χτίσιμο της Εκκλησίας, στο στρώσιμο, στον έρανο, στις νηστείες, στους εσπερινούς, στα Μυστήρια, στη Λειτουργία. Οι παλιοί άνθρωποι ήξεραν πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος, γιατί άλλος δρόμος βγάζει σε άλλο τέρμα. Γνώριζαν ότι η σωτηρία είναι μόνο μέσα στο Καράβι του Χριστού που όσα κύματα και όσες θύελλες κι αν το χτυπούν , δεν καταποντίζεται.


– Γέροντα, τα παιδιά μας κοιμούνται στην Εκκλησία, μήπως να μη τα φέρνουμε;


– Στο Καράβι να είναι κι ας κοιμούνται, επέμενε ο Γέροντας Πορφύριος.


Η Εκκλησία, το Σκάφος του Χριστού!

Το Σώμα του Χριστού!

Το Στόμα του Χριστού!

Η Κιβωτός που μπαίνεις μέσα και σώζεσαι!

Αλήθεια, έχουμε βαθιά και ορθή γνώση του τι είναι η Εκκλησία;

Είναι μόνο για τις Κυριακές και τις γιορτές ή μπολιάζει όλο το βίο μας;

Είναι μόνο για ορισμένες ηλικίες ή αγκαλιάζει όλο τον άνθρωπο από τα πρώτα μέχρι τα έσχατα;

Τι περιμένουμε απ’ Αυτήν;

Τι θέλουμε να μας δώσει και τι της χρωστάμε;

Αναρωτηθήκαμε ποτέ τι είναι η Εκκλησία και τι της οφείλουμε;

Οι Πατέρες λένε πως η Εκκλησία είναι ένα μεγάλο Νοσοκομείο που εφημερεύει σε εικοσιτετράωρη βάση, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια. Ένα Νοσοκομείο που εφημερεύει για όλους. Για ασφαλισμένους και για ανασφάλιστους. Για πλούσιους και για άπορους. Για επώνυμους και για ανώνυμους και περιθωριακούς ανθρώπους. Ένα μεγάλο Νοσοκομείο στο οποίο αντιμετωπίζεται κάθε νόσημα όσο βαθύ, όσο λοιμώδες και όσο θανατηφόρο κι αν είναι.


Ένα μεγάλο Νοσοκομείο στο οποίο μπαίνεις άρρωστος και βγαίνεις υγιής, όπως η αιμορροούσα. Μπαίνεις διώκτης και βγαίνεις Απόστολος, όπως ο Παύλος. Μπαίνεις αμαρτωλός και βγαίνεις άγιος, όπως η αγία Μαρία η Αιγυπτία. Μπαίνεις λύκος και βγαίνεις αρνί, όπως ο άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας.


Μπαίνεις πτώμα εν αποσυνθέσει και ανίστασαι τετραήμερος, όπως ο Λάζαρος! Γιατί στην Εκκλησία δεν υπάρχει θάνατος. Δεν υπάρχουν νεκροί. Η Εκκλησία είναι η χώρα των Ζώντων όπου υπάρχει Ζωή και περίσσεια Ζωής, δηλαδή ο Χριστός!


Από το βιβλίο: «Αντίδωρο»


Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019

Κάποιος άγιος Ηγούμενος ήθελε να είναι στη Βασιλεία του Θεού μαζί με τα πνευματικά του παιδιά, όμως...



«…Ο Ηγούμενος κάποιου Κοινοβίου, πολύ ευλαβής και ενάρετος άνθρωπος, έκανε κάθε μέρα αυτή την προσευχή:
Σε παρακαλώ Κύριε, μη με χωρίσεις από τα πνευματικά μου παιδιά στην άλλη ζωή, αλλά αξίωσέ μας να απολαύσομε όλοι μαζί την Ουράνια μακαριότητα.
Κάποτε όμως τον πληροφόρησε ο Θεός, με τον ακόλουθο τρόπο, πως ο καθένας ετοιμάζει μόνος, με τα έργα του, τη μελλοντική του αποκατάσταση. Πλησίαζε η εορτή ενός Αγίου, που πανηγύριζε το γειτονικό τους Μοναστήρι.
Οι Αδελφοί του Μοναστηριού εκείνου προσκαλέσανε τον Αββά του Κοινοβίου και ολόκληρη την συνοδεία του να πάρουν μέρος στην πανήγυρη. Εκείνος όμως αποφάσισε να μην πάει, αποφεύγοντας έτσι τις τιμές που συνήθως του έκαναν εκεί. Την παραμονή ακριβώς, άκουσε μυστηριώδη φωνή στον ύπνο του να τον διατάζει να πάει οπωσδήποτε στο πανηγύρι, αφού στείλει νωρίτερα τους υποτακτικούς του. Ο Ηγούμενος υπάκουσε στην θεία προσταγή…
Μόλις ξημέρωσε, πρόσταξε τους μαθητές του να ξεκινήσουν παρευθύς για το γειτονικό Κοινόβιο. Στο δρόμο τους συνάντησαν πεσμένο χάμω ένα δυστυχισμένο γέρο να βογκά. Τον ρώτησαν, τι του συνέβαινε.
-Είμαι άρρωστος, τους αποκρίθηκε με κόπο, και δεν έπαψε ν’ αναστενάζει. Πήγαινα στο γιατρό με το ζώο μου, μα σαν έφτασα σε τούτο το μονοπάτι, μ’ έριξε κάτω κι’ έφυγε. Τι έγινε, κι’ εγώ δεν ξέρω. Ούτε άνθρωπος βρέθηκε να με βοηθήσει να σηκωθώ. Τα τελευταία λόγια τα πρόφερε με πολύ παράπονο.
-Τι να σου κάνουμε γέροντα, του είπαν οι Καλόγεροι. Είμαστε κι εμείς πεζοί και βιαστικοί.
Συνέχισαν έτσι το δρόμο τους για να φτάσουν στην ώρα τους στο πανηγύρι, αφήνοντας στη μέση του δρόμου αβοήθητο το φτωχό γέρο.
Σε λίγο να κι’ ο Ηγούμενος. Είδε τον άνθρωπο σε κακή κατάσταση. Έσκυψε πάνω του με συμπόνια. Άκουσε τα βάσανά του και τον ρώτησε με καταφανή έκπληξη:
-Καλά, δεν πέρασαν από δω πριν από λίγο κάτι νέοι Καλόγεροι. Γιατί δεν τους σταμάτησες να σε βοηθήσουν; θα έπρεπε, χωρίς άλλο, να σε είδαν.
-Με είδαν και με ρώτησαν, Αββά, είπε με λύπη ο Γέρος. Μου είπαν όμως πως ήσαν πεζοί και βιαστικοί και δεν μπορούσαν να μου κάνουν τίποτε.
Ο Ηγούμενος αναστέναξε βαθιά, ντροπιασμένος από την συμπεριφορά των μαθητών του.
-Αν στηριχτείς πάνω μου, θα μπορέσεις να περπατήσεις λίγο;
-Αδύνατο να κινηθώ, Πάτερ.
-Έλα λοιπόν να σε ανεβάσω στους ώμους μου, είπε αποφασιστικά ο γέρο Ηγούμενος, κι ο Θεός θα βοηθήσει να φτάσουμε εκεί που πηγαίνεις.
-Δεν μπορείς να με κουβαλήσεις τόσο δρόμο πάνω στους ώμους σου. Μήπως είσαι κι’ εσύ νέος; Πήγαινε, Αββά, στη δουλειά σου και μη χασομεράς άδικα για μένα. Ευχήσου μόνο να μ’ ελεήσει ο Θεός.
-Δε σ’ αφήνω έτσι, σε τέτοια κατάσταση, διαμαρτυρήθηκε ο άνθρωπος του Θεού. Θα σε πάω στην πόλη.
Με πολύ κόπο ανέβασε τον άρρωστο στους αδύνατους ώμους του ο γέρο Ηγούμενος. Το βάρος στην αρχή του φάνηκε ασήκωτο. Με μεγάλη δυσκολία κατόρθωσε να σέρνει τα πόδια του. Παράδοξο πράγμα! Σιγά-σιγά αλάφραινε, ώσπου σε μια στιγμή του φάνηκε πως του έφυγε από την πλάτη το φορτίο. Σήκωσε το κεφάλι να ιδεί τι συνέβαινε. Αντί του φτωχού γέρου, που είχε πάρει στους ώμους του, στεκόταν μπροστά του ένας πανέμορφος Άγγελος.
-Μ’ έστειλε ο Κύριος να σε πληροφορήσω, του είπε με τη γλυκιά φωνή του που έμοιαζε με υπερκόσμια μουσική, πως τότε μόνο θ’ αξιωθούν οι μαθητές σου να βρεθούν μαζί σου στη Βασιλεία Του, όταν ακολουθήσουν τα ίχνη σου. Διαφορετικά, άδικα κοπιάζεις και προσεύχεσαι γι’ αυτούς. Ο Θεός δίνει στον καθένα την αμοιβή των έργων του.
Ο Άγγελος με μιας χάθηκε στα ουράνια. Ο γέρο Ηγούμενος, συλλογισμένος, γύρισε πίσω στο Μοναστήρι του για ν’ αρχίσει καινούργιο αγώνα. Χρειαζόταν ακόμη κοπιαστική δουλειά για να μορφώσει χαρακτήρες».

Παρασκευή 5 Απριλίου 2019

Βγήκε ένας ιερέας στον άμβωνα να κυρήξει κρατώντας στο χέρι του ένα άδειο ΚΛΟΥΒΙ...


Ο ΚΥΡΙΟΣ,Ο ΣΑΤΑΝΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΚΙΩΜΈΝΟΥ... Ο ηλικιωμένος ιερέας ανέβηκε στον άμβωνα κρατώντας στο χέρι του ένα άδειο κλουβί. Ο κόσμος από κάτω κοιτούσε απορημένος, ενώ κάποιοι είπαν, πάει το έχασε το μυαλό του ο γέρος…
–Χθες είδα ένα αγόρι που είχε αυτό το κλουβί στα χέρια του. Στο κλουβί υπήρχαν δυο μικρά πουλιά που έτρεμαν από φόβο. Σταμάτησα το αγόρι και το ρώτησα, είπε ο ιερέας.
-Τι έχεις μαζί σου, γιε μου;
-Δυο μικρά πουλιά, απάντησε.
-Και τι θα κάνεις με αυτά;  Ρώτησα ξανά.
-Θα τα πάρω σπίτι και θα διασκεδάσω μαζί τους εκεί, απάντησε το αγόρι χαμογελώντας.
-Θα τα βασανίσω, θα σκίσω τα φτερά τους για να τα ακούσω να κλαίνε, θα τα χτυπήσω, θα τα κάνω να τσακωθούν μεταξύ τους, νομίζω ότι θα είναι διασκεδαστικό για μένα.
-Αλλά κάποια μέρα θα τα βαρεθείς … Τι θα τα κάνεις τότε;
-Έχω μια γάτα στο σπίτι, και πραγματικά της αρέσουν τα πουλιά … θα τα δώσω σε αυτήν, είπε το παιδί.
Σκέφτηκα για μια στιγμή και ρώτησα, πόσα χρήματα θέλεις για αυτά τα πουλιά, γιε μου;
-Τι θέλετε να αγοράσετε αυτά τα πουλιά; Μα δεν κελαηδάνε ούτε είναι όμορφα.
-Πόσα χρήματα θέλεις, ρώτησα ξανά.
Νομίζοντας ότι ήμουν τρελός, φώναξε, 50 ευρώ!!!
Μια στιγμή, του είπα και έβγαλα τα χρήματα από την τσέπη μου, και τα έδωσα στο αγόρι. Παίρνοντας τα χρήματα, το αγόρι εξαφανίστηκε.
Παίρνοντας προσεκτικά το κλουβί, το πήγα στην εξοχή όπου υπήρχαν τόσα λουλούδια, και τα απελευθέρωσα προσεκτικά. Από εκεί ήρθα με αυτό το κλουβί .
Όταν ο ιερέας τελείωσε την αφήγηση άρχισε να λέει μια διαφορετική ιστορία:
– Ο Σατανάς και ο Ιησούς μιλούσαν και ο διάβολος γεμάτος υπερηφάνεια έλεγε
-Κατέκτησα όλη την ανθρωπότητα! Ναι, χρησιμοποίησα την παγίδα που είχα εφεύρει, και δεν είχα καμιά αντίσταση από κανέναν τους. Αυτοί και τα παιδιά τους τώρα μου ανήκουν.
-Και τι θα κάνεις μαζί τους;  ρώτησε ο Ιησούς.
-Θα παίξω μαζί τους και θα διασκεδάσω. Θα τους διδάξω πώς να παντρεύονται και στη συνέχεια να παίρνουν διαζύγιο, πώς να μισούν ο ένας τον άλλον και να προδίδουν τους φίλους , πώς να βλάπτουν ο ένας τον άλλον. Πώς να πίνουν κρασί, να χρησιμοποιούν ναρκωτικά και να ορκίζονται ψέματα. Πώς να σκοτώνει ο ένας τον άλλον και να σκοτώνουν τα παιδιά τους …Θα διασκεδάσω σε αυτόν τον κόσμο που δημιουργήθηκε από εμένα!
Και μετά το παιχνίδι τι θα κάνεις μαζί τους; ρώτησε ο Ιησούς.
-Θα τους πάρω μαζί μου στην φλογερή κόλαση, φώναξε ο Σατανάς με υπερηφάνεια.
-Πόσο θέλεις γι ‘αυτούς, ρώτησε ο Ιησούς
-Θέλεις αυτούς τους ανθρώπους; Αυτοί είναι άχρηστοι, θα σε μισούν, θα σε φτύσουν, θα σε προδώσουν, θα σε αρνηθούν, δεν μπορεί να θέλεις αυτούς τους ανθρώπους! Δεν αξίζουν το έλεος σου.
Τι θέλεις για αυτούς τους ανθρώπους;  Ο Ιησούς ρώτησε ξανά.
Ο Σατανάς, κοιτάζοντας τον Ιησού, είπε, όλο το αίμα σου! Όλα τα δάκρυα σου! Την ζωή σου!”
Σύμφωνοι, απάντησε ο Κύριος. Και πλήρωσε το τίμημα
Υπήρχε απόλυτη σιωπή στο ναό …
Πήρε το κλουβί, ο ιερέας και κατέβηκε από τον άμβωνα

Τρίτη 17 Ιουλίου 2018

Μία όμορφη ιστορία από το γεροντικό



Ο Στάρετς Ζαχαρίας διηγήθηκε ένα περιστατικό, συγκινητικό για το βαθύ περιεχόμενό του, που συνέβη σε κάποιον νέο, τελείως άπειρο από ψεύδος και πονηριά και που διακρινόταν από την παιδική του ηλικία για την αγάπη του προς την αλήθεια.
Εδώ φαίνεται η ψυχή ενός καθαρού και τίμιου, αλλά αγράμματου ανθρώπου με πίστη μικρού παιδιού, ακλόνητη και απλή, που είχε καρδιά και θέληση καθαρή και που αγωνιζόταν για τον Θεό, μια ψυχή που τον έκανε πράγματι λίγο μόνο παρακάτω από τους αγγέλους. Όντως είχε γίνει σοφός, ικανός να βλέπει και τα ουράνια και τα επίγεια.
Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα στην Ρωσία, στα απόμερα βάθη της χώρας, σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μιλίων από το πιο κοντινό χωριό. Εκεί ζούσε ένας χωριάτης, ορφανός, τελείως αγράμματος, εργατικός όμως. Πάντοτε εργαζόταν και δεν πέρασε ούτε στιγμή με οκνηρία. Η ψυχή του ήταν καθαρή σαν κρύσταλλο. Σε κάθε υπόθεση πάντοτε υπήκουε στην συνείδησή του. Η συνείδησή του ήταν ευθεία, όχι όμως ασθενής, μα πραγματικά ευθεία, ευαίσθητη και αυστηρή. Με τον απλό τρόπο του δεν την κατεπάτησε ποτέ με την παρακοή και έτσι πάντοτε άκουγε την φωνή της. Εάν ένας άνθρωπος παρακούει την συνείδησή του μια φορά, δυο φορές ή και περισσότερο, τότε δεν την ακούει πια.
Ο απλοϊκός αυτός άνθρωπος τηρούσε τις νηστείες και τρεφόταν με το ελάχιστο. Ήταν πάντοτε χαρούμενος και γεμάτο ενθουσιασμό για τη ζωή. Δεν κατέκρινε κανένα ποτέ, θεωρώντας τον εαυτό του χειρότερο και κατώτερο από κάθε άλλον. Μια ημέρα, άκουσε από ένα προσκυνητή πως για να σωθεί κανείς πρέπει να αναλάβει τον σταυρό του και να ακολουθήσει τον Χριστό. Ο απλοϊκός μας άνθρωπος δεν είχε πάει ποτέ σαν μεγάλος στην εκκλησία, αφού ήταν πολύ μακριά από το χωριουδάκι που ζούσε. Είχε βαπτισθεί σαν μωρό, μα δεν το θυμόταν καθόλου.
«Πρέπει να αναλάβεις τον σταυρό σου και να ακολουθήσεις τον Χριστό». Αυτά τα λόγια ο απλοϊκός μας άνθρωπος τα εννοούσε στην κυριολεξία.
Παρήγγειλε ένα τεράστιο ξύλινο σταυρό και αποφάσισε να τον πάρει και να ακολουθήσει τον Χριστό. Η καθαρή ψυχή του ποθούσε τον Θεό, η καρδιά του διψούσε την σωτηρία, αλλά πώς να Τον ακολουθεί; Και πού; Σε ποιό δρόμο; Πού ήταν ο Χριστός; Να ο σταυρός, αλλά πού να τον πάει;
Ο απλοϊκός άνθρωπος άφησε όλα τα λίγα υπάρχοντά του και τη δουλειά του, σήκωσε τον σταυρό του πάνω στους ώμους του και ξεκίνησε. Βάδιζε, όπως λέει η παροιμία, ακολουθώντας τη μύτη του. Βάδιζε, βάδιζε για πάρα πολλή ώρα και επιτέλους, μέσα σ’ ένα πυκνό δάσος, συνάντησε ένα ανδρικό μοναστήρι. Χτύπησε την πόρτα.
– «Ποιός είσαι εσύ;», ρώτησε με απορία ο πορτάρης και «πού πας με τον σταυρό σου;»
– «Να εδώ είμαι, βαστάζοντας τον σταυρό μου, αλλά δεν ξέρω πώς να φτάσω στον Χριστό, δεν θα μου δείξεις τον δρόμο;»
– «Πω, πω, βρήκαμε έναν παλαβό. Θα πάω να τα πω στον ηγούμενο».
Πήγε ο μοναχός και τα είπε στον ηγούμενο, ο οποίος έμεινε κατάπληκτος και διέταξε να του φέρουν τον απλοϊκό.
– «Μα δεν έρχεται, επιμένει να μην αφήσει τον σταυρό του και έτσι δεν μπορεί να μπει στο κελλί σας με τον σταυρό, είναι πολύ μεγάλος».
Ο ηγούμενος, λοιπόν, πήγε ο ίδιος στον απλοϊκό. Κουβέντιασε μαζί του και είδε ότι είναι ένας άνθρωπος του Θεού.
– «Λοιπόν εάν θέλεις θα σε βοηθήσουμε να φτάσεις στον Χριστό. Κι εμείς σ’ Αυτόν πηγαίνουμε»
– «Τότε που είναι οι σταυροί σας;», απόρησε ο ξένος, «ξέρετε, ότι ο Κύριος δεν θα σας δεχθεί χωρίς ένα σταυρό».
– «Είναι μέσα μας. Εμείς τους βαστάμε μέσα μας», είπε ο ηγούμενος.
– «Μα πώς γίνεται αυτό;», ρώτησε με έκπληξη ο ξένος.
– «Εσύ ο ίδιος θα δεις πως. Αλλά προς το παρόν θα σου δώσω την ευχή μου να μείνεις εδώ και θα έχεις ένα διακόνημα, να καθαρίζεις μέσα στην εκκλησία. Πάρε τον σταυρό σου και φέρε τον κάτω εκεί, στην εκκλησία».
Ο απλοϊκός άνθρωπος μπήκε μέσα στην εκκλησία με πολύ φόβο και άρχισε να καθαρίζει. Σήκωσε το κεφάλι του και πάγωσε. Εκεί ψηλά επάνω του, επάνω από το Ιερό, είχε φτιαχτεί ένας μεγάλος ξύλινος σταυρός και επάνω του εικονιζόταν, σε φυσικό μέγεθος, ο Εσταυρωμένος Κύριος.
Ο απλοϊκός μας δεν είχε δει ποτέ τέτοιο πράγμα. Τον κοίταζε και τον ξανακοίταζε. Καρφιά ήταν βαλμένα μέσα στα χέρια και στα πόδια, απ’ όπου ανέβλυζε αίμα. Στο στήθος του, επίσης, ήταν αίμα και τραύμα. Και το κεφάλι του ήταν λουσμένο στο αίμα, το δε πρόσωπό του πρησμένο και χτυπημένο. Ποιός ήταν; Ποιός ήταν αυτός; «Άνθρωπε, ποιός είσαι; Και εσύ βάσταξες τον σταυρό σου και δεν χωρίσθηκες από αυτόν; Αλλά πώς γίνεται να είσαι κρεμασμένος στον σταυρό σου;»
Αίμα έσταξε στην καρδιά του απλοϊκού. Ένοιωσε τόση αγάπη και οίκτο γι’ αυτόν που έπασχε, που του φαινόταν πως θα έδιδε και την ζωή του, εάν μονάχα θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τον πάσχοντα και να τον βοηθήσει.
– «Αλλά πώς μπορείς να κρέμεσαι εκεί συνέχεια χωρίς τροφή; Έλα κάτω, κατέβα από τον σταυρό σου και θα σου δώσω εγώ να φας».
Γονατιστός, ο απλοϊκός άνθρωπος ύψωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε….Προσευχήθηκε χωρίς να σταματήσει. «Κατέβα, έλα σε μένα. Δίδαξόν με πώς και πού να βαστώ τον σταυρό μου, μήπως πρέπει κι εγώ να σταυρωθώ επάνω του;».
Έτσι προσευχόταν στον Εσταυρωμένο για μερικές ημέρες και νύχτες, με όλη του την καρδιά. Και έπεσε κάτω μπροστά Του και έγινε μούσκεμα από τα δικά του τα δάκρυα. Και ο Εσταυρωμένος ακούοντας τις προσευχές, υψωμένες προς Αυτόν από τα βάθη μιας καρδιάς, κατέβηκε από τον σταυρό και δίδαξε τον απλοϊκό πώς να βαστά τον σταυρό του για να έλθει στην Βασιλεία των Ουρανών. Κανείς δεν μπορεί να σωθεί χωρίς το σταυρό του.
Ο Κύριος απεκάλυψε στον απλοϊκό το μυστήριο του Τριαδικού Θεού, το μυστήριο της αγάπης της Αγίας Τριάδος, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. «Εγώ είμαι ο Υιός του Ουρανίου Πατρός και έχω λυτρώσει το ανθρώπινο γένος με τον Σταυρό μου. Κανείς δεν θα μπορέσει να εισέλθει στην Βασιλεία των Ουρανών χωρίς τον σταυρό του. Κανείς δεν θα δεχθεί την Χάριν του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του χωρίς τον σταυρό του Γολγοθά και να πλέξεις γύρω του, σαν τριαντάφυλλα, τα έργα της αγάπης».
Ο απλοϊκός τα άκουγε όλα και δέχθηκε το Άγιο Πνεύμα στην καρδιά του και ο Κύριος του απεκάλυψε πώς εντός ολίγων ημερών θα αναχωρήσει για την Βασιλεία των Ουρανών. Ο απλοϊκός μετά χαράς άρχισε να ετοιμάζεται για τον θάνατο, προσευχόμενος ακαταπαύστως και ευχαριστώντας τον Θεό για όλα. Επίσης απεκάλυψε στον ηγούμενο την ώρα του τέλους του. Ο ηγούμενος έχυσε λίγα δάκρυα και τον παρεκάλεσε να πει μερικές προσευχές στον Κύριο και γι’ αυτόν. Με όλη του την καθαρή καρδιά ο απλοϊκός άρχισε να μεσιτεύει προς τον Σωτήρα για τον ηγούμενο.
– «Πάρε και αυτόν στην Βασιλεία των Ουρανών, απόλυσέ τον από την πρόσκαιρη τούτη ζωή».
– «Αλλά, γιατί πρέπει να πάρω και αυτόν; Δεν είναι ακόμα έτοιμος».
– «Ω! Πάρε τον, χάριν της αγάπης που μου έδειξε, όταν μου έδωσε διπλή μερίδα ψωμί και που το μισό έφερα σε Σένα. Κάμε αγάπη σ’ αυτόν, χάριν της αγάπης που έκαμε σε μένα. Πάρε τον στην Βασιλεία των Ουρανών. Ω Κύριε, Θεέ μας, είσαι ο Σωτήρ μας, που σταυρώθηκες για χάρη μας, επάκουσον της προσευχής μου. Μη τον στερήσεις της ανεκφράστου Σου Χάριτος και χαράς».
Ο Κύριος άκουσε τις προσευχές του απλοϊκού και του απεκάλυψε την ώρα του θανάτου του ηγουμένου και ο απλοϊκός του είπε την ώρα του τέλους του. Ο ηγούμενος άρχισε να ετοιμάζεται για την μετάθεσή του στην αιωνιότητα.
Στην ορισμένη ημέρα και ώρα, ο απλοϊκός εξεδήμησε προς τον Κύριο και μετά από δυο εβδομάδες, στην ορισμένη ημέρα και ώρα, εκοιμήθη και ο ηγούμενος.
«Ο Στάρετς Ζαχαρίας»

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2018

"Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει εδώ;" ρώτησε ο σοφός ερημίτης τον οδοιπόρο...


«Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει εδώ;» ρώτησε ο σοφός ερημίτης τον οδοιπόρο που ζητούσε απεγνωσμένα να τον συναντήσει.
«Εγώ θέλω γαλήνη» απάντησε μελαγχολικά εκείνος. 
Ο ερημίτης πήρε ένα ξύλο κι έγραψε στο χώμα :
Εγώ θέλω γαλήνη…
«Κοίταξε τώρα πόσο απλό είναι», είπε στον οδοιπόρο και διέγραψε με μια κίνηση το «Εγώ».
«Σβήνεις πρώτα το «εγώ». Είναι αδύνατον να βρει γαλήνη αυτός που έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και νομίζει πως μπορεί να την βρει μόνος του, μακριά από τον Θεό.
Το εγώ πάντα θα νιώθει ότι απειλείται από όλους γύρω του κι έτσι πάντα θα φοβάται. Θα μετατρέπεται σε εγωισμός για να επικρατεί, και θα διώχνει τον Θεό και την γαλήνη Του.»
Με μια δεύτερη κίνηση διέγραψε το «θέλω».
«Πρέπει να σβήσεις τη λέξη «θέλω». Το θέλω δηλώνει επιθυμία, ανάγκη και προσκόλληση.
Όταν τρέχεις πίσω από τις μάταιες επιθυμίες σου, ποτέ δεν θα βρεις χρόνο να γαληνέψεις και να γίνεις ευτυχισμένος.
Είναι η γνωστή «επίδραση του κουνουπιού».
Αν σε ένα δωμάτιο υπάρχουν δέκα κουνούπια κι εσύ σκοτώσεις τα εννιά, το δέκατο κουνούπι δεν θα σε αφήσει να κοιμηθείς.
Έτσι είναι και οι επιθυμίες. Όσες και να ικανοποιήσεις πάντα θα υπάρχει κάποια που δε θα σε αφήνει να κοιμηθείς.»
Ο οδοιπόρος τότε κοιταξε τις διαγραμμένες λέξεις στο χώμα και λένε πως τότε βίωσε την πρώτη του αφύπνιση.

Είχαν σβηστεί το «Εγώ» και το «θέλω» και είχε μείνει η … Γαλήνη…

Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

Ο μοναχός Προκόπιος που ήταν παράφωνος (γεροντικό)


Στην ίδια Σκήτη της Αγίας Άννας, ό Μοναχός Προκόπιος από την Καλύβα «Είσόδια της Θεοτόκου» είχε μεγάλη επιθυμία να μάθει μουσικά, για να δοξολογεί κι αυτός το Θεό, όπως και οι άλλοι αδελφοί.
Επειδή όμως ήταν λίγο παράφωνος αποφεύγανε οι Πατέρες να τον μάθουν μουσικά.
Ό αδελφός Προκόπιος είχε χάρισμα από το Θεό λάβει να λέει ακατάπαυστα την ευχή το «Κύριε Ίησοϋ Χριστέ υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλό» και στο αριστερό του χέρι κρατούσε πάντα το κομβοσχοίνι, το όποιο δεν αποχωριζόταν ποτέ.
Μια μέρα, ήταν πολύ λυπημένος, πού δεν μπορούσε να βρει κανένα για να τον μάθει μουσική και συλογιζόμενος αυτό το πράγμα, από την πολύ του λύπη, είχε σταματήσει να λέει την ευχή.
Ξαφνικά παρουσιάζεται μπροστά του ένας σεβάσμιος, αλλά άγνωστος σ' αυτόν γέροντας ό όποιος του είπε: «Αδελφέ Προκόπιε, τι έχεις κι είσαι τόσο λυπημένος; τι σε απασχολεί; Ό Προκόπιος του απάντησε: «τι να έχω γέροντα, να, θέλω κι εγώ να μάθω λίγα μουσικά και δε βρίσκεται κανένας να με μάθει, γιατί μου λένε πώς είμαι λίγο φάλτσος».
Ό ασπρογένης γέροντας τότε του είπε: «Γι' αυτό κάθεσαι και στενοχωριέσαι καημένε, εγώ θα σε μάθω μουσικά και θα σε κάνω να γίνεις ό καλύτερος ψάλτης του Αγίου Όρους, θα κελαηδάς σαν το καλύτερο αηδόνι, αλλά θέλω κι εσύ να μου κάνεις μια χάρι».
«Δηλαδή τι ζητάς από μένα, του είπε ό Προκόπιος, θέλεις να σε πληρώσω; Εγώ ότι θέλεις θα σου δώσω!».
Τότε ό ασπρογένης του είπε: «Ή πληρωμή ή δική μου είναι να πετάξεις από τα χέρια σου αυτό πού λέτε κομποσχοίνι και να πάψεις να λες αυτό πού λέτε ευχή και θα σε μάθω 'γώ, ότι θέλεις».
Ό Μοναχός Προκόπιος άμα άκουσε αυτά κατάλαβε πώς ό φαινόμενος δεν ήταν Μοναχός, άλλα ό παμπόνηρος Δαίμονας, πού ήθελε νά τον κάνει να σταματήσει την προσευχή, και αμέσως έκαμε το σταυρό του και είπε: «Υπάγε οπίσω μου Σατανά παμπόνηρε, δε μου χρειάζονται τα μουσικά σου και οι πονηρές και οι καλοσύνες σου» κι ό Δαίμονας έγινε άφαντος.
Άπ' αυτό μαθαίναμε πόσο ό Διάβολος φοβάται το κομβοσχοίνι, για το οποίο καλά λένε οι Πατέρες ότι είναι το όπλο του χριστιανού κατά του Διαβόλου και την ευχή, ή οποία καίει τον Δαίμονα.
Ενώ τους ψάλτες δεν τους φοβάται τόσο και δεν τους υπολογίζει, γιατί, εύκολα με το ψάλσιμο αφαιρούνται από την προσευχή και πέφτουν στον εγωισμό και την υπερηφάνεια!

* Από το βιβλίο "Το Γεροντικόν από το περιβόλι της Παναγίας"

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

Γεροντικό - Κατάκριση μια λεπτή υπόθεση


Το γεροντάκι έχασε τα μυαλά του ή ο μοναχός την Θεία Χάρη;

Ένας καλόγερος έφευγε απ’ εδώ πέρα και πήγαινε παρακάτω. Εκείνη την ώρα χτυπούσε ένα Γεροντάκι τα κονσερβοκούτια. (αυτό το έκανε όταν άκουγε ότι άρχιζε η ώρα του εσπερινού, κανείς όμως δεν ήξερε τον λόγο).

Απείχε από εμένα έως 40 μέτρα. Άκουσε τον κρότο αυτόν και λέγει: «Ε, τι έπαθε το Γεροντάκι; Τα έχασε τα μυαλά του;»
Με το «τα’χασε» που είπε, είδα ότι έπεσε η ψυχή του, για την κατάκριση, για τα λόγια που είπε. Ο φτωχός, σκέφτηκα, να ήξερε τι έπαθε την ώρα αυτή. Την πτώση της ψυχής του είδα, όχι με τα μάτια τα σαρκικά, αλλά με τα μάτια της ψυχής.

Εφραίμ Κατουνακιώτης

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

Θέλω να μάθω λίγα μουσικά, αλλά...


Στην ίδια Σκήτη της Αγίας Άννας, ό Μοναχός Προκόπιος από την Καλύβα «Είσόδια της Θεοτόκου» είχε μεγάλη επιθυμία να μάθει μουσικά, για να δοξολογεί κι αυτός το Θεό, όπως και οι άλλοι αδελφοί.
Επειδή όμως ήταν λίγο παράφωνος αποφεύγανε οι Πατέρες να τον μάθουν μουσικά.
Ό αδελφός Προκόπιος είχε χάρισμα από το Θεό λάβει να λέει ακατάπαυστα την ευχή το «Κύριε Ίησοϋ Χριστέ υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλό» και στο αριστερό του χέρι κρατούσε πάντα το κομβοσχοίνι, το όποιο δεν αποχωριζόταν ποτέ.
Μια μέρα, ήταν πολύ λυπημένος, πού δεν μπορούσε να βρει κανένα για να τον μάθει μουσική και συλλογιζόμενος αυτό το πράγμα, από την πολύ του λύπη, είχε σταματήσει να λέει την ευχή.
Ξαφνικά παρουσιάζεται μπροστά του ένας σεβάσμιος, αλλά άγνωστος σ' αυτόν γέροντας ό όποιος του είπε: «Αδελφέ Προκόπιε, τι έχεις κι είσαι τόσο λυπημένος; τι σε απασχολεί; Ό Προκόπιος του απάντησε: «τι να έχω γέροντα, να, θέλω κι εγώ να μάθω λίγα μουσικά και δε βρίσκεται κανένας να με μάθει, γιατί μου λένε πώς είμαι λίγο φάλτσος».
Ό ασπρογένης γέροντας τότε του είπε: «Γι' αυτό κάθεσαι και στενοχωριέσαι καημένε, εγώ θα σε μάθω μουσικά και θα σε κάνω να γίνεις ό καλύτερος ψάλτης του Αγίου Όρους, θα κελαηδάς σαν το καλύτερο αηδόνι, αλλά θέλω κι εσύ να μου κάνεις μια χάρι».
«Δηλαδή τι ζητάς από μένα, του είπε ό Προκόπιος, θέλεις να σε πληρώσω; Εγώ ότι θέλεις θα σου δώσω!».
Τότε ό ασπρογένης του είπε: «Ή πληρωμή ή δική μου είναι να πετάξεις από τα χέρια σου αυτό πού λέτε κομποσχοίνι και να πάψεις να λες αυτό πού λέτε ευχή και θα σε μάθω 'γώ, ότι θέλεις».
Ό Μοναχός Προκόπιος άμα άκουσε αυτά κατάλαβε πώς ό φαινόμενος δεν ήταν Μοναχός, άλλα ό παμπόνηρος Δαίμονας, πού ήθελε νά τον κάνει να σταματήσει την προσευχή, και αμέσως έκαμε το σταυρό του και είπε: «Υπάγε οπίσω μου Σατανά παμπόνηρε, δε μου χρειάζονται τα μουσικά σου και οι πονηρές και οι καλοσύνες σου» κι ό Δαίμονας έγινε άφαντος.
Άπ' αυτό μαθαίναμε πόσο ό Διάβολος φοβάται το κομβοσχοίνι, για το οποίο καλά λένε οι Πατέρες ότι είναι το όπλο του χριστιανού κατά του Διαβόλου και την ευχή, ή οποία καίει τον Δαίμονα.
Ενώ τους ψάλτες δεν τους φοβάται τόσο και δεν τους υπολογίζει, γιατί, εύκολα με το ψάλσιμο αφαιρούνται από την προσευχή και πέφτουν στον εγωισμό και την υπερηφάνεια!


* Από το βιβλίο "Το Γεροντικόν από το περιβόλι της Παναγίας"

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Ο γάιδαρος και το σχοινί


Ένας φτωχός  χωρικός ξεκίνησε με τα τρία γαϊδουράκια του ένα ταξίδι για να πάει στο παζάρι ώστε να πουλήσει τη σοδειά του. Το ταξίδι θα διαρκούσε αρκετές μέρες. Οπότε, το πρώτο βράδυ, αποφάσισε να κατασκηνώσει κοντά στο σπίτι ενός γέρου ερημίτη αλλά συνειδητοποίησε ότι δεν είχε τρίτο σκοινί για το τελευταίο του γαϊδουράκι και φοβήθηκε ότι αν δεν το έδενε, το γαϊδουράκι του θα έπαιρνε τα βουνά και θα το έχανε.

Έτσι, έσπευσε στον γέρο ερημίτη για να τον ρωτήσει μήπως του περίσσευε ένα σκοινί. «Δεν έχω σκοινί», είπε ο ερημίτης. «Αλλά, θα σου πω τι να κάνεις». «Γύρνα εκεί που κατασκήνωσες και, όπως κάθε μέρα, κάνε την κίνηση σαν να περνάς το σκοινί στον λαιμό του γαϊδάρου». «Κυρίως μην ξεχάσεις να κάνεις ό,τι θα έκανες αν τον έδενες σε ένα δέντρο».

Μην μπορώντας να κάνει κάτι άλλο, ο χωρικός ακολούθησε κατά γράμμα τη συμβουλή του ερημίτη και πήγε να κοιμηθεί. Μόλις ξύπνησε, έτρεξε να ελέγξει
αν το γαϊδουράκι του ήταν ακόμα εκεί. Και… Ω! Τί έκπληξη! Ήταν ακόμα εκεί! Αφού φόρτωσε τα τρία ζώα, αποφάσισε να συνεχίσει το δρόμο του. Αλλά ό,τι κι αν έκανε, τραβούσε το γάιδαρό του, τον έσπρωχνε, τίποτα! Απελπισμένος ο χωρικός πήγε πίσω στον ερημίτη και του διηγήθηκε τι είχε πάθει.

«Σκέφτηκες να βγάλεις το σκοινί;», τον ρώτησε ο ερημίτης. «Μα δεν υπάρχει σκοινί!», απάντησε ο χωρικός.

«Για σένα ναι, δεν υπάρχει, αλλά όχι για το γάιδαρό σου». Ο χωρικός γύρισε λοιπόν εκεί που είχε κατασκηνώσει και με μια θεαματική κίνηση βγάζει το σκοινί. Ο γάιδαρος τον ακολούθησε χωρίς να φέρει καμία αντίσταση!

Ας μη γελάσουμε με αυτό το γάιδαρο.

Μήπως κι εμείς δεν είμαστε δέσμιοι των πεποιθήσεών μας (φανταζόμαστε ότι «πρέπει να κάνουμε» αυτό ή το άλλο, ότι «πρέπει να είμαστε» έτσι ή αλλιώς, φοβόμαστε το βλέμμα των άλλων κ.λ.π.); Ακόμη χειρότερα, μήπως δεν είμαστε αλυσοδεμένοι από τις συνήθειες του μυαλού μας (φόβος, ζήλια, περηφάνια, επιθυμία κ.λπ.); Κι όμως, όλα αυτά βρίσκονται στη φαντασία μας, διότι τίποτα και κανένας δεν μας αναγκάζει για οτιδήποτε. Στην πραγματικότητα, εμείς αναγκάζουμε τον εαυτό μας να κάνει ορισμένα πράγματα. Για καθετί που κάνουμε έχουμε πάντα την επιλογή να το θέλουμε πραγματικά…


Αναρωτηθείτε, λοιπόν, ποιο σχοινί ή ποια σχοινιά σας εμποδίζουν να εκφραστείτε, να ζήσετε, να εξελιχθείτε και να προοδεύσετε…

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

Παράπονα από τον Θεό


Είπε Γέρων : 
Όταν ήμουν στα πόδια μου είχα μόνο παράπονα από τον Θεό. Ήρθε η ώρα που γονάτισα και γέμισα όλος αγάπη.

Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Το πάθος του μοναχού (μία εκπληκτική ιστορία)...


ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ                                                                       Του Στέφανου Δορμπαράκη
Η καμπάνα μόλις είχε σημάνει για το κάλεσμα των μοναχών στην εωθινή ακολουθία. Ο μοναχός Ησύχιος για ακόμη μία φορά έμπαινε με αρκετή δυσκολία στο καθολικό του ναού σέρνοντας, όπως συνήθιζε άθελά του τα τελευταία χρόνια, τα λεπτοκαμωμένα γερασμένα πόδια του προκαλώντας έτσι την αναστάτωση των περισσοτέρων μοναχών. Ορισμένοι τον κοίταξαν περιφρονητικά. Άλλοι δεν καταδέχτηκαν ούτε το βλέμμα τους να του ρίξουν, αρκούμενοι στο να μουρμουρίζουν κάτι μέσα από τα δόντια τους.
Δεν ήταν αυτή όμως η κύρια αιτία αναστάτωσης. Εκείνο που προκαλούσε περισσότερο τους άλλους μοναχούς ήταν η έντονη μυρωδιά του τσιγάρου που αναδυόταν από τα βρωμισμένα ράσα του και από τη λευκοκιτρινισμένη γενειάδα του. Δεν μπορούσαν να ανεχτούν οι εν Χριστώ αδελφοί του ότι καλόγερος τέτοιας μεγάλης ηλικίας – ογδόντα τεσσάρων ετών και με έκδηλα τα σημάδια της φθοράς του χρόνου πάνω του – ήταν μπλεγμένος μ’ ένα τέτοιο πάθος, που οδηγούσε κάποιους πιο ασθενείς στη συνείδηση να ξεπερνούν τα όρια της αποστροφής του και να φτάνουν μερικές φορές στον εμπαιγμό και την προσβολή του προσώπου του.
Τι κι αν που ο Ησύχιος ήταν από τους παλαιοτέρους στο μοναστήρι; Η βρωμιά που άφηνε πίσω του είχε κάνει πολλούς όχι μόνο να μην τον αποδέχονται, αλλά και να μην τον σέβονται καθόλου.
Εκείνος δεν μιλούσε ποτέ. Έβλεπε την όλη ατμόσφαιρα γύρω του, έσκυβε το κεφάλι, ψιθύριζε προσευχές και… έδινε ευχές. Είχε καταφέρει σ’ ένα βαθμό να κάνει βίωμα ό,τι έλεγε το όνομά του.
Κανείς βεβαίως δεν γνώριζε την πραγματική ζωή και τον μεγάλο αγώνα που έκανε καθημερινά. Ούτε καν και ο νέος ηγούμενος του μοναστηριού, ο οποίος από παλιά τον κρατούσε σε κάποια απόσταση, κι όταν έγινε ηγούμενος απορροφήθηκε από τα διοικητικά βαριά καθήκοντά του. Μη γνωρίζοντας μάλιστα την πνευματική κατάστασή του, θεωρούσε καλό να κρατά «διακριτική» στάση απέναντί του, με σεβασμό μεν προς το γήρας του, αλλά και με την ενδόμυχη προσμονή, που δεν ήθελε ούτε στον εαυτό του να την ομολογήσει, πότε θα αναχωρήσει από τον κόσμο αυτόν για να γλιτώσει από τις πιέσεις και τα σχόλια των άλλων μοναχών.
Ένα σύνηθες φαινόμενο ήταν το γεγονός ότι πολλοί νεώτεροι μοναχοί κάθε φορά που περνούσαν έξω από το μικρό κελί του, τού χτυπούσαν δυνατά την μικρή ξύλινη πορτούλα του προσβάλλοντάς τον πολύ άσχημα, λέγοντας χαρακτηριστικά πως η μυρωδιά που έβγαινε από μέσα θα τον έκαιγε στην κόλαση…
Η αλήθεια όμως ήταν πως γεννήθηκε από δύο γονείς λάτρεις του τσιγάρου, αφού σ’ αυτούς ανήκε μία από τις μεγαλύτερες καπνοβιομηχανίες εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Έτσι, είτε το ήθελε είτε όχι, ο Ησύχιος (κατά κόσμον Παύλος)  μεγάλωσε μέσα στο εργοστάσιο των γονιών του, με αποτέλεσμα ο καπνός να μην λείπει καμία ώρα της ημέρας ούτε από το σπίτι αλλά ούτε και από το χώρο εργασίας όπου τον έπαιρναν μαζί τους από πολύ μικρό. Ως εκ τούτου, ο Παύλος από την παιδική του ηλικία είχε εθιστεί στην μυρωδιά αυτή,  πράγμα που τον έκανε πολύ φανατικό καπνιστή…
Η έντονη κλίση του όμως στην Εκκλησία – κατάλοιπο από τη συναναστροφή του με την ευλαβή γιαγιά του – κι ένα συγκλονιστικό γι’ αυτόν γεγονός που το θεώρησε ως επέμβαση του Θεού στη ζωή του, οδήγησε τα βήματά του εδώ κι αρκετές δεκαετίες στις μοναχικές τάξεις της ιστορικής μονής του αγίου Νεκταρίου. Ο αγώνας του έκτοτε να επιβεβαιώνει την κλίση του στην καλογερική με την τήρηση των αγίων εντολών του Χριστού ήταν μεγάλος.
Εκεί όμως που έδινε τις μάχες του καθημερινά, εκεί που φαινόταν άλλοτε να κερδίζει και άλλοτε να πνίγεται και να χάνει ήταν με την «οικογενειακή» μυρωδιά. Το τσιγάρο φάνταζε ο απόλυτος όγκος, το βουνό που μπροστά του  διαπίστωνε ότι ίσως ποτέ δεν θα πατούσε την κορυφή του.  Πραγματικά το τσιγάρο ήταν σαν δεύτερη τροφή του. Καλύτερα: η πρώτη τροφή του! Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς αυτό.
Κι όμως η προσπάθεια που κατέβαλε όλα αυτά τα χρόνια ήταν αξιοθαύμαστη. Είχε καταφέρει όλο αυτό το διάστημα να μειώσει κατά πολύ το κάπνισμα και μάλιστα είχε φτάσει στο σημείο να καπνίζει μόνο ένα-δύο τσιγάρα τη μέρα. Γεγονός πάντως ήταν ότι παρόλο τον περιορισμό, το πάθος ήταν ενεργό.
Αυτός βεβαίως που ήξερε τον πνευματικό αγώνα του ήταν  ο γέροντάς του, με τον οποίο συνδέθηκε πολύ αφότου εισήλθε στη μοναχική ζωή. Αυτός τον ενίσχυε, τον κατανοούσε, τον παρηγορούσε, τον προστάτευε… Η αναχώρησή του όμως για την ουράνιο βασιλεία έριξε πολύ το πνευματικό σθένος του Ησύχιου. Ο νέος Γέροντάς του, κατά πολύ νεώτερός του, δεν μπορούσε να κατανοήσει σε βάθος ακόμη την εσωτερική του ζωή, ενώ, όπως είπαμε, ο νέος ηγούμενος ακόμη περισσότερο δεν είχε και τον χρόνο καν να ασχοληθεί με τον γέροντα μοναχό.
Ο καιρός περνούσε και τα καψώνια των νεωτέρων προς τον φιλήσυχο μοναχό συνεχίζονταν παίρνοντας στο εξής και μορφή μίσους, καθώς κάποιοι ενοχλούνταν ακόμα κι από την σιωπή του ηλικιωμένου αυτού μοναχού…
‘Ήταν ανήμερα των αγίων Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου όταν μία ευωδία είχε διαχυθεί σ’ όλο το μοναστήρι. Όλοι αναστατωμένοι προσπαθούσαν να ανακαλύψουν την πηγή αυτής της άρρητης ευωδίας, η οποία μπορούσε ίσως να συγκριθεί μόνο με το πιο μεθυστικό λουλούδι στο περβόλι του Παραδείσου… Κι όμως κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει πως αυτή η θεϊκή και άγια ευωδία προερχόταν από το μικρό και ταπεινό κελί του μοναχού Ησυχίου.
Άπαντες έτρεξαν να δουν τι είχε συμβεί… Το μυστήριο λύθηκε σύντομα. Ο μοναχός Ησύχιος βρισκόταν μέσα στην αγκαλιά του αγαπημένου του Πατέρα. Είχε μόλις αναχωρήσει για την ουράνια πολιτεία των αγγέλων. Ο πολυαγαπημένος του γέροντας θα ήταν στο εξής πολύ περήφανος για τον καλό υποτακτικό του ο οποίος έστω και την έσχατη στιγμή κατάφερε να ξεπεράσει το πάθος του…
Ο Ησύχιος την τελευταία μέρα πριν την αναχώρησή του για τους ουρανούς, νίκησε τον πειρασμό του και αγωνιζόμενος μέχρι τέλους δεν κάπνισε καθόλου. Η επιβράβευση ίσως του Θεού για όλα τα χρόνια του πνευματικού του αγώνα, πολύ περισσότερο κατά του μεγάλου του πάθους, επήλθε με την ευωδία του σκηνώματός του, η οποία έγινε αφορμή για μετάνοια όλων των μοναχών αλλά και του νέου ηγουμένου του μοναστηριού…

Όλοι τώρα ήξεραν ότι ο γέρων Ησύχιος θα εξακολουθούσε να είναι μαζί τους και θα συνέχιζε να τους «μιλάει» με την ιερή σιωπή του, όπως άλλωστε έκανε μέχρι τότε, πρεσβεύοντας πια για εκείνους…

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

Θέλεις να πω στον Θεό να πάρει τα σύννεφα, να μας ζεστάνει ο ήλιος;


Ο γερο-Ηρωδίων: Θέλεις να πω στον Θεό να πάρει τα σύννεφα, να μας ζεστάνει ο ήλιος;
Ήταν δύσκολο να φτάσεις στο κελί του, ακόμα και αν το ήξερες. Ζούσα για μήνες στην περιοχή και δεν καταλάβαινα τις οδηγίες για τα μονοπάτια. Τόσο μπερδεμένα ήταν. Μια φορά καθώς πηγαίναμε μαζί με τον ασκητή πού με φιλοξενούσε για ψώνια στις Καρυές είδα από μακριά ένα γεροντάκι να λιάζεται έξω από ένα ερείπιο.
- Γέροντα, ποιος είναι αυτός; ρώτησα με έκπληξη.
- Ό γέρο-Ήρωδίων... από τούς παλιούς Ρουμάνους... δεν είναι και πολύ στα καλά του.
- Πάμε να τον δούμε γέροντα, μήπως έχει καμιά ανάγκη, είπα με έμφαση.
- Μπα, δεν μπορείς να τον πλησιάσεις. Μόλις καταλάβει άνθρωπο κρύβεται... Δεν θέλει. Λένε ότι είναι σαλεμένος... τα έχει χαμένα.
Αυτοί γνωρίζουν καλλίτερα από μένα την περιοχή, τούς ανθρώπους... σκέφτηκα.
Πέρασαν μήνες για να ξανακούσω για τον γέρο-Ήρωδίωνα. Εκείνο τον καιρό είχε έρθει ένας καινούργιος κάτοικος στην περιοχή. Νέος στην ηλικία, συνομήλικος μου, Αθηναίος με πτυχίο στα μαθηματικά, νέος μοναχός, άπειρος.
Κανονικά για να πάει να ασκητέψει κανείς μόνος του πρέπει να είναι ώριμος μοναχός, να έχει πείρα του πνευματικού πολέμου και να έχει και καλή πνευματική κατάσταση. Αλλιώς υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να πάθη κακό, πνευματικά και σωματικά. Πρώτα κανείς τρίβεται για 10-15 χρόνια κάτω από υπακοή ή στο κοινόβιο ή σε κάποιο γέροντα, μαθαίνει τα τεχνάσματα των δαιμόνων, προχωρά στην νοερά προσευχή και την πρακτική άσκηση και μετά εξέρχεται στην έρημο. Αυτή είναι ή κανονική σειρά, αυτή είναι ή μοναχική ορθόδοξη παράδοση. Δεν είναι ή έρημος για όλους. Είναι για τους προχωρημένους πνευματικά, για τους έμπειρους και δυνατούς.
Ό φίλος μου είχε κάτσει μόλις 2 χρόνια στο μοναστήρι και μετά από έναν μεγάλο πειρασμό, πού κόντεψε να διαλύσει την συνοδεία, «βγήκε στην έρημο» και μάλιστα «χωρίς ευλογία» και αντίθετα με τις συμβουλές των γεροντάδων και του π. Παϊσίου.
Εγώ πού ήμουν «φρέσκος» Χριστιανός, μικρός και άπειρος, καταλάβαινα τον κίνδυνο και φοβόμουνα γι' αυτόν.
Ό ησυχαστής πού με φιλοξενούσε με έστελνε συχνά να τον επισκέπτομαι για να βοηθιόμαστε λίγο από την παρέα. Έτσι γίναμε φίλοι.
Έτσι ένας νέος βρέθηκε από το διαμέρισμα της Αθήνας στην έρημο της Καψάλας. 'Αμάθητος στην δουλειά, άσχετος από τα γεωργικά, δεν ήξερε ούτε κρεμμυδάκια να φυτεύει. Μια φορά μου είπε ότι ο γέρο-Ήρωδίων μου έδειξε ένα «ψωμί» πού έφτιαξε. Ήταν πιο σκληρό από τούβλο.
- Καλά, πώς το έφτιαξες; ρώτησα.
- Να, ανακάτεψα αλεύρι και νερό και το έψησα στον φούρνο.
- Ούτε αλάτι, ούτε μαγιά έβαλες;
- Χρειάζονται και τέτοια; ρώτησε γελώντας. Σκάσαμε στα γέλια και οι δύο.
Ό φίλος μου ανακάλυψε τον γέρο-Ήρωδίωνα και τον λυπήθηκε. Άρχισε να του πηγαίνει «φαγητό». Τώρα τί σόι φαγητό ήταν αυτό, και αν τρωγόταν πολύ αμφιβάλλω, αλλά θα του πήγαινε και καμιά κονσέρβα, λίγο αγορασμένο ψωμί, ζάχαρη, αλάτι, καφέ.
Δεν λυπήθηκε μόνο ό φίλος μου τον γέρο-Ήρωδίωνα αλλά και ό γέρο-Ήρωδίων λυπήθηκε τον φίλο μου. Γι' αυτό τον δεχόταν όποτε πήγαινε. Σ' αυτόν άνοιγε την πόρτα του ερειπίου και του παρουσιαζόταν.
Είδε ό γέροντας και κατάλαβε, το τρυφερό της ηλικίας, την πνευματική αμάθεια, την σωματική αδυναμία, τον μεγάλο κίνδυνο.
Γι' αυτό σιγά-σιγά του άνοιξε όχι μόνο την πόρτα αλλά και την καρδιά του. Ανάμεσα στα ακαταλαβίστικα και τα μπανταλά άρχισε να του δίνει και σοφότατες πνευματικές συμβουλές.
Μάλιστα προέβλεψε ότι σε λίγους μήνες θα άλλαζε κατοικία και θα ερχόταν σε διπλανό του κελί. Αυτό το κελί ήταν καλοσυντηρημένο γιατί ό μοναχός πού το είχε ήταν πολύ επιτήδειος στα μαστορέματα.
- Μα γέροντα, απόρησε ό φίλος μου, σ' αυτό το κελί κάθεται ό πατήρ τάδε.
- Αυτός θα φύγει την άνοιξη, θα αδειάσει το κελί και θα το πάρεις εσύ με ομόλογο από το μοναστήρι, του είπε, πράγμα πού επαληθεύτηκε κατά λέξη.
Ό πατήρ τάδε ήταν ζηλωτής και την άνοιξη έφυγε από το Άγιον Όρος, μετά από 20 χρόνια συνεχούς παραμονής στο συγκεκριμένο κελί. Πήγε σ' ένα μοναστήρι έξω στον κόσμο.
Ό φίλος μου και εγώ εντυπωσιασθήκαμε.
- Ρε σύ... μάς δουλεύει όλους ό γέρος, μου λέει μια μέρα, πού πήγα να τον δω.
- Ποιόν λες;
- Ό γέρο-Ήρωδίων... μάς δουλεύει όλους... κάνει τον τρελό αλλά δεν είναι... έχει πνευματική κατάρτιση.
- Γιατί το λες;...
"Άρχισε να μου εξηγεί με λεπτομέρειες όλα τα περιστατικά και τις πνευματικές συμβουλές που του έδωσε... Εντυπωσιάσθηκα.
- Να πάμε μαζί μια μέρα, παρακάλεσα.
- Πάμε, είπε.
Ό γέρο-Ήρωδίων
Ήταν απόγευμα όταν πήγαμε.
- Κάτσε εδώ στην άκρη μην σε δει γιατί μπορεί να μην άνοιξη μετά.
Πήγα και κρύφτηκα, να μην φαίνομαι.
- Γέροντα, γέροντα φώναξε. Σε λίγο άνοιξε ή παλιά ξύλινη πορτούλα και βγήκε σκυφτός ό π. Ήρωδίων. Μίλησαν για λίγο και μετά μου έκανε νόημα να πλησιάσω.
- Γέροντα, ό Θανάσης είναι φίλος μου, είπε. Ό γέρο-Ήρωδίων τινάχτηκε, ξαφνιάστηκε, με κοίταξε, δεν είπε τίποτα και συνέχισε την συνομιλία πού είχαν.
Εκείνη την εποχή είχα τρεις λογισμούς πού με ταλαιπωρούσαν. Ό ένας ήταν γιατί ό Θεός επέτρεπε την πολυγαμία στην Π. Διαθήκη και πώς γίνεται ένας προφήτης σαν τον Δαυίδ, πού είχε πνεύμα Θεού, πού συνομιλούσε με τον Θεό, πού είχε την ευλογία του Θεού και την συμπαράστασή Του σ' όλες τις δυσκολίες, πώς γίνεται ένας τόσο πνευματικός άνθρωπος να νικηθεί από την σαρκική επιθυμία, με την γυναίκα του Ουρία, και να παντρευτεί μάλιστα πολλές διαφορετικές γυναίκες. Πώς συμβιβάζονταν τότε, εκείνη την εποχή, αυτές οι αντίθετες καταστάσεις;
Ενώ παρακολουθούσα την συνομιλία τους με έκπληξη διαπίστωσα ότι ό γέρο-Ήρωδίων απάντησε και στους τρεις λογισμούς μου, χωρίς εγώ να ρωτήσω τίποτα και χωρίς ό φίλος μου να καταλάβει τίποτα. Έμεινα έκπληκτος και τον κοίταξα με σεβασμό και θαυμασμό.
Κάποια στιγμή γυρνά ό μοναχός και του λέει.
- Γέροντα, ό Θανάσης θέλει να γίνει μοναχός.
- Τί μοναχός! Αυτός... νοικοκύρης. Πρώτα Θεσσαλονίκη, μετά ένα χωριό κοντά Θεσσαλονίκη, μετά Φλώρινα και μετά... δίστασε λίγο και τελικά είπε... Σιβηρία, Σιβηρία.
Γύρισε ό φίλος μου και του λέει:
- Καλά γέροντα πού ξέρεις εσύ ότι είναι από την Φλώρινα;
- Τί Φλώρινα; Εγώ δεν είπα Φλώρινα... είπα Φλόριντα στην Αμερική, εκεί πού είναι τα καράβια και συνέχισε σ' αυτό το μήκος κύματος... Χαμογελάσαμε με τον τρόπο πού ξεγλιστρούσε, σαν χέλι άπιαστο.
Τριάντα χρόνια μετά βλέπω ότι τα πράγματα στη ζωή μου εξελίχθηκαν όπως τα προέβλεψε ό γέρο-Ήρωδίων. 1) Δεν έγινα μοναχός, 2) έζησα 24 χρόνια στη Θεσσαλονίκη και 3) τώρα εδώ και έξι χρόνια ζω σ' ένα χωριό κοντά στη Θεσσαλονίκη. Απομένει ή Φλώρινα και ή Σιβηρία. Πιστεύω ότι θα βγουν αληθινά όλα όσα μου προείπε. Δηλαδή όχι μόνο οι σκέψεις και οι διαθέσεις της καρδιάς μου ήταν "ανοιχτά" μπροστά στα πνευματικά μάτια του γέροντα, αλλά και το μέλλον μου του ήταν γνωστό. "Θαυμαστός ό Θεός εν τοις Άγίοις Αυτού", Δόξα τω Θεώ.
Μετά άπ' αυτή την συνάντηση ήμουν χαρούμενος και προβληματισμένος. Τί κρύβει το Αγιον Όρος! Τί θησαυρούς κρύβει! Τί πνευματικούς θησαυρούς βγάζει![...]
Κάποιοι μοναχοί ήταν δύσπιστοι. Ό Περικλής στον «Επιτάφιο» του λέει, ότι ή αιτία πού δεν πιστεύουν οι άνθρωποι στα κατορθώματα των άλλων είναι ό φθόνος. Δηλαδή δεν μπορούμε να παραδεχθούμε την ανωτερότητα των άλλων εξ' αιτίας του φθόνου μας. Θέλουμε όλους να τούς κατεβάζουμε στα μέτρα μας. Γι' αυτούς ό γέρο-Ηρωδίων δεν μπορούσε να ήταν ένα πνευματικό ανάστημα, δεν τούς ταίριαζε... ήταν μόνο ένα σαλεμένο γεροντάκι. Εγώ όμως δεν συμφωνούσα Μαζί τους. Εξ άλλου είχα ιδία πείρα, είχα ακούει με τα αυτιά μου. Αυτοί όχι.
Για να είμαι σίγουρος πήγα στον γέροντα, τον π. Παΐσιο. Μόλις του είπα για τον γέρο-Ήρωδίωνα άστραψαν τα μάτια του από την χαρά του. Ευχαριστήθηκε, αγαλλίασε ή ψυχή του.
- Είναι μεγάλος ασκητής, μου είπε. Έστειλα τον π. Αρσένιο να του φτιάξει την σκεπή πού έπεσε και δεν δέχτηκε. Κάθεται εκεί σε μια γωνιά του δωματίου πού έχει από πάνω ένα κομμάτι σκεπής και προσεύχεται όλη την νύχτα. Κάνει μεγάλη άσκηση.
- Γέροντα, έμαθε και ό «Πρώτος» και θα πάει να τον επισκεφθεί, να δει αν αυτά πού λένε γι' αυτόν είναι αληθινά ή είναι όντως σαλός.
Γέλασε ό γέροντας.
- Μην στεναχωριέσαι, μου λέει,... θα τον βολέψει και αυτόν μια χαρά.
Πράγματι, ό «Πρώτος» πήρε τον φίλο μου και πήγε να βγάλει άκρη, να λύσει το μυστήριο...
- Τον τρέλανε ό γέρο-Ήρωδίων, μου λέει ό φίλος μου... τον έκανε βαπόρι, έφυγε αγανακτισμένος και... σίγουρος για την τρέλα του. Τζάμπα ή ταλαιπωρία του στα μονοπάτια της Καψάλας.
Στους μικρούς και τούς αδύνατους, στα μωρά του κόσμου ανοιγόταν ό γέρο-Ήρωδίων, όχι σ' αυτούς πού δεν είχαν ανάγκη, αλλά μόνο μία περιέργεια. Γι' αυτούς ήταν στρείδι κλειστό, αδιαπέραστος. 'Εμείς μικρά παιδιά ήμασταν τότε, ταλαιπωρημένοι, χτυπημένοι πνευματικά, αδύνατοι... γι' αυτό μάς αγκάλιαζε και μάς έδινε από τον πνευματικό πλούτο του.
Πήγε μια άλλη φορά ό φίλος μου έναν νέο μοναχό πού ήθελε να φύγει από το μοναστήρι του. Είχε πολλούς λογισμούς, έντονους να φύγει. Ήταν χειμώνας. Δέκα πόντους χιόνι σκέπαζε την γη και βαρειά μολυβένια σύννεφα τον ουρανό.
Αφού τον άκουσε για κάμποση ώρα του λέει.
- Οι λογισμοί είναι σαν τα σύννεφα πού μάς κρύβουν τον ήλιο, δηλαδή την χάρη του Θεού. Άμα θέλεις να ζεσταθείς πνευματικά πρέπει να διώχνεις τούς λογισμούς, αλλιώς θα παγώνεις.
- Πώς να διώχνω τούς λογισμούς γέροντα;
- Για τον Θεό δεν είναι τίποτα να σου πάρει τούς λογισμούς, όμως πρέπει εσύ να αγωνιστής να τούς διώξεις.
- Δεν μιλούσε ό νέος μοναχός, έδειχνε μια δυσπιστία.
- Θέλεις να σου πάρω τούς λογισμούς, ρώτησε ό γέρο-Ήρωδίων.
- Θέλεις να πω στον Θεό να πάρει τα σύννεφα, να μάς ζεστάνει ό ήλιος; ξαναρώτησε.
Πάλι δεν απάντησε, δύσπιστος.
Σήκωσε το χέρι του ό γέρο-Ήρωδίων στον ουρανό και έδιωχνε τα σύννεφα.
- Φύγετε σύννεφα, φύγετε... είπε και αμέσως άνοιξε μια τρύπα στον ουρανό και τούς έλουσε το φως του ήλιου.
Τα χάσαμε και οι δύο.
- Θέλεις να κάνω έτσι με το χέρι μου και να γεμίσει ό τόπος λουλούδια; απευθύνθηκε ξανά στον νέο.
- Όχι γέροντα, όχι, φώναξε συγκινημένος και ταραγμένος. Σηκώθηκε, τον ευχαρίστησε, πήρε την ευχή του και έφυγε πνευματικά στερεωμένος για το μοναστήρι του. Είχε αλλάξει ή εσωτερική του κατάσταση.
Τον αγάπησα τον γέρο-Ήρωδίωνα. Όποτε βρισκόμουν στον Αγιον Όρος ρωτούσα γι' αυτόν και ήθελα να τον συναντήσω. Και αυτός με δεχόταν. Τον συνάντησα ακόμα λίγες φορές.
Τα γεροντάκια «πέφτουν» γρήγορα. Γι' αυτό όταν κατέπεσε ακόμα δέχτηκε να τον γηροκομήσει ένας Ρουμάνος μοναχός στο κελί του... στην κάτω Καψάλα, όπου τα πράγματα ήταν πιο πολιτισμένα. Αυτός ό Ρουμάνος ήταν μοναχός βέβαια, αλλά όπως τον γνώρισα δεν ήξερε και πολλά πνευματικά. Ήταν άνθρωπος της δουλειάς μάλλον, παρά της προσευχής. Δούλευε πολύ, όλη μέρα, σκληρές δουλειές. Μου λέει ό λογισμός ότι ό π. Ήρωδίων δέχτηκε να πάει μαζί του, μήπως μπορέσει να τον βοηθήσει πνευματικά. Δεν ξέρω αν κατάλαβε τίποτα. Όποτε πήγαινα και ζητούσα να δώ το γέροντα με κοιτούσε περίεργα. Μάλλον σκεφτόταν ότι και εγώ δεν είμαι στα καλά μου... Όμως δεν του ταίριαζαν το πτυχίο και ή συμπεριφορά... και δεν ήμουν ό μόνος πού έδειχνε τέτοια ευλάβεια στο γέροντα... αυτό σίγουρα τον προβλημάτισε.
Ή τελευταία μας συνάντηση έγινε ως έξης. Εκείνο τον καιρό διάβασα στα Ασκητικά του Άββά Δωροθέου... "να μην αποκτήσεις κανένα πράγμα πάνω από το μέτριο, μήπως δεθεί ή καρδιά σου με αυτό και στο ζητήσει κάποιος αδελφός και εσύ δεν το δώσεις και έτσι προτιμήσεις την ύλη από την αγάπη του αδελφού" ... μου άρεσε αυτό και προσπαθούσα να το εφαρμόσω...
Όταν τον συνάντησα λοιπόν, άρχισε να μου ζητά διάφορα πράγματα μου, πού του τα έδινα εύκολα. Στο τέλος μου ζήτησε τον σάκο μου και άρχισε να τον ψάχνει.
Τότε δαγκώθηκα. Είχε μέσα ένα κομποσκοίνι πού μού το είχε χαρίσει ό π. Παΐσιος.
Γύρισε τον σάκο ανάποδα και τον τίναξε. Σφίχτηκα, «ωχ θα μου πάρει το κομποσκοίνι, σκέφτηκα και στεναχωρήθηκα». Κατάλαβα ότι έχω «προσπάθεια» σ' αυτό το κομποσκοίνι.
Αυτό ήταν πού έλεγε ό άββάς Δωρόθεος... Κατάλαβε ότι κατάλαβα με κοίταξε και σταμάτησε. Έβαλε τα πράγματα πίσω και μου έδωσε τον σάκο. Το μάθημα τελείωσε.
Πώς ήξερε τί σκεφτόμουνα, τί προσπαθούσα να εφαρμόσω; Ή ψυχή μου ήταν ανοιχτή στα μάτια του. Ήταν σαν τούς αρχαίους ασκητές, σαν αυτά πού διάβαζα στο «Γεροντικό».
Ό δάσκαλος ήταν χαρισματικός, φωτισμένος από την Χάρη του Χριστού... Άραγε τί κόλπα θα έκανε στον Μοναχό πού τον γηροκομούσε για να τον ξυπνήσει πνευματικά;
Είχαν περάσει χρόνια από τότε πού ζούσα στην πάνω Καψάλα. Οι επισκέψεις μου στο' Άγιον Όρος είχαν αραιώσει και ήταν ολιγοήμερες. Πήγα μία έκτακτη επίσκεψη για κάποιο λόγο. Όταν έφτασα στο κελί μου είπαν ότι σε μία ώρα θα γίνει ή κηδεία του γέρο-Ήρωδίωνα Ξαφνιάστηκα. Φυσικά πήγα αμέσως.
Μαζευτήκαμε όσοι τον αγαπούσαμε. 'Εγώ από την Θεσσαλονίκη, ό άλλος από την Αθήνα ό άλλος από την άλλη άκρη του Αγίου Όρους Όλοι το μάθαμε «τυχαία» και βρεθήκαμε εκεί τέτοια «σύμπτωση». Μας «μάζεψε» ό Γέροντας.
Αυτή δεν ήταν κηδεία, ήταν ανάσταση, Πάσχα. Είχε κάτι το χαρμόσυνο, το λαμπρό. Νοιώθαμε πολύ όμορφα. Θαύμασα.
Αυτά είπα την άλλη μέρα στον γέροντα Παΐσιο. Τα δέχτηκε όλα. Τα «σφράγισε» με τον λόγο του.
- Ό γέρο-Ήρωδίων μπήκε με άριστα στον Παράδεισο, είπε.
Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε μετά από χρόνια στην ανακομιδή των λειψάνων του. Πάλι βρεθήκαμε εκεί, «τυχαία», χωρίς να μας ειδοποιήσει κανείς. Όλοι αυτοί πού τον ευλαβούμασταν και τον αγαπούσαμε. Το έμαθα λίγο πριν γίνει ή ανακομιδή. Ή ίδια λαμπρή χαρούμενη ατμόσφαιρα της Χάριτος. Τα οστά του είχαν πάρει ένα κίτρινο χρώμα. Την ευχή του να έχουμε όλοι μας.
Ό γέρο-Ήρωδίωνας ήταν μεγάλος ασκητής. Ζούσε πολύ σκληρά. Με πολλή αυταπάρνηση. Αυτό δεν επιτυγχάνεται με ανθρώπινες δυνάμεις. Μόνο αν το Άγιο Πνεύμα πυρπολήσει την καρδιά του ανθρώπου, μόνο με την βοήθεια του Θεού φτάνει κανείς σε τέτοιο θειο ζήλο, σε τέτοια αυταπάρνηση.
Ο π. Ήρωδίων έκρυβε την μεγάλη του άσκηση, την υψηλή πνευματική του κατάσταση, κάτω από τον μανδύα της σαλότητας.
Αν «τραβούσες» αυτό το προπέτασμα μπροστά από τον νου σου, τότε «έβλεπες» έναν μεγάλο ασκητή.
Με ελέησε ή Πρόνοια του Θεού και εμένα για να στηριχθώ στην πίστη, μ' αυτόν τον τρόπο.
Σε άλλους συμβαίνουν άλλα. Ανάλογα με το πώς ανταποκρίνεται ό άνθρωπος στα δώρα του Θεού. "Αν δει ό Θεός ότι ανταποκρινόμαστε στα μικρά μάς δίνει και μεγαλύτερα. Ό Θεός δεν μάς εγκαταλείπει. Μάς δίνει συνεχώς ευκαιρίες. Εμείς δεν θέλουμε. Εμείς κλείνουμε τα μάτια μας. Εμείς είμαστε το πρόβλημα.
Αν κάνουμε ένα βήμα προς τον Θεό, κάνει ό Θεός χίλια βήματα προς εμάς.
Πώς κάνουμε ένα βήμα προς τον Θεό; βοηθώντας κάποιον πού έχει ανάγκη, λέγοντας μία προσευχή, κάνοντας κρυφά μια ελεημοσύνη, ανάβοντας ένα κεράκι για μάς ή για κάποιον άλλο, κόβοντας κάποιο ελάττωμα μας, διαβάζοντας το Ευαγγέλιο για να μάθουμε για τον Χριστό, παρακαλώντας τον Χριστό να μάς βοηθήσει, να Τον βρούμε.

Πηγή: ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΡΑΚΟΒΑΛΗ